Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.

2 Φεβ 2008

Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα και συνταγματική μεταρρύθμιση στη Βενεζουέλα: το μπολιβαριανό σχέδιο σε επαναστατική τροχιά;

Όταν ο Ούγκο Τσάβες επανεξελέγη πρόεδρος της Βενεζουέλας το Δεκέμβριο του 2006, με το σαρωτικό ποσοστό του 62.9%, διπλασίασε τον αριθμό των ψήφων του από 3,7 εκατομμύρια το 1998 σε 7,3 εκατομμύρια το 2006. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει εύγλωττα την έκταση της λαϊκής συστράτευσης στο πρόσωπό του και στην πολιτική που επαγγέλλεται. Αλλά το ποιοτικά κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η εκστρατεία του έγινε για πρώτη φορά στη βάση μίας ρητά σοσιαλιστικής πλατφόρμας. Το μεγάλο πλήθος των ψηφοφόρων ενέκρινε με την ψήφο του ένα πρόγραμμα που έκανε εμφατικά λόγο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα στη Βενεζουέλα.

Η πολιτική της κυβέρνησης από το 1998 ως το 2006 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σοσιαλδημοκρατική με την ιστορική έννοια. Έδωσε βάρος στην αναδιανομή του εισοδήματος και στην κρατικοποίηση νευραλγικών τομέων της παραγωγής (κυρίως τα πετρέλαια), ενώ γενικότερα επεδίωξε την ενίσχυση της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Στο πεδίο αυτό σημειώθηκαν αποτυχίες (όπως στο θέμα της στέγασης των κατοίκων των παραγκουπόλεων), αλλά και πολύ αξιόλογα επιτεύγματα μέσω των διάφορων στοχευμένων εκστρατειών (missiones). Σε αυτά περιλαμβάνονται η σχεδόν πλήρης εξάλειψη του αναλφαβητισμού, για την οποία η κυβέρνηση βραβεύθηκε από την UNESCO, τα εκπαιδευτικά προγράμματα δεύτερης ευκαιρίας, στα οποία έχουν συμμετάσχει πάνω από 1 εκ. πολίτες, η προώθηση του αναδασμού, η δωρεάν ιατρική βοήθεια στις φτωχογειτονιές και πολλά άλλα. Με τη ροή ρευστού που εξασφάλισε η έκρηξη των τιμών του πετρελαίου, οι κοινωνικές δαπάνες, από 8% του ΑΕΠ το 1998, ξεπέρασαν το 12% το 2004, η φτώχεια έπεσε από 44% το 1998 σε 30.4% το 2006, και το μέσο μηνιαίο εισόδημα της κατώτερης εισοδηματικής τάξης (58% του πληθυσμού) αυξήθηκε κατά 42% από το 2004 (πρώτο έτος οικονομικής σταθεροποίησης μετά την κρίση) ως το 2006. Η ρεφορμιστική συνδήλωση του όρου «σοσιαλδημοκρατικός» τίθεται υπό αίρεση εν προκειμένω. Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου δεσπόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία μπορεί να εκφράζει μία έντονη ρήξη. Επίσης, το μπολιβαριανό κίνημα του Τσάβεζ χρειάστηκε να κάνει πόλεμο χαρακωμάτων για να ανατρέψει σταδιακά την ηγεμονία του παλιού κατεστημένου, με βαθύτατα ερείσματα στον κρατικό μηχανισμό, τα ανώτερα στρώματα, το πελατειακό σύστημα και τις αλληλένδετες κοινωνικές-φυλετικές ανισότητες.

Παραμένει όμως γεγονός ότι η άνωθεν καθοδηγούμενη μπολιβαριανή πολιτική δεν είχε αναπτύξει μέχρι και το 2006 ριζικές τομές που να οδηγούν πέρα από το γνωστό αγοραίο και αντιπροσωπευτικό πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Με σημαίνουσα εξαίρεση δύο δυναμικές που υποδηλώνουν ένα διαφορετικό προσανατολισμό:

Η πρώτη ήταν οικονομική και εκδηλώθηκε: α) με την προώθηση των συνεταιρισμών, που ξεπέρασαν τους 100 000 το 2005 (τα στοιχεία ελέγχονται λόγω της μεγάλης διαφθοράς), β) με την πειραματική θέσπιση της συνδιαχείρισης σε ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις, όπως οι ηλεκτροπαραγωγικές CADAFE και CADELA και η εταιρία αλουμινίου ALCASA και γ) με τους «πυρήνες ενδογενούς ανάπτυξης» (149 ως το Μάρτιο του 2005) και τις «επιχειρήσεις κοινωνικής παραγωγής» (500 αναγνωρισμένες στα μέσα του 2006) που αξιοποιούν τοπικούς πόρους και προάγουν αρχές αλληλεγγύης με την κοινότητα, τη δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων και το σεβασμό του περιβάλλοντος.

Η δεύτερη δυναμική αφορά τις απόπειρες εμβάθυνσης της πολιτικής συμμετοχής, που καταγράφονται από τις αρχές της προεδρίας του Τσάβεζ. Πρώτα με τους «Μπολιβαριανούς Κύκλους», τοπικές, μαχητικές οργανώσεις πολιτών που στηρίχθηκαν από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία, με ποικίλες τοπικές και θεματικές επιτροπές που συστήθηκαν για την προώθηση της κοινωνικής πολιτικής σε θέματα υγείας, παιδείας, αναδασμού, βελτίωσης των υποδομών και αντιμετώπισης κατά τόπους προβλημάτων. Αρκετές συνδέθηκαν με τα προγράμματα των missiones, εμπλέκοντας τις τοπικές κοινότητες στην εφαρμογή τους. Στις σημαντικότερες συμμετοχικές πρωτοβουλίες συγκαταλέγονται (από το 2001) τα Τοπικά Συμβούλια Δημόσιου Σχεδιασμού, που είχαν ως στόχο τη συνδρομή των κοινοτήτων στη διαμόρφωση των δημοτικών προϋπολογισμών, αλλά καπελώθηκαν από τις δημοτικές αρχές και κυβερνητικούς κομματάρχες· οι ισχυρές και συγκροτημένες Επιτροπές Αστικής Γης που συνέβαλαν στην οργάνωση των τοπικών κοινοτήτων και την διανομή τίτλων έγγειας και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στους κατοίκους· οι ιδιαίτερα ενεργές Μονάδες Εκλογικού Αγώνα που ιδρύθηκαν για τον προεκλογικό αγώνα κατά της ανάκλησης του Τσάβεζ το 2004· και, τέλος, τα Κοινοτικά Συμβούλια, που άρχισαν να πολλαπλασιάζονται από το 2006.

Τα Κοινοτικά Συμβούλια είναι αμεσοδημοκρατικές δομές των τοπικών κοινοτήτων που αποτελούνται από 200-400 οικογένειες (λιγότερες σε αγροτικές περιοχές). Αναλαμβάνουν το έργο της τοπικής αυτοδιοίκησης και της εκπόνησης προγραμμάτων αναβάθμισης σε όλους τους τομείς. Λαμβάνουν χρηματοδότηση από την κυβέρνηση μετά την εξέταση των προτάσεών τους. Το πείραμα δρομολογήθηκε το 2006 με την ίδρυση ειδικού Υπουργείου Λαϊκής Συμμετοχής και Κοινωνικής Ανάπτυξης και την ψήφιση νόμου για τις προδιαγραφές της κοινοτικής οικοδόμησης. Η εν λόγω πρωτοβουλία απέβλεπε στην επέκταση της άμεσης συμμετοχής, το συντονισμό των ποικίλων κατά τόπους επιτροπών και την αντιμετώπιση των δυσχερειών που ανέκυψαν με τα προηγούμενα σχήματα, κυρίως λόγω της υπονόμευσής τους από τον κομματισμό, τη διαφθορά, τις τοπικές σχέσεις εξουσίας και τα προσκόμματα που προέβαλλε η γραφειοκρατία. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2007, είχαν αναγνωριστεί 18320 Κοινοτικά Συμβούλια, που πιθανολογείται ότι θα φθάσουν τα 35000 ως το τέλος του έτους. Αυτή είναι η «έκρηξη της κοινοτικής εξουσίας», που βρίσκεται τώρα στη φάση της εκτίναξης.

Όταν ο Τσάβεζ πρωτοέκανε λόγο για τον «σοσιαλισμό του 21ου» τον Ιανουάριο του 2005, άρθρωνε ένα μάλλον νεφελώδες όραμα παρά μία τάση με υλικά θεμέλια. Ο μπολιβαριανός σοσιαλισμός δεν θα ακολουθούσε το κρατικιστικό πρότυπο της ΕΣΣΔ. Θα ήταν ομοίως αντικαπιταλιστικός και θεμελιωμένος στη συλλογική ιδιοκτησία και το κοινωνικό συμφέρον, αλλά θα ήταν πιο πλουραλιστικός και επικεντρωμένος στη «πρωταγωνιστική συμμετοχή του λαού». Σήμερα πλέον, με την εκτύλιξη των δύο παραπάνω δυναμικών, ο όρος δεν παραπέμπει μόνο σε ωραία λόγια. Η διαδικασία της συνταγματικής μεταρρύθμισης, η οποία κινήθηκε με προεδρική πρωτοβουλία το καλοκαίρι του 2007, απέβλεπε εμφανώς στη θεσμική αποτύπωση και οχύρωση της νέας αυτής ρηξικέλευθης φάσης του κινήματος.

Τα μέσα μαζικής προπαγάνδας συγκάλυψαν αυτή την καθοριστική διάσταση υπερτονίζοντας μονότονα τον έναν από τους τρεις κομβικούς άξονες των προτεινόμενων αλλαγών: την ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας της προεδρίας και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Κύρια επιδίωξη των μεταρρυθμίσεων δεν ήταν η ισόβια ενθρόνιση του Τσάβεζ, όχι μόνο γιατί περιελάμβαναν πλήθος άλλων προτάσεων, αλλά και γιατί, αν υπερψηφίζονταν, η προεδρική θητεία θα παρατεινόταν κατά ένα έτος (από έξι θα γινόταν επτά), ενώ ο Τσάβεζ θα έπρεπε πάντα να διασφαλίζει την επανεκλογή του και να αποφεύγει πιθανή ανάκλησή του με δημοψήφισμα. Οι δύο άλλοι βασικοί άξονες ήταν: 1) η ενίσχυση της άμεσης λαϊκής εξουσίας με την ανάδειξη των κοινοτικών συμβουλίων σε «βασικό πυρήνα…του Σοσιαλιστικού Κράτους της Βενεζουέλας» (αρ. 16 του σχεδίου), 2) η ανάπτυξη μίας συνεργατικής οικονομίας που προτάσσει τον κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής και της διανομής και γενικά δημιουργεί «τις καλύτερες συνθήκες για τη συλλογική και συνεργατική οικοδόμηση μίας σοσιαλιστικής οικονομίας» (αρ.112).

Όσον αφορά τη λαϊκή δημοκρατία, οι προτάσεις εστίαζαν στο νέο φορέα, τα ποικίλα Συμβούλια της Λαϊκής Εξουσίας που θα δημιουργούνταν και που θα ήταν κοινοτικά και εργατικά συμβούλια, συμβούλια φοιτητών, νέων, αγροτών, συμβούλια συλλογικής διαχείρισης των επιχειρήσεων κοινωνικής ιδιοκτησίας κ.α. Η νέα διάρθρωση της πολιτείας θα προσέγγιζε την ιστορική πυραμίδα της δημοκρατίας των συμβουλίων. Θεμελιώδες κύτταρο θα ήταν η κοινότητα (comunidad). Ενώσεις κοινοτήτων θα απάρτιζαν μία μεγαλύτερη περιφερειακή ενότητα (comuna), και ομάδες κοινοτήτων θα συγκροτούσαν την πόλη, τον πυρήνα της πολιτειακής οργάνωσης. Η συνέλευση των πολιτών θα ήταν η ανώτατη αρχή των κοινοτήτων, και θα εξέλεγε ένα ανακλητό κοινοτικό συμβούλιο. Προβλεπόταν η μεταφορά στις κοινότητες της διαχείρισης των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση έργων με κρατική χρηματοδότηση, η ανάπτυξη νέων μονάδων παραγωγής και διανομής του πλούτου υπό κοινοτικό έλεγχο. Κατοχυρωνόταν συνταγματικά η διοχέτευση του 5 τοις εκατό τουλάχιστο του εθνικού προϋπολογισμού στα όργανα της λαϊκής εξουσίας.

Οι πόλεις θα ενοποιούνταν σε ομοσπονδιακές οντότητες ανώτερης βαθμίδας, που θα υπάγονταν άμεσα στην κρατική εξουσία. Ο πρόεδρος, με την έγκριση της πλειοψηφίας των βουλευτών, θα είχε το δικαίωμα να ιδρύει και να καταργεί αυτές τις οντότητες και να διορίζει τις αντίστοιχες αρχές, με την έγκριση πάλι της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (αυτές δε θα υποκαθιστούσαν τους αιρετούς άρχοντες των υπόλοιπων βαθμίδων). Τελικός στόχος, κατά τον Τσάβεζ, ήταν η εγκαθίδρυση 60000 κοινοτικών συμβουλίων σε όλη τη χώρα, οργανωμένων σε 10000 «κομμούνες», 3000 πόλεις και 200 ομοσπονδιακές περιφέρειες.

Οι προαναφερθείσες αρμοδιότητες θα αποτελούσαν τις κύριες νέες προεδρικές εξουσίες. Σε αυτές προστίθενται το δικαίωμα απεριόριστων επανεκλογών, η δυνατότητα θεσμοθέτησης ειδικών στρατιωτικών περιοχών, ο καθορισμός των αντιπροέδρων της προεδρίας, οι προαγωγές όλων των στρατιωτικών και η συνδιαχείριση των αποθεμάτων της κεντρικής τράπεζας. Ειδικά για τη χάραξη των ομοσπονδιακών δομών, η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι προσέβλεπε σε έναν ανασχεδιασμό που θα διασφαλίζει την ισομερή ανάπτυξη των περιφερειών. Η σημερινή μορφή του πολιτειακού χάρτη ανάγεται στην αποικιοκρατία. Επίσης, η άμεση σύνδεση των συμβουλίων με το κεντρικό κράτος ερμηνεύεται ως μία προσπάθεια υπέρβασης των φραγμών που θέτει στην πρόοδο του εγχειρήματος η σημερινή τοπική αυτοδιοίκηση, όπου ακόμη και οι κομματάρχες του ίδιου του Τσάβεζ κατηγορούνται για συστηματική διαφθορά και για πολύμορφη ναρκοθέτηση της μπολιβαριανής διαδικασίας.

Ο τρίτος άξονας, η ανάπτυξη μίας σοσιαλιστικής οικονομίας, εκφραζόταν με τη συνταγματική επιταγή της ίδρυσης μονάδων κοινωνικής παραγωγής και διανομής με συνιδιοκτήτες το κράτος, την κοινοτική εξουσία και προαιρετικά τον ιδιωτικό τομέα. Το κράτος θα στόχευε στη δίκαιη κατανομή του πλούτου μέσω του δημοκρατικού συμμετοχικού σχεδιασμού. Η κεντρική κυβέρνηση θα διηύθυνε τους τομείς της εθνικής οικονομίας, επιζητώντας την τελική τους μετάβαση σε κοινωνικές, συλλογικές ή μεικτές μορφές ιδιοκτησίας. Αναγνωρίζονταν και προστατεύονταν οι εξής μορφές ιδιοκτησίας: δημόσια (του κράτους), κοινωνική (έμμεση κρατική και άμεση κοινοτική), συλλογική (ομάδων για κοινή τους χρήση), μεικτή και ιδιωτική. Οι πρόνοιες αυτές και το πλαίσιο για την κοινοτική εξουσία διαμόρφωναν τους θεσμικούς όρους για την υλοποίηση ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου προγράμματος εκβιομηχάνισης που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Τσάβεζ. Ξεκινά από εργοστάσια επεξεργασίας πετρελαιοειδών και σιτηρών και φθάνει μέχρι αυτοκινητοβιομηχανίες και βιομηχανίες Η.Υ., με τη βοήθεια διακρατικών συνεργασιών με την Κίνα, το Ιράν, τη Λευκορωσία, τη Βραζιλία κ.α. και σκοπό την απεξάρτηση από την οικονομία του πετρελαίου. Τα επόμενα 2 χρόνια προγραμματίζονται 200 «σοσιαλιστικά» εργοστάσια, ενώ έχουν ήδη ιδρυθεί τα πρώτα και έχουν ανακοινωθεί άλλα 66 ως τα μέσα του 2008. Εκπεφρασμένος στόχος είναι η τελική ανάθεση των συγκεκριμένων εργοστασίων στην κοινοτική διαχείριση.

Θα επιτρεπόταν, ακόμη, η απαλλοτρίωση οποιασδήποτε κατηγορίας αγαθών για κοινωνικούς λόγους, σύμφωνα με το νόμο και με δίκαιη αποζημίωση των ιδιοκτητών. Το κράτος θα διατηρούσε την πλήρη εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και άλλων ζωτικών πόρων. Γινόταν αυστηρότερη η απαγόρευση των λατιφουντίων, τα οποία θα μεταβιβάζονταν δια νόμου σε κοινωνικές μορφές ιδιοκτησίας. Καταργούνταν, τέλος, η αυτονομία της (νεοφιλελεύθερης/ μονεταριστικής) Κεντρικής Τράπεζας, και η διαχείριση των (πολύ μεγάλων σήμερα) αποθεμάτων της θα γινόταν από κοινού με την προεδρία.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση εισηγούνταν, τέλος, μία σειρά ειδικότερων μέτρων, αρκετά από τα οποία είχαν έντονα προοδευτικό χαρακτήρα, ενώ άλλα ελέγχονται: μείωση της εβδομάδας εργασίας σε 36 ώρες· ταμείο κοινωνικής ασφάλισης για τους αυτοαπασχολούμενους (που περιλαμβάνουν μεγάλο όγκο φτωχών)· κατοχύρωση της ελεύθερης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (διαχρονικό αίτημα των νέων των λαϊκών στρωμάτων) και ίση συμμετοχή των φοιτητών στη δημοκρατική διοίκηση των πανεπιστημίων· δικαίωμα ψήφου από τα 16· κοινωνική ενσωμάτωση και αναγνώριση των Βενεζολάνων αφρικανικής καταγωγής, με περαιτέρω ενίσχυση των ιθαγενών· απαγόρευση των διακρίσεων για λόγους υγείας και σεξουαλικού προσανατολισμού· ισότητα των φύλων στα ποσοστά των υποψηφίων για δημόσια αξιώματα· προστασία της πρώτης κατοικίας από δήμευση για χρέη· απαγόρευση της χρηματοδότησης πολιτικών οργανώσεων ή οργανώσεων που συμμετέχουν σε εκλογές από ξένες πηγές· μετατροπή των έφεδρων ένοπλων δυνάμεων σε Εθνική Μπολιβαριανή Πολιτοφυλακή· αύξηση του ορίου των υπογραφών για την ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών από τους πολίτες και για τη διενέργεια δημοψηφισμάτων ανάκλησης των αιρετών· μη κατοχύρωση του δικαιώματος της ελεύθερης πληροφόρησης σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, οι οποίες θα μπορούσαν να παρατείνονται για όσο ισχύουν οι ειδικές συνθήκες, με την έγκριση της εθνοσυνέλευσης.

Η αναθεώρηση δε στόχευε στη θεσμοθέτηση του «ιδεώδους συντάγματος της χειραφετημένης κοινωνίας» αλλά στη θεσμική θωράκιση ενός επαναστατικού πειράματος εν τη γενέσει, ισχυροποιώντας σημαντικά όχι μόνο τη λαϊκή εξουσία από τα κάτω, αλλά και την κεντρική εκτελεστική εξουσία υπό τον Τσάβεζ. Η στρατηγική αυτή είναι εύλογη. Μέχρι σήμερα και για το άμεσο μέλλον, τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και η κυβέρνηση Τσάβεζ είναι οι στυλοβάτες της πολιτικής αλλαγής που εγκαινιάστηκε το 1998. Η προεδρία του Τσάβεζ ήταν εκείνη που άναψε το φιτίλι και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη σημερινή «έκρηξη της κοινοτικής εξουσίας» και τα δειλά βήματα προς μία δημοκρατική οικονομία. Για να εντείνει τις ανατροπές, το υπό διαμόρφωση μαζικό κίνημα θα ωφελούνταν από την αρωγή μίας δυνατής και αφοσιωμένης κυβέρνησης. Η σθεναρή συμμαχία των πάνω και των κάτω άκρων ενδείκνυται αν ληφθεί υπόψη ότι τα ενδιάμεσα επίπεδα καταλαμβάνονται από την αντιπολιτευόμενη μεσαία τάξη, τη γραφειοκρατία του κεντρικού κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και τον πελατειακό, κομματικό μηχανισμό του κυβερνητικού συνασπισμού, που έχουν αποτελέσει τροχοπέδη για τις μεταρρυθμίσεις. Και η στερεότερη εμπέδωση της μπολιβαριανής ηγεμονίας είναι απαραίτητη γιατί όσο θα βαθαίνει το αντικαπιταλιστικό και αντιολιγαρχικό ρήγμα τόσο θα οξύνεται και η κοινωνική σύγκρουση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο πρόεδρος της Fedecamaras (του συνδέσμου βιομηχάνων) ζήτησε ανοικτά τη χρήση «κάθε μέσου» για την παρεμπόδιση της συνταγματικής μεταρρύθμισης και μερίδες της αντιπολίτευσης είχαν προαναγγείλει μία «πορεία χωρίς επιστροφή» την επομένη του δημοψηφίσματος, ενώ η αμερικανική χρηματοδότηση του «όχι» έφθασε τα 8 εκ. δολάρια τον Οκτώβριο, και ήρθαν στο φως σχέδια πολιτικής αποσταθεροποίησης με την υπογραφή της CIA. Όλα αυτά φωτίζουν και την παγκόσμια εμβέλεια του αγώνα στη Βενεζουέλα. Διακυβεύεται η εξάπλωση ενός άκρως επικίνδυνου παραδείγματος αντίστασης και χειραφέτησης.

Τι σημαίνει, λοιπόν, για το επαναστατικό εγχείρημα η οριακή απόρριψη της αναθεώρησης στις 2 Δεκεμβρίου 2007, με 4,5 εκατομμύρια ψήφους κατά (50,7%) και 4,38 εκατομμύρια υπέρ (49, 3%); Η έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην κρίσιμη μάζα των 3 εκατομμυρίων πολιτών που υπερψήφισαν τον Τσάβεζ και το πρόγραμμά του ένα μόλις χρόνο πριν, αλλά επέλεξαν τώρα να απόσχουν. Το «όχι» δεν απηχεί μία ουσιαστική διεύρυνση της αντιπολίτευσης, η οποία αύξησε τις ψήφους της κατά 200 000 από πέρυσι. Πρόκειται κυρίως για μία αλλαγή στάσης μέσα στη λαϊκή βάση του τσαβισμού (η αποχή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στα barrios των φτωχών), ένα μεγάλο τμήμα του οποίου δεν ασπάστηκε το νέο σχέδιο χωρίς όμως να αλλάξει όχθη. Είναι νωρίς ακόμη για τη διατύπωση ασφαλών ερμηνειών και η όποια ανάλυση έχει να αναμετρηθεί με μία πλατιά πολυσημία. Οι απέχοντες/ουσες αντιτίθενται στη σοσιαλιστική οικοδόμηση γενικά ή στο συγκεκριμένο δρόμο; Ή εξέφρασαν κυρίως τη δυσαρέσκειά τους για τη σημερινή κατάσταση της μπολιβαριανής διακυβέρνησης, με τη σοβούσα διαφθορά, τη γραφειοκρατία, την τελμάτωση των missiones στην παιδεία, την υγεία και τη στέγαση, την άνοδο της εγκληματικότητας, και τέλος τις μεγάλες ελλείψεις σε βασικά είδη τους τελευταίους μήνες (λόγω της υπονόμευσης από τους καπιταλιστές, σε συνεργασία ίσως με ξένες κυβερνήσεις και σε συνδυασμό πιθανόν με την κυβερνητική διαφθορά και ανεπάρκεια); Ή μήπως διαπλέκονται ποικίλοι παράγοντες που επηρέασαν ανισοβαρώς διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων;

Ο Τσάβεζ απεφάνθη εκ των υστέρων ότι οι πολίτες της Βενεζουέλας δεν είναι ακόμη έτοιμοι για το σοσιαλισμό. Είναι λογικό να υπάρχει μία διάχυτη φοβία στο συλλογικό φαντασιακό. Ο «σοσιαλισμός» παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη Σοβιετική Ένωση και, πιο κοντά, στην Κούβα. Σε άδεια καταστήματα τροφίμων, σαν κι αυτά που αντικρίζουν το τελευταίο διάστημα τα λαϊκά στρώματα της Βενεζουέλας και που πρόβαλε έξυπνα η διαφημιστική εκστρατεία υπέρ του «όχι». Ο «σοσιαλισμός» έχει συνυφανθεί επίσης με την αντιδημοκρατική συγκέντρωση των εξουσιών, την οποία επεδίωκε εν μέρει η αναθεώρηση, και την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, την οποία περιχαράκωναν οι προτεινόμενες αλλαγές. Η αντιπολίτευση έπαιξε κι εδώ ένα γκαιμπελικό παιχνίδι τρομοκράτησης, διαδίδοντας συστηματικά και ασύστολα ψεύδη με καταχωρίσεις στις μεγαλύτερες εφημερίδες, στην τηλεόραση και άλλα μέσα: με τη μεταρρύθμιση οι μητέρες θα χάσουν τα παιδιά τους και τα σπίτια τους που θα ανήκουν πλέον στο κράτος, και άλλα παρόμοια. Αν σε αυτά προσθέσουμε τη μερική ασάφεια και την τεχνική πολυπλοκότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων, τη βραχύτητα της σχετικής συζήτησης, και μία καμπάνια της συμπολίτευσης που δεν αρκούσε για να αντιπαλέψει τους προϋπάρχοντες φόβους και το λυσσαλέο πόλεμο λάσπης, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί γιατί μεγάλο πλήθος των chavistas δίστασαν να πουν το ναι. Το γεγονός ότι οι 69 διατάξεις της αναθεώρησης δεν υποβλήθηκαν προς ψήφιση μία προς μία, αλλά σε δύο μεγάλες ομάδες, δε συνέβαλε κι αυτό στην έκφραση μίας πιο εκλεκτικής στάσης που θα παρήγαγε ένα διαφοροποιημένο αποτέλεσμα.

Θα πρέπει να συνυπολογιστεί ακόμη ο ρόλος της «εσωτερικής» αντιπολίτευσης. Σημαντική μερίδα της κρατικής γραφειοκρατίας, του πελατειακού συστήματος και των τοπικών κομματαρχών του τσαβισμού (δήμαρχοι, κυβερνήτες πολιτειών, μεγαλοπαράγοντες του κυβερνώντος συνασπισμού) αντιτάσσονταν στην αναθεώρηση, διαβλέποντας τους κινδύνους που ενείχε για τη δική τους θέση. Αν δεν υπέσκαψαν ενεργώς την εκστρατεία, δεν την οργάνωσαν αποτελεσματικά, ιδίως στις περιφέρειες. Μετριοπαθείς, κεντρώες πτέρυγες της συμπολίτευσης διαφωνούν με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στοιχεία αυτών προσχώρησαν στην αντιπολίτευση (το σοσιαλδημοκρατικό PODEMOS και ο πρώην υπουργός άμυνας του Τσάβες, Raul Baduel είναι απλώς οι πιο γνωστές περιπτώσεις). Από τα αριστερά, ριζοσπαστικότερα κομμάτια του τσαβισμού, κυρίως στο συνδικαλιστικό κίνημα, επέκριναν με δριμύτητα τόσο τη διαδικασία που επιλέχθηκε για την επιτάχυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού (τα περιεχόμενα του σοσιαλισμού θα έπρεπε να καθοριστούν από τη βάση) όσο και τις κρατιστικές και συγκεντρωτικές τάσεις της κυβέρνησης.

Η Βενεζουέλα δημιουργεί σήμερα μία επαναστατική παρακαταθήκη με την περιφερειακή δυναμική που έχει τροφοδοτήσει στη Λατινική Αμερική αλλά και με την ελπίδα που αναζωογονεί σε όλο τον πλανήτη: η γενική κοινωνική αλλαγή είναι εφικτή εδώ και τώρα. Και ο δρόμος δεν είναι μονόδρομος. Προσπερνά παλιούς και νέους δογματισμούς. Δεν προϋποθέτει κατ’ανάγκην τις κάθετες δομές της νεωτερικής κυριαρχίας, αλλά ούτε και οφείλει a priori να αυτοπεριορίζεται σε διάχυτες, καθημερινές αλλαγές από τα κάτω, αποκηρύσσοντας την κατάληψη του κράτους. Εκτός από τις κοινωνικές πολιτικές που έκανε πράξη, η ηγεσία του Τσάβεζ λειτούργησε ως καταλύτης για τη συγκρότηση ενός μαζικού πολιτικού κινήματος και πυροδότησε διεργασίες ανατροπής, προάγοντας την αμεσοδημοκρατική διαχείριση των κοινοτήτων και τον κοινωνικό-δημοκρατικό έλεγχο της οικονομίας. Οι προϋπάρχουσες αυτές εξελίξεις δεν ακυρώνονται από το δημοψήφισμα, κι έτσι η εξάπλωση τους με την ενεργοποίηση των ίδιων των πολιτών και την υποστήριξη της κυβέρνησης θα μπορούσε να επιφέρει τελικώς το επιδιωκόμενο «άλμα στο σοσιαλισμό». Οι συνταγματικές αλλαγές μπορούν και πρέπει πλέον να διαμορφωθούν με πρωτοβουλία των πολιτών, που έχουν δικαίωμα να ανακινήσουν τη διαδικασία της αναθεώρησης. Αυτή την πορεία υπέδειξε και ο ίδιος ο Τσάβεζ μετά το δημοψήφισμα, αναγνωρίζοντας ότι έχουν κλονιστεί τα νομιμοποιητικά ερείσματα της άνωθεν καθοδήγησης.

Αν το «όχι» αξιοποιηθεί για μία αναστοχαστική στροφή του τσαβισμού προς τα μέσα, ώστε να ελεγχθούν εσωτερικές αδυναμίες (διαφθορά, γραφειοκρατία, ενδογενής δεξιά, αρχηγισμός), και για μία εντατικότερη πολιτική στροφή προς τα κάτω, με στόχο τη δραστηριοποίηση και τον αυτοκαθορισμό των πολιτών, η πρώτη μάχη που χάθηκε θα μεταφραστεί ίσως σε μακροπρόθεσμη νίκη. Η «επανάσταση μέσα στην επανάσταση», την οποία απαιτούν τώρα οι αγωνιστικές δυνάμεις του μπολιβαριανού κινήματος, μπορεί έτσι να εμβαθύνει το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου, με τον Τσάβεζ να παίζει συνειδητότερα το ρόλο του φορέα που διευκολύνει μία ιστορική μετάβαση αλλά καθιστά σταδιακά μη αναγκαία την παρουσία του. Το υπό ίδρυση μαζικό κόμμα της αριστεράς θα ήταν δυνατό να συμβάλει καίρια σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά ο θεμελιώδης πυλώνας είναι τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία επιτάσσεται άμεσα πλέον να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους αν θέλουν να δώσουν συνέχεια στην κοινωνική αλλαγή.

Πηγές: www.venezuelanalysis.com

www.zmag.org

www.aporrea.org

«Reforma de la constituciόn de la Republica Bolivariana de Venezuela», Eθνοσυνέλευση της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, 2/11/2007

Gregory Wilpert (2007) Changing Venezuela by taking power, Λονδίνο, Νέα Υόρκη: Verso

Αλέξανδρος Κιουπκιολής

Οι νέες εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική

Του Κλαούντιο Κατς (*)

Η Λατινική Αμερική έχει μετατραπεί σε σημαντικό πεδίο αντίστασης στον ιμπεριαλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Ποιο είναι όμως το εύρος αυτού του αγωνιστικού κύματος; Ποια προγράμματα, υποκείμενα και σχέδια εμφανίζονται στην περιοχή;

Από την αρχή της δεκαετίας ξεσπούν οι αναταραχές στη Βολιβία, Εκουαδόρ, Βενεζουέλα και Αργεντινή. Στις τέσσερεις αυτές χώρες η κοινωνική διαμαρτυρία εξελίσσεται σε μαζικές και γενικευμένες εξεγέρσεις. Η ίδια τάση δυναμικής εισβολής στο προσκήνιο παρατηρείται στους κατοίκους της Οαχάκα (Μεξικό), στους φοιτητές στη Χιλή, στους εργαζόμενους στην Κολομβία και στους αγρότες στο Περού. Η ένταση των διαμαρτυριών στην περιοχή είναι αρκετά άνιση και συνυπάρχει με καταστάσεις υποχώρησης σε χώρες κλειδιά όπως η Βραζιλία. Ωστόσο, η λαϊκή αγωνιστική ανάκαμψη οδηγεί στο να ξεπεραστούν, το ένα μετά το άλλο, τα διάφορα μοντέλα νεοφιλελεύθερης σταθεροποίησης. Η Χιλή αποτελεί το πιο πρόσφατο και εμβληματικό παράδειγμα αυτής της στροφής.

Η πιο βαθιά εξέγερση έγινε στη Βολιβία. Με τον «πόλεμο του νερού» (2000) οι πολίτες έβαλαν φρένο στην ιδιωτικοποίησή του, με τον «πόλεμο του γκαζιού» (2003) υπερασπίστηκαν το φυσικό αέριο ενάντια στα σχέδια λεηλασίας και εξαγωγής του και με μια τελική κλιμάκωση (2005) σε μια εξέγερση που έδιωξε δύο κατά σειρά προέδρους, έσπασαν τον κύκλο της δεξιάς διακυβέρνησης και εγκαινίασαν την τρέχουσα προεδρική περίοδο του Έβο Μοράλες.
Στο Εκουαδόρ τα νεοφιλελεύθερα προγράμματα βρήκαν, επίσης, ισχυρή αντίσταση. Αρχικά το ιθαγενικό κίνημα προκάλεσε την πτώση δύο προέδρων (1997, 2000). Στη συνέχεια οι ελίτ πέτυχαν μια προσωρινή σταθεροποίηση με έναν πρόεδρο (Γκουτιέρες, 2003) που κάλυπτε με πατριωτική ρητορική τη συνέχιση της εργοδοτικής επίθεσης. Μια νέα εξέγερση (2005), με μεγάλη παρουσία της μεσαίας τάξης, οδήγησε στην ανατροπή του και σε διαδοχικές εκλογικές ήττες της δεξιάς (2006, 2007) που έφεραν τη σημερινή κυβέρνηση του Ραφαέλ Κορρέα.
Στη Βενεζουέλα η πρώτη λαϊκή εξέγερση, γνωστή ως Καρακάσο (1989), ήρθε ως απάντηση στην αύξηση της τιμής της βενζίνης. Εν μέσω βαθιών οικονομικών κρίσεων και λαϊκών διαμαρτυριών που είχαν εκατοντάδες νεκρούς, το στρατιωτικό κίνημα του 1992 εγκαινιάζει τη διαδικασία που θα οδηγήσει στην εκλογική νίκη τουΤσάβες και τη μπολιβαριανή επανάσταση.
Στην Αργεντινή η εξέγερση του 2001 ανέτρεψε τον νεοφιλελεύθερο πρόεδρο που προσπάθησε να συνεχίσει την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και απορρυθμίσεων που εγκαινίασε ο Μένεμ τη δεκαετία του ΄90. Ήταν η κορύφωση της πολύχρονης αντίστασης των ανέργων που επηρέασαν με τον τρόπο δράσης τους (piquete, κόψιμο των δρόμων) τα άλλα κοινωνικά κινήματα και συνέκλιναν σε μια μεγάλη εξέγερση με τη μεσαία τάξη, η οποία είδε τα χρήματά της να απολλοτριώνονται από τις τράπεζες . Οι διαμαρτυρίες γνώρισαν μια νέα κλιμάκωση μπροστά σε νέες κατασταλτικές προκλήσεις (2002), που τροφοδότησαν εκ νέου τους λαϊκούς αγώνες. Στη συνέχεια η αντίσταση αποκλιμακώθηκε, ωστόσο έχει επιβάλει ένα σοβαρό όριο στην καπιταλιστική επιθετικότητα. Οι κυρίαρχες τάξεις κατάφεραν να αποκαταστήσουν το κύρος και τις εξουσίες του κράτους και να συγκρατήσουν την οργή των καταπιεσμένων μέσω της κυβέρνησης Κίρχνερ. Όμως σε ένα πλαίσιο οικονομικής ανάκαμψης υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν σε σημαντικές κοινωνικές και δημοκρατικές παραχωρήσεις

Τρεις κοινοί άξονες

Όλες οι εξεγέρσεις ανέδειξαν αιτήματα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον αυταρχισμό και απαίτησαν ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων, εθνικοποίηση των φυσικών πόρων και εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής.

Η αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού υιοθέτησε ένα αντιιμπεριαλιστικό προφίλ, καθώς οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιριών και τα εμπορικά ανοίγματα ευνόησαν πολλές βορειοαμερικάνικες και ευρωπαϊκές πολυεθνικές. Η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας μέσω της επανακρατικοποίησης των εθνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών αποτέλεσε αίτημα όλων των εξεγέρσεων. Σε ολόκληρη την περιοχή εξακολουθούν να πληθαίνουν τα αιτήματα για κρατικοποιήσεις. Είτε αφορούν την καταλήστευση των μεταλλευτικών εταιρειών (Περού, Χιλή) ή την καταστροφή του περιβάλλοντος (Βραζιλία) συνδέονται με την απόρριψη των βορειοαμερικάνικων στρατιωτικών βάσεων (Εκουαδόρ, Πουέρτο Ρίκο) και των επεμβατικών σχεδίων των ΗΠΑ (Κεντρική Αμερική, Κολομβία). Οι αντιιμπεριαλιστικές σημαίες, μπροστά στη δραματική διαδικασία πολιτικής επανααποικιοποίησης που υπέφερε η περιοχή τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν ανακτήσει κεντρική θέση.

Σε όλες τις εξεγέρσεις αναδείχθηκε η απαίτηση για μια πραγματική δημοκρατία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της περιοχής, ένα κύμα εξεγέρσεων αντιπαρατέθηκε όχι σε δικτάτορες αλλά σε συνταγματικούς προέδρους. Υπάρχει μια γενικευμένη αντίληψη ότι η ύπαρξη συνταγματικών συστημάτων δεν αρκεί για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, ενώ γίνεται φανερό ότι αυτές οι πολιτικές δομές χρησιμοποιούνται από τις κυρίαρχες τάξεις για να εφαρμόσουν επιθέσεις ενάντια στους εργαζόμενους.

Μεταμορφώσεις στην ύπαιθρο

Ο νεοφιλελευθερισμός επιδείνωσε σημαντικά τη ζωή των φτωχών της υπαίθρου. Η επέλαση των μεγάλων αγροτικών εταιριών, που παράγουν για την παγκόσμια αγορά εις βάρος της μικρομεσαίας παραγωγής που προορίζεται για την επιβίωση, πολλαπλασίασε τις βίαιες συγκρούσεις για τη γη, όξυνε την κοινωνική πόλωση και τη μιζέρια, οδήγησε σε μεγάλη ανεργία και μετανάστευση στα αστικά κέντρα.

Η συνεχής και έντονη επίθεση οδήγησε σε νέες αντιστάσεις γύρω από το ζήτημα της γης, που εκφράστηκαν μέσα από κινήματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους (CONAIE στο Εκουαδόρ, ζαπατίστας στο Μεξικό, κοκαλέρος στη Βολιβία, MST στη Βραζιλία), των οποίων τα προγράμματα υπερβαίνουν κατά πολύ τα παραδοσιακά αγροτικά αιτήματα. Δεν περιορίζονται πια, όπως συνέβη στο παρελθόν, στο αίτημα για αγροτική μεταρρύθμιση, καθώς έχουν διδαχτεί από τις εμπειρίες του παρελθόντος που απλώς οδήγησαν σε επιφανειακές αλλαγές. Τα νέα κοινωνικά κινήματα προτείνουν λύσεις πιο συνολικές, ενώ αρκετές προτάσεις συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος και απαιτούν την αντικατάσταση του εξαγωγικού μοντέλου των μεγάλων αγροτικών βιομηχανιών, για να δοθεί προτεραιότητα στην παραγωγή τροφίμων για την εσωτερική αγορά.

Στις σύγχρονες συνθήκες, ωστόσο, το αγροτικό κίνημα έχει χάσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε στις επαναστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα. Η προλεταριοποίηση μετατόπισε προς τα αστικά κέντρα τον άξονα του κοινωνικού ανταγωνισμού.

Τα ιθαγενικά αιτήματα

Η βαρύτητα του ιθαγενικού ζητήματος αποτελεί μια σημαντική καινοτομία. Οι εξεγέρσεις έφεραν στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που αφορά 50 εκατομμύρια καταπιεσμένους. Τα δικαιώματά τους επανειλημμένα αγνοήθηκαν από ένα δόγμα που περιόριζε τα εθνικά δικαιώματα μόνο στις μετα αποικιακές δημοκρατίες-κράτη, που δημιουργήθηκαν υπό τον έλεγχο νέων ελίτ κρεολών, οι οποίοι μοίρασαν τη γη αγνοώντας τους αυτόχθονους λαούς . Εξ αιτίας αυτού του κατακερματισμού της γης, πολλοί ιθαγενείς λαοί (και το σύνολο του μαύρου πληθυσμού που είχαν μεταφερθεί στην ήπειρο ως σκλάβοι) έχασαν τη γλώσσα, τη γη και τον πολιτισμό τους. Ωστόσο, αρκετοί ήταν οι λαοί που κατόρθωσαν να διατήρησουν μια ταυτότητα, την αναγνώριση της οποίας απαιτούν σήμερα.

Τα ιθαγενικά αιτήματα, σε κάθε μια από τις πέντε χώρες που συγκεντρώνουν το 90% του ιθαγενούς πληθυσμού (Περού, Μεξικό, Γουατεμάλα, Βολιβία, Εκουαδόρ), παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, στο Εκουαδόρ όλες οι κοινότητες έχουν συγκλίνει στη δημιουργία μιας κοινής οργάνωσης και διεκδικούν τη δημιουργία ενός πολυεθνικού και πολυπολιτισμικού κράτους. Στη Βολιβία, τα αιτήματα των ιθαγενών καναλιζάρονται μέσα από συνδικαλιστικές και πολιτικές ομαδοποιήσεις (Μοράλες), ενώ μια διαφορετική οπτική του ιθαγενικού ζητήματος προωθεί την επανίδρυση πολιτικών θεσμών που ανάγονται στο ινκαϊκό κράτος (Κίσπε).

Τα ιθαγενικά αιτήματα συνυπάρχουν με τους αντιιμπεριαλιστικούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες, καθώς οι καταπιεσμένοι συχνά διατηρούν διαφορετικές ταυτότητες (ιθαγενής-επισφαλής εργαζόμενος στη Βολιβία, ιθαγενής-αγρότης στο Εκουαδόρ).

Πολλαπλότητα των υποκειμένων

Οι πρόσφατες εξεγέρσεις επιβεβαίωσαν την ύπαρξη μιας μεγάλης ποικιλίας λαϊκών πρωταγωνιστών.
Στις εξεγέρσεις της Βολιβίας μπήκαν επικεφαλής επισφαλείς εργαζόμενοι, αγρότες και ιθαγενείς οι οποίοι πήραν τη σκυτάλη του συνδικαλιστικού αγώνα των ανθρακωρύχων. Οι τελευταίοι, καθώς επίσης και η COB (Kεντρική Eργατική Συνομοσπονδία), δεν παίζουν πια πρωταγωνιστικό ρόλο, ωστόσο οι αγωνιστικές τους παραδόσεις ήταν έντονα διακριτές στους νέους αγώνες.
Στο Εκουαδόρ, στις δύο πρώτες εξεγέρσεις, πρωταγωνίστησαν οι ιθαγενείς, ενώ στην τρίτη κυρίως κοινωνικά στρώματα των πόλεων. Στη Βενεζουέλα, οι εργαζόμενοι στην ανεπίσημη αγορά εργασίας και οι άνθρωποι των λαϊκών συνοικιών ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στις επιθέσεις της δεξιάς. Ωστόσο, την κρίσιμη στιγμή, υπήρξε αποφασιστική η στάση των εργαζομένων στα πετρέλαια που, μαζί με σημαντικά τμήματα του στρατού, ανέτρεψαν την πορεία του πραξικοπήματος (2002) κατά του προέδρου Τσάβες.
Στο «αργεντινάσο» του 2001, συνυπήρχαν οι άνεργοι που έκοβαν τους δρόμους με τη μεσαία τάξη της οποίας τα χρήματα είχαν κατακρατήσει οι τράπεζες. Αργότερα ενισχύθηκε ο ρόλος των εργαζομένων, όμως, όχι κάτω από την παραδοσιακή ηγεμονία των βιομηχανικών εργατών. Ωστόσο η ισχυρή παράδοση συνδικαλιστικής οργάνωσης εκφράστηκε σε μαζικές απεργίες διάφορων αγωνιστικών κομματιών.

Οι συνέπειες των νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών που έχουν αναδιαρθρώσει την αγορά εργασίας εκδηλώνονται σε ολόκληρη την περιοχή. Σήμερα η εργατική δύναμη είναι πιο ετερογενής και κινείται ανάμεσα στην εξειδικευμένη εργασία και στην επισφάλεια. Αυτή η καπιταλιστική αναδιοργάνωση έχει διαφοροποιήσει και τα υποκείμενα των λαϊκών αγώνων.
Οι εξεγέρσεις έδειξαν ότι οι εργαζόμενοι δεν παραιτούνται, ούτε έχουν μετατραπεί σε μια ανυπεράσπιστη μάζα αποκλεισμένων. Σε όλες τις εξεγέρσεις έδρασαν όχι μόνο εκείνοι που εκδιώχθηκαν από την αγορά εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι σε νευραλγικούς τομείς της οικονομίας. Αυτή η συνεργασία επέτρεψε την επιτυχία των εξεγέρσεων εκεί όπου η οικονομία παρέλυσε από τις μαζικές διαμαρτυρίες. Καθώς η καταστροφή θέσεων εργασίας συνοδεύτηκε από τη δημιουργία νέων μορφών απασχόλησης, το πολιτικό βάρος των εργαζομένων στη Λατινική Αμερική δεν μειώθηκε. Δεν εξαφανίστηκε η εργασία, ούτε η εργατική τάξη. Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική για να σημειώσουμε την ταξική βάση που ενυπάρχει στο κύμα των πρόσφατων εξεγέρσεων. Όταν παραλείπεται αυτή η κοινωνική παράμετρος, οι εξεγέρσεις τείνουν να θεωρούνται ως τυχαίες διαρθρώσεις επιμέρους κινημάτων, που είναι πιθανόν να υιοθετήσουν την οποιαδήποτε κατεύθυνση και να προσεγγίζουν (ή να απομακρύνονται) κατά τύχη. Παραγνωρίζοντας αυτήν την αντικειμενική δυναμική που προωθεί την κοινωνική πάλη, γίνονται δυσδιάκριτες οι αιτίες που ωθούν τους καταπιεσμένους να συγκλίνουν σε κινηματικές διαδικασίες.
Αναγνωρίζοντας το ταξικό στοιχείο των εξεγέρσεων, δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε τους μετασχηματισμούς που επηρρεάζουν τους εργαζόμενους και οι οποίοι είναι εξαιρετικά σημαντικοί τόσο σε αντικειμενικό επίπεδο (διεύρυνση του γενικού βάρους των εργαζομένων και μικρότερη βαρύτητα του βιομηχανικού τομέα), όσο και σε υποκειμενικό (παρακμή των παλιών συνδικάτων και μερική υποκατάσταση τους από νέες οργανώσεις). Αυτές οι αλλαγές περιέχουν επίσης μια συμβολική απώλεια της ορατότητας, της ταυτότητας και της αυτοπεποίθησης των εργατών στους παραδοσιακούς εργοστασιακούς τομείς. Ωστόσο, οι εξεγέρσεις έχουν δείξει πως η παθητικότητα και η απογοήτευση που, κυρίως ο νεοφιλελευθερισμός γέννησε, μπορούν να ανατραπούν εάν οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι βρουν τρόπους για να δράσουν από κοινού.
Οι αποκλεισμένοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο χωρίς τη βοήθεια των ενταγμένων και με τη σειρά τους, οι εργαζόμενοι με σταθερή εργασία μπορούν να επιβάλλουν τις διεκδικήσεις τους μόνο εαν έχουν μια πλατιά λαϊκή στήριξη.
Τα διαφορετικά καταπιεσμένα υποκείμενα που πρωταγωνίστησαν στις πρόσφατες εξεγέρσεις, διαφέρουν από την εργατική πρωτοπορία που χαρακτήρισε τη βολιβιανή επανάσταση (1952), ή τους εργατικούς αγώνες στην Αργεντινή (1960-70) και τη Βραζιλία (δεκαετία ΄80). Αυτή ή αλλαγή δεν αποτελεί συνέπεια μόνο της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης της εργασίας. Ωφείλεται επίσης και στο σημαντικό βαθμό ενσωμάτωσης στο σύστημα της εργατικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, γεγονός που φρενάρει την αντίσταση, αποδιοργανώνει την αγωνιστική διάθεση και απομονώνει στους συνδικαλισμένους εργαζόμενους. Τα εναλλακτικά εργατικά σχήματα, ωστόσο, δεν έχουν ακόμα ωριμάσει αρκετά ώστε να είναι ορατή η προοπτική να ηγηθούν των νέων λαϊκών αγώνων, γεγονός το οποίο εξηγεί και την πολλαπλότητα των καταπιεσμένων υποκειμένων που κυριάρχησαν στις πρόσφατες εξεγέρσεις.


Επιτυχίες και ιδιαιτερότητες

Οι εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική ξέσπασαν ταυτόχρονα με τις μεγάλες αντιιμπεριαλιστικές αντιστάσεις στον αραβικό κόσμο και διαδέχτηκαν το κύμα των εξεγέρσεων που ταρακούνησαν την Ανατολική Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Η επιθυμία για πολιτική δημοκρατία απέναντι στις γραφειοκρατικές δικτατορίες, αποτέλεσε το ενοποιητικό στοιχείο των κινητοποιήσεων στην Ανατολική Ευρώπη, η αντίδραση στην επιθετικότητα των ΗΠΑ αποτέλεσε προωθητική δύναμη του αγώνα στη Μέση Ανατολή και οι κοινωνικές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού καθόρισαν τη λαϊκή αντίδραση στη Λατινική Αμερική.
Την τελευταία δεκαετία η δράση των καταπιεσμένων στη Λατινική Αμερική έχασε τον συγχρονισμό της με τη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Οι κυρίαρχες τάξεις των χωρών του Κέντρου, κατάφεραν να προσφύγουν σε μηχανισμούς ελέγχου και εκτόνωσης των κοινωνικών εντάσεων που δεν είναι διαθέσιμοι στον Τρίτο Κόσμο. Στη φάση αυτή, αναδύεται εκ νέου ο περιφερειακός εντοπισμός των πιο εκρηκτικών αντιθέσεων του καπιταλισμού.

Το σημαντικότερο στοιχείο των εξεγέρσεων στη Λατινική Αμερική είναι τα αποτελέσματά τους. Κατόρθωσαν να σπάσουν τη σωρευτική αλληλουχία από λαϊκές ήττες, στην οποία στηρίζεται ο νεοφιλελευθερισμός. Είναι σίγουρο ότι καμία εξέγερση δεν πέτυχε το σύνολο των στόχων της αλλά το κατεστημένο, στην πλειοψηφία του, έχασε το παιχνίδι και εγκαινιάστηκε ένα πολιτικό σκηνικό που φάνταζε απίστευτο σε ένα πλαίσιο όπου δεξιά βρίσκονταν στο απόγειό της.
Αυτή η επιτυχία είναι εξαιρετικά σημαντική, σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από εργοδοτικές επιθέσεις και λαϊκές απογοητεύσεις. Το κύμα των εξεγέρσεων στην Ανατολική Ευρώπη, κατέληξε σε καπιταλιστικές παλινορθώσεις που συνέτριψαν τις εργατικές κατακτήσεις και όξυναν την κοινωνική πόλωση. Και παρόλο που ο ιμπεριαλισμός έχει υποστεί σοβαρές ήττες στην Παλαιστίνη και στο Ιράκ, οι αιματηρές εθνοτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή έχουν μπλοκάρει, μέχρι στιγμής, την κυοφορία μιας απελευθερωτικής εναλλακτικής στην περιοχή. Αντιθέτως, στη Λατινική Αμερική οι αντινεοφιλελεύθερες διαμαρτυρίες υιοθέτησαν μια αντιιμπεριαλιστική αντίληψη, εντελώς δημοκρατική και χωρίς τη θρησκευτική διάσταση που παρακωλύει την ανάπτυξη ενός λαϊκού σχεδίου στον αραβικό κόσμο.
Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε το πως θα επηρρεάσουν οι εξελίξεις στη Λατινική Αμερική τον διεθνή ισολογισμό των δυνάμεων που επέβαλαν τον νεοφιλελευθερισμό. Χωρίς αμφιβολία, συνέβαλαν στην ανατροπή του σπιράλ απο λαϊκές ήττες που εγκαινίασε ο Θατσερισμός στις αρχές του ΄80. Καθώς τα κοινωνικά κινήματα της περιοχής διατηρούν στενούς δεσμούς με τα διάφορα φόρουμ ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, υπάρχει μια συνεχής παρακολούθηση και μετάδοση των τοπικών εμπειριών σε παγκόσμια κλίμακα.
Στη Λατινική Αμερική στάθηκε εφικτή η ανασύνθεση, με σχετική ταχύτητα, ενός κοινωνικού ιστού αλληλεγγύης, απαραίτητου για να μπει φρένο στην επίθεση του κεφαλαίου και αυτή η ανασύνθεση εξηγεί την προνομιακή θέση που κατέχει η περιοχή στο παγκόσμιο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν κατόρθωσε να θάψει τις πολιτικές και τις αγωνιστικές συνδικαλιστικές παραδόσεις της περιοχής, ούτε καν στο ζενίθ της επιθετικότητας του. Αντιπαρατέθηκε με τρεις τοπικές ιδιαιτερότητες: με μια ζωντανή κληρονομιά του εθνικού αντιιμπεριαλισμού, με σημαντικές κατακτήσεις στο επίπεδο των δημοκρατικών ελευθεριών και με την επιβίωση της σοσιαλιστικής εμπειρίας στην Κούβας. Κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν υπάρχει σε άλλες περιφερικές ζώνες.
Σημαντικό παράγοντα, επίσης, αποτελούν συγκεκριμένα ιστορικά πλεονεκτήματα που διαφοροποιούν την περιοχή από τον υπόλοιπο Τρίτο Κόσμο. Η Λατινική Αμερική έχει μεγαλύτερη παράδοση μετα-αποκιακής πολιτικής αυτονομίας από ότι η Αφρική ή η Ασία. Συγκεντρώνει μια πολύ βαθιά κληρονομιά αγώνων για την ανεξαρτησία, που της επέτρεψε να οικοδομήσει δημοκρατίες στη χαραυγή της αστικής επανάστασης και ως εκ τούτου να κατακτήσει την πρώτη θέση στην περιφέρεια, όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα, την εθνική ολοκλήρωση και την εθνοτική συμβίωση. Τα παραπάνω γνωρίσματα τοποθετούν την περιοχή σε μια ιδιαίτερη θέση σε σύγκριση με τις άλλες περιφερειακές ζώνες που άρχιζαν να υφίστανται την αποικιακή καταπίεση, όταν η Λατινική Αμερική απελευθερωνόταν από τον ζυγό της.
Είναι σαφές ωστόσο, πως οι πύλες που άνοιξε η ανεξαρτησία δημιούργησαν κατά τον 19ο αιώνα προοπτικές ανάπτυξης που δεν κατόρθωσαν να ολοκληρωθούν. Ως εκ τούτου, στη Λατινική Αμερική η αστική επανάσταση είχε ένα χαρακτήρα ανολοκλήρωτο σε σύγκριση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αλλά αυτή η άκαπρη εξέλιξη επέτρεψε την κυοφορία μιας κοινωνίας με πιο προωθημένες πολιτικές παραδόσεις από οποιαδήποτε άλλη γωνιά του Τρίτου Κόσμου. Αυτά τα ιστορικά πλεονεκτήματα διαμορφώνουν το σύγχρονο προφίλ των κοινωνικών αγώνων σε ολόκληρη την περιοχή.

Εξεγέρσεις της βάσης και ριζοσπαστικές εξεγέρσεις

Το κύμα των πρόσφατων κοινωνικών διεργασιών στη Λατινική Αμερική έχει χαρακτηριστεί με διάφορες ονομασίες (αναταραχές, ξεσηκωμοί, εξεγέρσεις, κ.α.) που καταδεικνύουν τόσο το μαζικό και επιθετικό χαρακτήρα της λαϊκής αποδοκιμασίας απέναντι στην καθεστηκυία τάξη, όσο και τα όρια των εναλλακτικών προτάσεων.

Οι λατινοαμερικάνικες εξεγέρσεις των τελευταίων χρόνων, τοποθετούνται σε μια κλίμακα ανώτερη από μια κοινωνική εξέγερση της βάσης. Στη Βενεζουέλα, Βολιβία, Εκουαδόρ και Αργεντινή όχι μόνο εκδηλώθηκαν ως αντίδραση σε δεξιές κυβερνήσεις, αλλά πρόβαλαν και θετικά αιτήματα αντιφιλελεύθερου, δημοκρατικού και αντιιμπεριλιστικού χαρακτήρα. Αυτά τα αιτήματα όμως δεν συνοδεύτηκαν από τη δημιουργία οργανισμών λαϊκής εξουσίας. Εδώ εδράζεται η διαφορά με τις επαναστάσεις που εμπεριέχουν παρόμοιους θεσμούς. Στις κοινωνικές επαναστάσεις, η τάση είναι να αναδύονται μορφές εξουσίας των καταπιεσμένων σε αντιπαράθεση με το ισχύον κυρίαρχο σύστημα. Αψηφούν τις δομές του, μέσα από κάποια μορφή εναλλακτικής κυριαρχίας. Η δυαδική εξουσία των σοβιέτ στη ρωσική επανάσταση αποτελεί το κλασικό μοντέλο αυτής της διαμάχης, το οποίο κάποιοι σύγχρονοι θεωρητικοί ταυτίζουν με την παρουσία πολλαπλών πυρήνων κυριαρχίας.
Οι εξεγέρσεις διαφοροποιούνται από τις επαναστάσεις από το ειδικό βάρος αυτών των δομών και το μέγεθος της συγκρουσιακής δυναμικής τους με το κράτος. Δεν είναι οι μορφές πάλης, το επίπεδο της βίας ή το ξέσπασμα αναταραχών το διαφοροποιητικό στοιχείο. Είναι η ύπαρξη οργανωμένων δομών – σε συνελεύσεις, συμβούλια, κινήματα ή στρατούς – αυτής της νέας εξουσίας που αμφισβητεί την εξουσία του κράτους. Γι΄αυτόν το λόγο οι επαναστάσεις εμπεριέχουν σημεία ιστορικής ρήξης πιο σημαντικά από τις άλλες εξεγέρσεις.

Λαμβάνοντας υπ΄όψιν τα παραπάνω κριτήρια μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις πρόσφατες αναταραχές στη Λατινική Αμερική ως ριζοσπαστικές εξεγέρσεις. Ξεπέρασαν τα παραδοσιακά όρια των εξεγέρσεων χωρίς ωστόσο να εισέλθουν στο πεδίο των επαναστάσεων.

Μια σύγκριση με μεγάλες επαναστάσεις.

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα καταγράφηκαν τέσσερις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις στη Λατινική Αμερική: Μεξικό (1910), Βολιβία (1952), Κούβα (1959) και Νικαράγουα (1979). Σε αυτές τις περιπτώσεις ολοκληρώθηκε η κατάρρευση των παλιών πολιτικών συστημάτων και εφαρμόστηκαν οικονομικό-κοινωνικές αλλαγές που στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, ανατράπηκαν, ισχυροποιήθηκαν η ακυρώθηκαν.
Άλλες εξεγέρσεις εμφάνισαν παρόμοια στοιχεία μόνο με σποραδικό τρόπο ή σχημάτισαν ανώριμα επαναστατικά έμβρυα. Μερικές επαναστάσεις δεν νίκησαν (Ελ Σαλβαδόρ τη δεκαετία του ΄80) ή κατεστάλησαν από τη στιγμή της γέννησής τους (Γουατεμάλα 1954, Χιλή 1970). Ωστόσο, από όλες αυτές τις εμπειρίες αναδύθηκαν οι παραδόσεις που τρέφουν τους λαϊκούς αγώνες.

Πολλαπλές χρήσεις

Στη Βενεζουέλα, η λέξη «επανάσταση» χρησιμοποιείται καθημερινά με υπερηφάνεια από τους συμμετέχοντες στο εθνικό σχέδιο. Καταφεύγουν σε αυτόν τον όρο για να χαρακτηρίσουν μια ιστορικής σημασίας στροφή στην πολιτική ζωή. Η «μπολιβαριανή επανάσταση» ταυτίζεται με τους αγώνες ενάντια στη δεξιά, την κατάρρευση του προηγούμενου δικομματικού συστήματος και τις σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις. Σε αυτήν την περίπτωση η αναφορά στην επανάσταση έχει μια συμβολική σημασία που εκφράζει την αίσθηση μια μεγάλης αλλαγής σε εξέλιξη.
Η Βενεζουέλα έχει απομακρυνθεί σημαντικά από το αρχικό στάδιο της εξέγερσης και είναι δόκιμο να αναγνωρίσουμε την παρουσία μιας επαναστατικής διαδικασίας. Όμως τα όρια που διάβηκαν οι τέσσερεις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις δεν έχουν ακόμα ξεπεραστεί. Η ίδια διάγνωση μπορεί να γίνει και για τις εξελίξεις στην Βολιβία.

Η επικαιρότητα παλιών αιτημάτων

Το πρόσφατο κύμα αγώνων στη Λατινική Αμερική διεξάγεται σε μια διεθνή κατάσταση που διαφέρει σημαντικά από εκείνη των τεσσάρων μεγάλων επαναστάσεων του 20ου αιώνα.
Οι εξεγέρσεις ξεσπούν σε μια περίοδο επίθεσης του κεφαλαίου, που τείνει να εξαφανίσει τις μετα-πολεμικές κοινωνικές κατακτήσεις. Αποτελούν την πρώτη λαϊκή απάντηση με περιφερειακό χαρακτήρα και εναλλακτικές προτάσεις απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επίθεση.
Οι διαφορές με το παρελθόν, ωστόσο, δεν ακυρώνουν τους σημαντικούς παράγοντες επαφής που συνδέουν τις νέες με τις παλιές εξεγέρσεις. Οι νέες έφεραν στην επιφάνεια παλιά προβλήματα, που οι ανολοκλήρωτες ή αποτυχημένες επαναστάσεις του παρελθόντος δεν κατάφεραν να επιλύσουν. Για αυτό η μιζέρια των ανθρώπων, η αποεθνικοποίηση των στρατηγικών πόρων και η απουσία πραγματικής δημοκρατίας επιστρέφουν στο προσκήνιο ως τα μεγάλα ζητήματα για τη Λατινική Αμερική.
Σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη συνείδηση από ότι στο παρελθόν για το ότι δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν τα εκκρεμή κοινωνικά, δημοκρατικά και εθνικά ζητήματα στα στενά όρια της κάθε χώρας. Γι΄ αυτό και έχει κερδίσει τόσο έδαφος η αναζήτηση της περιφερειακής ενότητας μέσα από μια βαθιά διαδικασία χειραφέτησης.

Η εκκρεμής επανάσταση

Οι λατινοαμερικάνικες εξεγέρσεις κατάφεραν κυρίως να ανατρέψουν νεοφιλελεύθερους προέδρους και να βελτιώσουν τις συνθήκες για νέες κατακτήσεις. Παρόμοιες επιτυχίες, ωστόσο, δεν συνεπάγονται ικανοποίηση των κοινωνικών διεκδικήσεων. Συχνά, λαϊκά αιτήματα ικανοποιούνται με τρόπο μερικό ή μεταβατικό μέσω παραχωρήσεων στις οποίες, υπό τον φόβο μιας επαναστατικής έλευσης, προχωρούν οι κυρίαρχες τάξεις. Η πλήρης ικανοποίηση των λαϊκών προσδοκιών προϋποθέτει τη μετατροπή των εξεγέρσεων σε κοινωνικές επαναστάσεις. Αυτή η αλλαγή δεν έχει αρχίσει σε καμία χώρα της περιοχής.
Υπάρχει, επίσης, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη) που έχουν ανασυνθέσει την καπιταλιστική κυριαρχία και σε εκείνες που εφαρμόζουν ριζοσπαστικές εθνικές πολιτικές (Βενεζουέλα, Βολιβία και πιθανόν Εκουαδόρ). Σε αυτές τις χώρες κυοφορούνται σημαντικές αλλαγές και έχει ανοίξει μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε προγράμματα που είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε μια επαναστατική ρήξη ή στην ισχυροποίηση των νέων κυρίαρχων ελίτ.

Επιλογή-μετάφραση: Ν. Μ.


(*) Το κείμενο αποτελεί περίληψη εκτενούς άρθρου το οποίο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.rebelion.org/noticia.php?id=58138

1 Φεβ 2008

Ομαδική καταδίκη σε θάνατο των γυναικών…

Όπως αναφέρουν σε ανακοίνωσή τους γυναικείες οργανώσεις της Νικαράγουα, η 13/11/07 θα μείνει στην ιστορία ως μια θλιβερή μέρα. Οι αποφάσεις του κοινοβουλίου θα οδηγήσουν σε πλήρη ελευθερία τον πρώην πρόεδρο Αλεμάν ενώ καταδικάζουν χιλιάδες γυναίκες σε θάνατο… Ήταν η τελευταία μέρα συζήτησης του νέου Ποινικού Κώδικα ο οποίος προβλέπει πια την πλήρη ποινικοποίηση των εκτρώσεων. Λίγες μέρες νωρίτερα φαινόταν να δημιουργείται μια σύγκλιση για να εξαιρεθεί η περίπτωση που κινδυνεύει η ζωή της μητέρας. Ανατράπηκε με πρωτοβουλία του επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του FSLN, Έντουιν Κάστρο, φανατικού υποστηρικτή της ποινικοποίησης. Λίγες ώρες αργότερα, εγκρίθηκαν ειδικές διατάξεις εφαρμογής του νέου Κώδικα που φωτογραφίζουν την περίπτωση του πρώην προέδρου Αλεμάν (1997-2002), ο οποίος καταδικάστηκε σε 20ετή φυλάκιση για διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και παράνομο πλουτισμό που, ήδη, μετά από σκανδαλώδη απόφαση ειδικού δικαστή, χαίρει συνθηκών «κράτησης» που του επιτρέπουν συμβίωση με την οικογένειά του και ελευθερία κίνησης στην πόλη της Μανάγκουα. Εκτιμούν ότι, τους προσεχείς μήνες, ο Αλεμάν θα απολαμβάνει πλήρη ελευθερία ενώ οι ζωές των γυναικών θα θυσιάζονται στον βωμό του πολιτικού οπορτουνισμού. Για να εκπληρωθούν, ίσως, προεκλογικές συμφωνίες με τον αρχιεπίσκοπο Ομπάντο και την εκκλησιαστική ιεραρχία…
Ωστόσο, καθώς το ζήτημα των εκτρώσεων βρίσκεται ανάμεσα στις προτεραιότητες του πάπα Βενέδικτου ΧVΙ, επανέρχεται στο προσκήνιο και άλλων χωρών.
Στο Μεξικό, αρχές του νέου χρόνου, αναμένεται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο θα εξετάσει την προσφυγή για αντισυνταγματικότητα που υπέβαλλαν η Γενική Εισαγγελία και η Εθνική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενάντια στον νόμο για την αποποινικοποίηση των εκτρώσεων που ψηφίστηκε στην Πόλη του Μεξικού (DC).
Στη Βραζιλία ισχύει η απαγόρευση των εκτρώσεων με εξαίρεση την περίπτωση βιασμού. Η ποινικοποίηση επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς στο περιφερειακό διαμέρισμα της πρωτεύουσας Μπραζίλια, συζητιέται νέο σχέδιο νόμου το οποίο, ανάμεσα σε άλλα, απαγορεύει την έκτρωση ακόμα και στην παραπάνω περίπτωση, θεσπίζοντας, απλώς, διατροφή για τα παιδιά που γεννιούνται ως προϊόν πράξης βίας. Εάν ο νόμος ψηφιστεί, η έκτρωση θα θεωρείται πλέον «απεχθές έγκλημα». Όπως καταγγέλλουν γυναικείες οργανώσεις, «το σχέδιο βιάζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια της γυναίκας και την μετατρέπει σε ένα απλό μέσον μιας αναπαραγωγικής διαδικασίας, αγνοώντας πλήρως την αυτονομία και τη θέλησή της».

ΗΠΑ: Οι ιθαγενείς Λακότα Σιού κηρύσσουν καθεστώς κυρίαρχου έθνους

Στις 19 Δεκέμβρη 2007 αντιπροσωπεία των ιθαγενών Λακότα Σιού ταξίδεψε στην Ουάσιγκτον για να παραδώσει στην κυβέρνηση των ΗΠΑ την απόφαση στην οποία κατέληξε μια πολύχρονη διαδικασία εσωτερικών συζητήσεων στις διάφορες κοινότητες των Λακότα.
«Σήμερα είναι μια ιστορική μέρα για τους ιθαγενείς Λακότα. Η αποικιοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών έφτασε στο τέλος της!» δήλωσαν τα μέλη της αντιπροσωπείας, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και οι R. Means, D. Martin Sr. και G. Rowland, αγωνιστές που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα του Wounded Knee το 1973. «… Οι πρόγονοί μας με καλή πίστη προχώρησαν στην υπογραφή των συμφωνιών του 1851 και 1868 ανάμεσα στο Έθνος των Ιθαγενών Λακότα Σιού και την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κυβέρνηση ποτέ δεν τίμησε την υπογραφή της. Σήμερα δηλώνουμε την άμεση και μη αναστρέψιμη αποδέσμευσή μας από τις παραπάνω Συμφωνίες και την απόφασή μας να κηρύξουμε καθεστώς ανεξάρτητου έθνους… Για να σταματήσουμε την συνεχιζόμενη υφαρπαγή των πόρων μας -των ανθρώπων, της γης, του νερού, των παιδιών μας- δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στο μέλλον. Δεν είναι πρόθεσή μας να δημιουργήσουμε προβλήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διεκδικούμε, απλώς, το δικαίωμα του λαού μας στη ζωή…».
Οι αντιπρόσωποι των Λακότα, στο πλαίσιο της προσπάθειας να γίνουν δεκτοί στην κοινότητα εθνών του ΟΗΕ, επισκέφθηκαν διπλωματικές αρχές διαφόρων χωρών και όπως ανέφεραν, ο ιθαγενής πρόεδρος της Βολιβίας ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την περίπτωση των Λακότα ενώ η Βενεζουέλα δέχτηκε την αντιπροσωπεία με σεβασμό και αλληλεγγύη.
«Το ζήτημα της εκπαίδευσης, δικαιοσύνης και ενέργειας, αποτελούν προτεραιότητες για το νέο μας έθνος. Η εκπαίδευση είναι καθοριστικός παράγοντας για να προστατεύσουμε τη γλώσσα, την κουλτούρα και την κυριαρχία μας ενώ η ενεργειακή ανεξαρτησία με τη χρήση ηλιακής, αιολικής, γεωθερμικής και βιολογικής ενέργειας μας δίνει τη δυνατότητα να υπερασπιστούμε την ελευθερία μας και το δικαίωμα του λαού μας σε ηλεκτρισμό και θέρμανση».
Η εδαφική περιοχή των Λακότα Σιού εκτείνεται σε πέντε Πολιτείες -Βόρεια και Νότια Ντακότα, Νεμπράσκα, Ουαϊόμινγκ και Μοντάνα - ενώ η απόφασή τους προκάλεσε μεγάλη ανησυχία καθώς, εκτός των άλλων, σημαντικές εκτάσεις έχουν καταπατηθεί για διάφορες δραστηριότητες. Οι ρεζέρβες των Λακότα είναι από τις φτωχότερες περιοχές των ΗΠΑ, αποτέλεσμα ανεκπλήρωτων συμφωνιών και απαρτχάιντ πολιτικών. Παρουσιάζουν το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας σε ολόκληρη τη χώρα ενώ το προσδόκιμο ζωής των ανδρών είναι ένα από τα χαμηλότερα σε παγκόσμιο επίπεδο, μόλις 44 έτη. Η παιδική θνησιμότητα είναι πέντε φορές υψηλότερη από άλλες περιοχές των ΗΠΑ και το ποσοστό των αυτοκτονιών υψηλότερο κατά 150%. Το 97% των Λακότα ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και το ποσοστό ανεργίας αγγίζει το 85%.
(ηλεκτρονική σελίδα των Λακότα Σιού: http://www.republicoflakotah.com)

ΗΠΑ: περισσότεροι από επτά εκατομμύρια πολίτες στις φυλακές ή υπό περιοριστικούς όρους

Το νούμερο αποτελεί ρεκόρ όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για ολόκληρο τον πλανήτη!
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2006 που πρόσφατα έδωσε στη δημοσιότητα το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ένας σε κάθε 31 ενηλίκους βρίσκεται υπό την επιτήρηση των δικαστικών αρχών. Τα στοιχεία αντανακλούν τις βαθιές ρατσιστικές ανισότητες του σωφρονιστικού συστήματος ενός κράτους, όπου ο δείκτης φυλάκισης μαύρων είναι αναλογικά 10 φορές υψηλότερος από των λευκών, ενώ των λατίνων, είναι περίπου τριπλάσιος των λευκών.
Παρά το ότι οι μαύροι ή αφροαμερικανοί αποτελούν μειοψηφία (13,44%) στο σύνολο του πληθυσμού, αποτελούν το 38% των κρατουμένων. Ακολουθούν οι λευκοί με 34% και οι λατίνοι (14,78% του πληθυσμού) με 21%.
Το 2006 ο δείκτης αύξησης του πληθυσμού των φυλακών, ο υψηλότερος μέχρι σήμερα, άγγιξε το 2,8% ενώ οι ομοσπονδιακές φυλακές λειτουργούν με πληρότητα που ξεπερνά κατά 37% τη χωρητικότητά τους.
Σε 30.000 περίπου ανέρχονται οι αλλοδαποί κρατούμενοι υπό την αρμοδιότητα των μεταναστευτικών αρχών. Το 2006 παρατηρήθηκε δραματική αύξησή τους (41%) σε σχέση με το 2005, με την Πολιτεία του Νιού Μέξικο να παρουσιάζει διπλάσιο αριθμό συλληφθέντων και την Πολιτεία του Τέξας να καταγράφει αύξηση 76% των συλληφθέντων μεταναστών που κυρίως προέρχονται από Μεξικό, Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα και Ονδούρα.

Σύνοδος των Λαών του Νότου: ΟΧΙ στο Σύμφωνο MERCOSUR – ΙΣΡΑΗΛ

Στο πλαίσιο της Συνόδου Αρχηγών Κρατών χωρών του Mercosur (Κοινή Αγορά Νότιου Κώνου - Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη) που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στην Ουρουγουάη, υπογράφηκε Σύμφωνο Ελεύθερου Εμπορίου Mercosur - Ισραήλ, μετά από διετείς διαπραγματεύσεις.
Πρόκειται για το πρώτο παρόμοιο σύμφωνο, από τη σύσταση του Merscosur το 1991, που υπογράφεται με μια χώρα εκτός Λατινικής Αμερικής. Προβλέπεται ότι θα επιτρέψει τον διπλασιασμό των εμπορικών σχέσεων οι οποίες το 2006 ανήλθαν στα 1.100 εκατ. δολάρια. Τα κύρια προϊόντα εξαγωγής προς το Ισραήλ είναι κυρίως δημητριακά ενώ το Ισραήλ προμηθεύει τις αγορές με φυτοφάρμακα, software και τεχνολογικά προϊόντα. Το 70% των εμπορικών σχέσεων Merosur – Ισραήλ, διεξάγεται με τη Βραζιλία.
Τις μέρες της επίσημης Συνόδου, κινήματα και οργανώσεις των χωρών του Mercosur πραγματοποίησαν στο Μοντεβιδέο τη Σύνοδο των Λαών του Νότου. Σε σχετική ανακοίνωση που εξέδωσαν, εκτός από την κριτική στις κοινωνικο – οικονομικές συνέπειες, καταγγέλλουν ότι το Σύμφωνο Ελεύθερου Εμπορίου με το Ισραήλ ανοίγει μια νέα φάση πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης και θυμίζουν ότι το Ισραήλ επιβάλλει στρατιωτική κατοχή σε παλαιστινιακά εδάφη, χτίζει το Τείχος του Απαρτχάιντ, δεν εφαρμόζει τις αποφάσεις του ΟΗΕ για τη Μέση Ανατολή και αποτελεί έναν από τους κυριότερους συμμάχους των ΗΠΑ στην στρατηγική του πολέμου και της στρατιωτικοποίησης. Καλούν τις κοινωνικές οργανώσεις των αντίστοιχων χωρών να κινητοποιηθούν και, όπως κατάφεραν να φρενάρουν την υπογραφή της ALCA, να αποτρέψουν την έγκριση του Συμφώνου με το Ισραήλ από τα κοινοβούλια των χωρών του Mercosur.

Στη Βολιβία η κατάσταση είναι ανησυχητική…

Στις 9/12/2007, μετά από ενάμιση σχεδόν χρόνο, η Συντακτική Συνέλευση κατόρθωσε να ψηφίσει το νέο σύνταγμα της χώρας. Εγκρίθηκε το 99,8% των προτάσεων με ποσοστό πάνω από τα 2/3 των αντιπροσώπων και από τα εννέα διαμερίσματα της χώρας ενώ στην τελική ψηφοφορία συμμετείχαν 10 από τους 16 πολιτικούς σχηματισμούς. Η οριστική έγκριση ή απόρριψη του νέου συντάγματος θα ληφθεί σε δημοψήφισμα το οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί σε διάστημα 60 έως 180 ημερών. Με βάση το νέο σύνταγμα προβλέπεται επίσης η προκήρυξη εκλογών για πρόεδρο και αντιπρόεδρο της χώρας εντός 180 ημερών από την έγκρισή του. Όλα καλά λοιπόν; Κάθε άλλο…
Η κατάσταση στη χώρα παρουσιάζει αρκετά ανησυχητικά χαρακτηριστικά.
Όλο το προηγούμενο διάστημα η αντιπολίτευση προσπάθησε με κάθε μέσον να κωλυσιεργήσει έως να σαμποτάρει ανοιχτά τις διαδικασίες της Συντακτικής Συνέλευσης και να πυροδοτήσει κλίμα έντονης κοινωνικής πόλωσης κατεβάζοντας στους δρόμους χιλιάδες οπαδούς της. Εξ άλλου, τον Νοέμβριο, οι έντονες συγκρούσεις μεταξύ υποστηρικτών της αντιπολίτευσης και κοινωνικών οργανώσεων που αντιτίθενται στα ανατρεπτικά σχέδιά της, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα 3 νεκρούς και περίπου 300 τραυματίες, οδήγησαν την κυβέρνηση σε αλλαγή έδρας της Συντακτικής Συνέλευσης. Από το Σούκρε μεταφέρθηκε εκτάκτως στο Ορούρο, όπου μεταλλωρύχοι, κοκαλέρος και ιθαγενείς από άλλες περιοχές της χώρας, ανέλαβαν να εγγυηθούν την ομαλή διεξαγωγή της. Είναι σχεδόν καθημερινό πια φαινόμενο οι ανοιχτές προκλήσεις εξτρεμιστικών φασιστικών και ρατσιστικών ομάδων νέων, ιδιαίτερα στο Σούκρε και τη Σάντα Κρουζ. Παρατηρείται αύξηση των περιστατικών βομβιστικών εκρήξεων σε σπίτια η δημόσια κτίρια σε διάφορα μέρη της χώρας -η κυβέρνηση πρόσφατα κατήγγειλε οργανωμένο «τρομοκρατικό» σχέδιο- με αποκορύφωμα την έκρηξη στα γραφεία της COB (Κεντρική Εργατική Ομοσπονδία) στη Λα Παζ στις 24/12. Οι διάφοροι δεξιοί κυβερνήτες των περιοχών του Ανατολικού Τόξου, που ζητούν ανεξαρτησία, δεν σταματούν να καλούν τις Ένοπλες Δυνάμεις σε πραξικόπημα, ενώ ως αντίδραση στην ψήφιση του νέου συντάγματος, τέσσερις περιοχές κήρυξαν ντε φάκτο την αυτονομία τους. Τα μέσα ενημέρωσης έχουν επιδοθεί σε μια εκστρατεία πυροδότησης ρατσιστικού μίσους και… υπεράσπισης της δημοκρατίας! Αρχές του νέου χρόνου καταγγέλθηκε τεχνιτή έλλειψη τροφίμων και άνοδος του πληθωρισμού, προϊόν οικονομικού πολέμου της επιχειρηματικής ολιγαρχίας. Ο Έβο Μοράλες, ο οποίος κατήγγειλε ότι «τις συνομωσίες κατά της κυβέρνησης καθοδηγεί η πρεσβεία των ΗΠΑ», δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει αποσχιστικές κινήσεις, καλεί την αντιπολίτευση σε αποφυγή πράξεων βίας και διάλογο και προειδοποιεί για το ενδεχόμενο μιας νέας κοινωνικής εξέγερσης, όπως στο Ελ Άλτο το 2003, ιδιαίτερα στην Σάντα Κρουζ.
Η δεξιά επέλεξε την κοινωνική σύγκρουση, στους δρόμους, και εκεί φαίνεται ότι θα είναι το βασικό πεδίο που θα κριθεί το αν θα μπει φρένο στα σχέδιά της.

Ζαπατίστας: κοιτάξτε μπροστά…

Στις 16 Δεκέμβρη, στο κλείσιμο του σεμιναρίου που αναφέραμε παραπάνω, ο υποδιοικητής Μάρκος ανακοίνωσε ότι επρόκειτο για την τελευταία, για αρκετό καιρό, εμφάνισή του σε παρόμοιου τύπου εκδηλώσεις ενώ συνέχισε «ο ΕΖLN είναι ένας στρατός, πολύ διαφορετικός, σίγουρα, αλλά είναι ένας στρατός, και εγώ είμαι ο στρατιωτικός υπεύθυνος». Εξ΄ άλλου στην τελευταία του παρέμβαση στο σεμινάριο, είχε αναφέρει «Εμείς που βιώσαμε τον πόλεμο ξέρουμε να αναγνωρίζουμε τα σημάδια του, και αυτά φαίνονται καθαρά στον ορίζοντα. Ο πόλεμος, όπως ο φόβος, έχει οσμή. Και η δυσοσμία του ήδη έχει αρχίσει να πλανιέται πάνω από τη γη μας».
Καθώς κάτι παρόμοιο έχει καιρό να συμβεί, από αρκετούς ερμηνεύτηκε ως κόκκινος συναγερμός. Τελευταία έχει παρατηρηθεί σημαντική δραστηριότητα στα 56 στρατόπεδα που, σε μόνιμη βάση, υπάρχουν στις ιθαγενικές ζώνες της Τσιάπας. Εκσυγχρονίζουν εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, καινούργιες μονάδες φτάνουν στην περιοχή, ανάμεσά τους και ειδικά σώματα του στρατού. Επιπλέον, στο βαθμό που ενισχύονται οι αυτόνομες ζαπατιστικές αρχές και τα καρακόλ, εντείνονται και οι προσπάθειες ομοσπονδιακών και τοπικών αρχών για την υπονόμευσή τους. Η μέθοδος είναι σαφής: φέρνουν την επιθυμία των αγροτών για απόκτηση ενός κομματιού γης αντιμέτωπη με τα σχέδια των ζαπατίστας. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, σε μια μόνο ζώνη της Τσιάπας, η κυβέρνηση απαλλοτρίωσε γη αξίας 16 εκατ. δολαρίων και την παραχώρησε σε οικογένειες υπό την επιρροή του PRI ενώ αρκετοί από τους νέους ιδιοκτήτες έχουν σχέσεις με τις παραστρατιωτικές ομάδες της περιοχής. Μόνο που πρόκειται για γη που έχουν καταλάβει οι ζαπατίστας! Από τον περασμένο Σεπτέμβρη λοιπόν, παρατηρείται μια κλιμάκωση της βίας, οι ζαπατιστικές κοινότητες συνεχώς καταγγέλλουν τις απειλές που δέχονται, ενώ δεν αποκλείεται το σενάριο της παρέμβασης του στρατού για την αποκατάσταση της «ειρήνης» ανάμεσα σε αντιμαχόμενες ιθαγενικές ομάδες. Επιπλέον, η επιλογή των ζαπατίστας για μια ανοιχτή πολεμική με το PRD και τον Λόπες Ομπαδόρ στις εκλογές του 2006 ίσως να έχει δημιουργήσει και νέους εχθρούς. Το ζήτημα είναι, όπως επισημαίνει ο υποδιοικητής Μάρκος, ότι τα καλέσματα των ζαπατίστας σε βοήθεια καλύπτονται από ένα πέπλο σιωπής. Πριν 10 χρόνια, στις 22 Δεκέμβρη 1997, στο πλαίσιο μιας έντονης αντιζαπατιστικής καμπάνιας, στην Σφαγή του Ακτεάλ, δολοφονήθηκαν 45 ιθαγενείς, ανάμεσά τους 16 παιδιά. Στην Τσιάπας οσμίζονται την ένταση και μας καλούν: μην στρέφεται τη ματιά σας μόνο στο παρελθόν, κοιτάξτε μπροστά για να αποφύγουμε ένα δεύτερο Ακτεάλ.

Ενάντια στα ημερολόγια και τις γεωγραφίες της καταστροφής, στην Κούβα υπάρχει ένα ημερολόγιο και μια γεωγραφία ελπίδας

«… Εκεί στην Καραϊβική, ξαπλωμένο στον ήλιο, σαν πράσινος κροκόδειλος, βρίσκεται ένα μακρόστενο νησί. «Κούβα» λένε τη γη και «Κουβανούς» το λαό που εκεί ζει και αγωνίζεται. Η ιστορία του, όπως η ιστορία όλων των λαών της Αμερικής, μια μακριά πλεξίδα από βάσανα και αξιοπρέπεια.
Υπάρχει κάτι, όμως, που κάνει αυτή τη γη να εκπέμπει φως.
Λένε, όχι αδίκως, πως είναι το πρώτο ελεύθερο έδαφος της Αμερικής.
Σχεδόν μισό αιώνα, αυτός ο λαός τροφοδοτεί μια τεράστια πρόκληση: να οικοδομήσει το ίδιο του το μέλλον ως Έθνος.
«Σοσιαλισμό» ονόμασε αυτός ο λαός τον κινητήρα και τον δρόμο του.
Υπάρχει, είναι πραγματικός, μπορεί να μετρηθεί σε στατιστικές, ποσοστά, δείκτες ζωής, πρόσβαση στην υγεία, εκπαίδευση, κατοικία, διατροφή, επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Με λίγα λόγια, μπορούμε να τον δούμε, να τον ακούσουμε, να τον μυρίσουμε, να τον γευτούμε, να τον αγγίξουμε, να τον σκεφτούμε, να τον νιώσουμε.
Η αμετανόητη ανταρσία του έγινε αιτία για να υποστεί οικονομικό αποκλεισμό, στρατιωτικές επεμβάσεις, (…), συκοφαντίες, ψεύδη και την πιο γιγαντιαία καμπάνια δυσφήμησης από τα μέσα ενημέρωσης.
Όλες αυτές οι επιθέσεις έχουν μια πηγή: τα βορειοαμερικάνικα κέντρα εξουσίας.
Η αντίσταση αυτού του λαού, των κουβανών, απαιτεί όχι μόνον αναγνώριση και ανάλυση αλλά επίσης σεβασμό και στήριξη.
Στις μέρες μας που τόσος λόγος γίνεται για θανάτους, αξίζει να θυμίσουμε πως εδώ και 40 χρόνια προσπαθούν να θάψουν τον Τσε Γκεβάρα, και τον Φιντέλ Κάστρο τον έχουν ήδη πεθάνει αρκετές φορές. Και την Κουβανική Επανάσταση την έχουν χαράξει, χωρίς επιτυχία μέχρι σήμερα, στα χρονοδιαγράμματα εξόντωσης δεκάδων ημερολογίων. Και στις γεωγραφίες που σχεδιάζουν οι σύγχρονες στρατηγικές του βάρβαρου καπιταλισμού, η Κούβα δεν εμφανίζεται, όσο κι αν το προσπαθούν.
Περισσότερο ως μήνυμα αναγνώρισης, σεβασμού και θαυμασμού, παρά ως σπουδαία βοήθεια, οι ζαπατιστικές ιθαγενικές κοινότητες έστειλαν λίγο καλαμπόκι, όχι μεταλλαγμένο, και ακόμα λίγη βενζίνη. Για εμάς αυτός ήταν ο τρόπος να πούμε σε αυτόν το λαό πως γνωρίζουμε ότι οι πιο σημαντικές δυσκολίες που υποφέρει, έχουν έναν βασικό πομπό: την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Εμείς οι ζαπατίστας σκεφτόμαστε πως πρέπει να στρέψουμε τη ματιά, την ακοή και την καρδιά μας σε αυτόν το λαό.
Όχι για να πούμε, όπως κάνουν με εμάς, ότι το κίνημα είναι πολύ σπουδαίο και σημαντικό και μπλα, μπλα, μπλα, και όταν, όπως συμβαίνει σήμερα, δεχόμαστε επίθεση, να μην εμφανίζεται ούτε μια γραμμή, ούτε μια ανακοίνωση, ούτε ένα δείγμα διαμαρτυρίας.
Η Κούβα είναι κάτι περισσότερο από τον πράσινο κροκόδειλο της Καραϊβικής.
Είναι σημείο αναφοράς και η εμπειρία της θα είναι ζωτικής σημασίας κυρίως για τους λαούς που αγωνίζονται στους καιρούς του σκοταδισμού που ζούμε σήμερα και που θα διαρκέσουν κάποιο διάστημα ακόμα.
Ενάντια στα ημερολόγια και τις γεωγραφίες της καταστροφής, στην Κούβα υπάρχει ένα ημερολόγιο και μια γεωγραφία ελπίδας.
Γι΄ αυτό λοιπόν σήμερα λέμε, χωρίς πανηγυρισμούς, όχι ως σύνθημα, αλλά με την καρδιά μας: Ζήτω η Κούβα! …»

Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος
Σαν Κριστόμπαλ ντε Λας Κάσας, Τσιάπας, Μεξικό, Δεκέμβρης 2007

(απόσπασμα από δημόσια παρέμβαση στο σεμινάριο με θέμα «Αντισυστημικά Κινήματα» που διοργανώθηκε στη μνήμη του Andres Aubry).

Editorial, τεύχος 8

110 χρόνια φυλακή (με ποινές να κυμαίνονται από έξι μήνες ως έντεκα χρόνια και μία αθώωση), μοίρασαν τα δικαστήρια της Ιταλίας σε 25 συλληφθέντες για τα γεγονότα στη Γένοβα το 2001, καταδικάζοντας στο πρόσωπό τους, το πλήθος των παγκόσμιων αντιστάσεων στο πλέγμα εξουσίας, μέρος του οποίου είναι και το ιταλικό κράτος. Ούτε η προληπτική καταστολή, με τους φράχτες τις συλλήψεις και τις απελάσεις, ούτε η άμεση καταστολή, με τα όπλα και τα χημικά είναι αρκετά. Χρειάζεται και η αναδρομική καταστολή με την βάρβαρη επίθεση της αστυνομίας μετά το τέλος της πορείας στα κοινωνικά κέντρα και τώρα οι αποφάσεις των δικαστηρίων. Η μνησικακία είναι μια κρατική αρετή.
Το ίδιο εξάλλου ιταλικό κράτος δεν έχει ξεχάσει την Μαρίνα Πετρέλα, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία βρίσκεται σε απεργία πείνας εν όψει της έκδοσής της από το γαλλικό κράτος. Για τον νόμο –ήδη από τον κώδικα του Χαμουραμπί- η δικαιοσύνη είναι συνώνυμο της εκδίκησης.
Γιατί πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την στάση του ισπανικού κράτους απέναντι στην ΕΤΑ όταν αυτή κήρυξε ανακωχή ή το ότι ο Σάββας Ξηρός, σχεδόν τυφλός, με ελάχιστη ακοή, με εσωτερικά και εξωτερικά τραύματα σε όλο του το σώμα, θεωρείται «δημόσιος κίνδυνος» και κρατείται θαμμένος στον Κορυδαλλό; (Ανέκδοτο made in Brussels: Η Τουρκία δεν δύναται να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς δεν συμμετέχει στον «νομικό μας πολιτισμό», ήτοι, καταπιέζει εθνικές μειονότητες, φυλακίζει σε «λευκά κελιά» και καταστέλλει βίαια τις διαδηλώσεις).
Το να ονομάζεται η εκδίκηση δικαιοσύνη και η τρομοκρατία «αντιτρομοκρατική πολιτική» δεν είναι κάτι προτοφανές. Ανέκαθεν τα κράτη αρέσκονταν σε τέτοιες ανανοηματοδοτήσεις: «Απεργάζονται σφαγές και αυτό το λένε ειρήνη», έγραφε ο Τάκιτος για τους Ρωμαίους συμπατριώτες του. Αντίστοιχα σήμερα η στρατιωτική κατάληψη μιας χώρας και η εξώθηση του πληθυσμού σε εμφύλιο πόλεμο ονομάζεται «επιβολή της ειρήνης» (enforcing peace). Μα αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο «εξωτερικό». Εδώ και τριάντα χρόνια το ίδιο το κράτος απεργάζεται τον εμφύλιο στο «εσωτερικό»∙ να τι είναι ο «νεοφιλελευθερισμός».
Αν η φιλελεύθερη πολιτική σκέψη στις απαρχές της έβλεπε το κράτος ως τον εγγυητή της κοινωνικής συνοχής, για να μην καταρρεύσει η αστική κοινωνία των ιδιωτών από τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων» που την χαρακτήριζε, στα τέλη της, βλέπει τον «πόλεμο όλων ενατίον όλων» και την κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής ως προϋπόθεση του κράτους. Δεν κάνει λάθος: εκφράζει την αλήθεια ενός ψευδούς κόσμου. Ο παλιός φιλελευθερισμός θεωρούσε το κράτος αναγκαίο κακό, ο νέος –και σ’ αυτό συνίσταται το «νέο»- θεωρεί ως αναγκαίο κακό την κοινωνία.
Κι αυτό επειδή η δημοκρατική εκτροπή του φιλελευθερισμού –χοντρικά μεταξύ1 848 και 1968- προϋπέθετε ένα «έξω». Έναν χώρο όπου οι συγκρούσεις θα μπορούσαν να τοποθετηθούν ή έστω έναν χρόνο ώστε να αναβληθούν. Τίποτα από τα δύο δεν υφίσταται πια: ο χώρος έχει καταληφθεί και το μέλλον έχει αποικιστεί. Δεν υπάρχει τόπος που να μην τον αγγίζει η καπιταλιστική προσταγή, ούτε και χρόνος μη δεσμευμένος από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό και η «σύγκρουση των πολιτισμών» συμβαδίζει με το «τέλος της ιστορίας». Όταν δεν υπάρχει τίποτα να οικοδομηθεί τότε μόνο να ανοικοδομηθεί μπορεί. Η ειρήνη είναι η συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα.
Ό,τι υπήρχε ως κοινωνική λειτουργία του κράτους συρικνώνεται στην καταστολή, που απλώνεται «μέσα» και «έξω», στο «τώρα», το «πριν» και το «μετά». Το κράτος εμφανίζεται ως αυτό που πάντοτε ήταν: ένας εκδικητικός θεός επί της γης. Όμως θεοί δεν υπάρχουν.