Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεύχος 8. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεύχος 8. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Φεβ 2008

Marta Harnecker: ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. Η Αριστερά στο κατώφλι του 21ου αιώνα (εκδ. Οδυσσέας, μετάφραση Δ. Κουφοντίνας)

Μετά από πολλά χρόνια, κυκλοφόρησε ξανά στην Ελλάδα βιβλίο της Μάρτα Χάρνεκερ. Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί μια «απόπειρα συστηματοποίησης πληροφοριών και συλλογισμών» για την λατινοαμερικάνικη Αριστερά στις αρχές του 21ου αιώνα και ως εκ τούτου πρόκειται για ένα βιβλίο «ανοιχτό», όπως λέει και η ίδια η συγγραφέας.
Το πρώτο μέρος του περιέχει μια συνοπτική, αλλά εξαιρετικά κατατοπιστική, ιστορία της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική από το 1959 (νίκη της Κουβανικής Επανάστασης) μέχρι το 1989 (πτώση του «υπαρκτού). Οι 100 σελίδες που αφιερώνει η συγγραφέας σε αυτό το ζήτημα, βέβαια, δεν μπορούν να επεκταθούν σε λεπτομερείς αναλύσεις, συνιστούν ωστόσο μια πολύ καλή βάση για να αποκτήσει κανείς μια συνολική και συγκροτημένη εικόνα για την πορεία, τις τάσεις και τις στάσεις της Αριστεράς εκείνα τα όμορφα και δύσκολα χρόνια.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου («Ο κόσμος σήμερα»), η Χάρνεκερ αποπειράται μια εξίσου συνοπτική συστηματοποίηση κάποιων χαρακτηριστικών στοιχείων που σημαδεύουν την εποχή μας και αντανακλούν στην Αριστερά μας: τεχνολογική επανάσταση, αλλαγές στην οργάνωση παραγωγής, νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και συνέπειές της κ.ά. Στο τρίτο μέρος («Η κατάσταση της Αριστεράς») η συγγραφέας αναπτύσσει μια σειρά από συλλογισμούς, όσον αφορά τόσο τις αιτίες της κρίσης της Αριστεράς όσο και τις προοπτικές για την έξοδό της από αυτή την κρίση, στην ουσία για μια νέα Αριστερά – συλλογισμούς που σίγουρα αποτελούν πολύ γόνιμο έδαφος για συζήτηση και προβληματισμό. Επιπλέον, η ελληνική έκδοση περιέχει και ένα παράρτημα για τη Βενεζουέλα και την Μπολιβαριανή Επανάσταση.
Στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης και η αναγνώστρια θα συναντήσουν αναφορές σε πολλά επίμαχα και ενδιαφέροντα ζητήματα (π.χ., η αναγκαιότητα του πολιτικού υποκειμένου, η Θεολογία της Απελευθέρωσης, η Αριστερά και το ιθαγενικό κίνημα, το πολιτικό πρόγραμμα, η ηγεμονία κ.λπ.). Έτσι, η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου είναι πραγματικό προαπαιτούμενο για να κατανοήσει κανείς τις σημαντικές, εκ θεμελίων, αλλαγές που συμβαίνουν σήμερα στη λατινοαμερικάνικη Αριστερά και στα κοινωνικά κινήματα της ηπείρου, σε μια εποχή μεταλλάξεων οι οποίες δεν είναι πάντα προς μια πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση. Άλλωστε, αυτή είναι μια συζήτηση η οποία είναι σήμερα ανοιχτή, σε ένα πολιτικό σκηνικό σοσιαλφιλελεύθερης κυριαρχίας σε πολλές χώρες της ηπείρου, αλλά και αντίστοιχης «άμπωτης» των κοινωνικών κινημάτων. Σε αυτή τη συζήτηση συμβάλλει ιδιαίτερα και το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή.

Κ.Α.

ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΒΑΝΑΣ

Από τις εκδόσεις Διεθνές Βήμα κυκλοφόρησαν πρόσφατα δύο σημαντικά ντοκουμέντα: η Πρώτη και η Δεύτερη Διακήρυξη της Αβάνας. Οι δύο Διακηρύξεις της Αβάνας υπήρξαν οι απαντήσεις της επαναστατικής κυβέρνησης της χώρας στις διεθνείς συνθήκες που διαμορφώνονταν εκείνη την εποχή. Ας θυμηθούμε λίγο τα γεγονότα.
Το καλοκαίρι του 1960 είχαν πλέον αρχίσει οι επιθέσεις των ΗΠΑ κατά της Κούβας. Στις 6 Αυγούστου, η κυβέρνηση της Κούβας απαλλοτρίωσε τις επιχειρήσεις που υπήρχαν στο έδαφός της και «ανήκαν σε υπηκόους των Ηνωμένων Πολιτειών», ενώ ήδη από την προηγούμενη χρονιά είχε εγκαινιαστεί η αγροτική μεταρρύθμιση. Στα τέλη Αυγούστου, ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών, διεθνής οργανισμός υπό την πλήρη κηδεμονία των ΗΠΑ, συνεδριάζει στο Σαν Χοσέ της Κόστα Ρίκα και καταδικάζει την πορεία της Κούβας, απαιτώντας να «υποταχθεί στην πειθαρχία του ενδοαμερικανικού συστήματος». Αμέσως μετά, στις 2 Σεπτεμβρίου, εγκρίνεται σε ανοιχτή συγκέντρωση στην Αβάνα η Πρώτη Διακήρυξη της Αβάνας. Σε αυτήν καταδικάζεται η μετατροπή της Λατινικής Αμερικής σε φέουδο των ΗΠΑ και υπογραμμίζεται η ακύρωση της δημοκρατίας από τις κοινωνικές ανισότητες, καθώς «η δημοκρατία δεν συνίσταται αποκλειστικά στο δικαίωμα της ψήφου». Ο χαιρετισμός προς την «αυθόρμητη» προσφορά «αλληλεγγύης» της Σοβιετικής Ένωσης να αγοράσει τη ζάχαρη που μέχρι τότε αγόραζαν οι ΗΠΑ είναι, προφανώς, μια θέση που μόνο υπό το πρίσμα των συνθηκών της εποχής μπορεί να κριθεί.
Στις 4 Φεβρουαρίου του 1962 εγκρίνεται η Δεύτερη (και εκτενέστερη) Διακήρυξη της Αβάνας. Είχαν μεσολαβήσει η εισβολή των μισθοφόρων των ΗΠΑ στην Κούβα και η ήττα τους στην Πλάγια Χιρόν, η επιβολή του ολοκληρωτικού εμπάργκο στην Κούβα από την κυβέρνηση Κένεντι, οι πρώτες κινήσεις έμπρακτης διεθνιστικής αλληλεγγύης εκ μέρους της Κούβας (αποστολή όπλων στην επαναστατημένη Αλγερία και περίθαλψη των τραυματιών των αλγερινού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης). Σε αυτή τη διακήρυξη, αφού αποτυπώνεται η θλιβερή κατάσταση την οποία βιώνει η Λατινική Αμερική, περιέχονται κάποιες ιδιαίτερα σημαντικές πολιτικές θέσεις, όπως το ότι η επανάσταση δεν εξάγεται, η έμφαση στον ρόλο των αγροτών στην επαναστατική διαδικασία της λατινοαμερικάνικης ηπείρου, το ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες θα ήταν λάθος η συμμαχία με την εθνική αστική τάξη. Τονίζεται επίσης πως «εκεί όπου οι δρόμοι για τους λαούς είναι κλειστοί […] δεν είναι δίκαιο ούτε σωστό να εξαπατούμε τον λαό με τη μάταιη και βολική ψευδαίσθηση ότι είναι δυνατό με νόμιμα μέσα να αποσπάσει την εξουσία από τις άρχουσες τάξεις». Έτσι, «το καθήκον κάθε επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση. Δεν αρμόζει στους επαναστάτες να κάθονται στην πόρτα του σπιτιού τους περιμένοντας να περάσει το πτώμα του ιμπεριαλισμού».
Η καλαίσθητη ελληνική έκδοση περιέχει επίσης φωτογραφίες, γλωσσάριο, χρονολόγιο και χρήσιμες σημειώσεις.
Κ.Α.

6 Φεβ 2008

ΝΕΠΑΛ Ένας χρόνος μετά τη συμφωνία ειρήνης

«Σε σταυροδρόμι», «σε αδιέξοδο», «σε τέλμα», «στην κόψη του ξυραφιού», «εύθραυστη διαδικασία»: είναι μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούνται τον τελευταίο καιρό για να περιγράψουν την κατάσταση στο Νεπάλ, ένα χρόνο μετά τη συμφωνία ειρήνευσης που έθεσε τέρμα στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του βασιλικού καθεστώτος και των Μαοϊκών ανταρτών. Το Κ.Κ. Νεπάλ (Μαοϊκό) «τάραξε τα νερά» αποχωρώντας στις 18/9 από την κυβέρνηση συνασπισμού των 7 κομμάτων, όπου συμμετείχε με 4 υπουργούς. Βασικότερη αιτία η άρνηση του μεγαλύτερου αστικού κόμματος, του «Κογκρέσου του Νεπάλ» (το οποίο στο μεταξύ επανενώθηκε με τη διάσπασή του) να δεχθεί τα δύο κύρια αιτήματα των Μαοϊκών για άμεση κατάργηση της μοναρχίας πριν τις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και για υιοθέτηση, σε αυτές, εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής, με διασφάλιση της εκπροσώπησης καταπιεσμένων μειονοτήτων και κοινωνικών ομάδων.

Τι προηγήθηκε

Πώς όμως φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Στην ουσία η αποχώρηση είχε προαναγγελθεί και θα πρέπει να ειδωθεί στο γενικότερο πλαίσιο της κατάστασης στη χώρα τους τελευταίους μήνες. Η μεταβατική κυβέρνηση συνασπισμού δεν άλλαξε σε τίποτα την κατάσταση εξαθλίωσης της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού. Ούτε φάνηκαν να ικανοποιούνται τα αιτήματα των διαφορετικών εθνικών μειονοτήτων. Αποκορύφωμα των εντάσεων η σφαγή 27 Μαοϊκών τον Μάρτιο στο χωριό Γκαούρ της επαρχίας Τεράι (όπου ζει περίπου ο μισός πληθυσμός, διαφόρων εθνοτήτων) από τον όχλο μελών της εθνότητας Μαντές που θεωρούν ότι προδόθηκαν οι υποσχέσεις σχετικά με την αυτονομία τους, αλλά και την εκπροσώπησή τους σε κεντρικό επίπεδο. Σύμφωνα με πηγές των Μαοϊκών, αυτές οι εθνοτικές ταραχές υποστηρίζονται από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Ινδίας.

Εξάλλου, οι Μαοϊκοί διαμαρτύρονται ότι ενώ εκείνοι τήρησαν τη συμφωνία, έθεσαν τα όπλα τους υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ και συγκέντρωσαν τους μαχητές τους σε ειδικά στρατόπεδα, η άλλη πλευρά (κόμματα, κοινοβούλιο, κρατικοί φορείς και στρατός) δεν έκανε και πολλά από τα προβλεπόμενα, όπως για παράδειγμα να παράσχει σίτιση, στέγαση και πόρους για τους στρατοπεδευμένους μαοϊκούς μαχητές. Ούτε προχώρησε η διαδικασία απονομής δικαιοσύνης για τις σφαγές του δικτατορικού βασιλικού καθεστώτος κατά τη λαϊκή εξέγερση του Απριλίου του 2006 – για τις οποίες από πολλούς θεωρείται υπεύθυνος ο σημερινός αρχηγός του στρατού. Και κυρίως δεν προχώρησαν οι έρευνες για τους «εξαφανισμένους» του δεκαετούς εμφυλίου.

Για αυτό το συγκεκριμένο θέμα η ΔΑ σε ανακοίνωση της[1] με αφορμή την επέτειο ενός χρόνου από τις συμφωνίες ειρήνευσης, κατηγορεί το στρατό για περίπου 900 εξαφανίσεις αλλά και τους Μαοϊκούς αντάρτες για κάπου 200 (επικαλούμενη άρθρο του BBC). Στις συμφωνίες προβλεπόταν ότι μέσα σε 60 μέρες θα δίνονταν στη δημοσιότητα τα ονόματα όλων των εξαφανισμένων και όσων είχαν σκοτωθεί στον εμφύλιο και θα πληροφορούνταν οι οικογένειές τους τι τους είχε συμβεί, κάτι που σε μεγάλο βαθμό δεν έχει γίνει.

Σ’ αυτό το κλίμα έγινε στην πρωτεύουσα η 5η Διευρυμένη Συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΝ (Μ) στις αρχές Αυγούστου με τη συμμετοχή 2174 μελών του κόμματος. Εκεί επαναβεβαιώθηκε η άποψη ότι η πολυκομματική μεταβατική δημοκρατία δεν είναι ούτε μια αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία ούτε ένα καθεστώς «νέας δημοκρατίας». Σε αυτά τα πλαίσια και για να διαφυλάξει τα επιτεύγματα του δεκαετούς λαϊκού πολέμου, το κόμμα συμμετείχε ώστε να κατοχυρώσει θεσμικά, μέσω μιας Συντακτικής Συνέλευσης, ένα δημοκρατικό καθεστώς νέου τύπου, αλλά πλέον καταλήγει ότι τα κυριότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, κόντρα στο πνεύμα των συμφωνιών, κατέστρεψαν τις βάσεις ενότητας με τους Μαοϊκούς και χειρίστηκαν το κράτος ως φεουδαρχικό, γραφειοκρατικό και της κομπραδόρικης αστικής τάξης. Γι’ αυτό και το ΚΚΝ (Μ) προειδοποίησε ότι δεν θα είχε καμία άλλη εναλλακτική από το να προωθήσει το κίνημα και να αποχωρήσει από την κυβέρνηση εάν δε δίνονταν εγγυήσεις ότι η μεταβατική κυβέρνηση θα συνέχιζε να λειτουργεί σύμφωνα με το πνεύμα των συμφωνιών, βάζοντας τέρμα στη φεουδαρχική τρομοκρατία και συνωμοσία, ανακηρύττοντας τη δημοκρατία (κατάργηση βασιλείας), αναλαμβάνοντας δράση ενάντια στους αυτουργούς της σφαγής στην περιοχή των Μαντές, γνωστοποιώντας πού βρίσκονται οι εξαφανισμένοι, δίνοντας βοήθεια χωρίς διακρίσεις στις οικογένειες των μαρτύρων, προωθώντας τη διαδικασία επιστημονικής αγροτικής μεταρρύθμισης σύμφωνα με το πνεύμα του μεταβατικού συντάγματος, λαμβάνοντας αποτελεσματικά μέτρα για να σταματήσουν οι φόνοι, οι συνωμοσίες και η τρομοκρατία εναντίον του ΚΚΝ (Μ) και αντιμετωπίζοντας με σεβασμό τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό.

Οι κινητοποιήσεις

Παρά την αποχώρηση απ’ την κυβέρνηση οι Μαοϊκοί δεν σταμάτησαν να διαπραγματεύονται αλλά παράλληλα άρχισαν να ασκούν πιέσεις με διάφορους τρόπους διαμαρτυρίας, ακόμα και με παρελάσεις 5.000 αντρών και γυναικών της 3ης Μεραρχίας του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού σε 6 πόλεις[2]. Παράλληλα, έγιναν δυναμικές κινητοποιήσεις τόσο του συνδικάτου εργαζομένων στις μεταφορές[3] όσο και των δημοσιογράφων στις εφημερίδες Kantipur Daily και Kathmandu Post με οικονομικά κυρίως αιτήματα. Η εταιρία Kantipur Publications, στην οποία ανήκουν οι δύο εφημερίδες, κατηγόρησε τους Μαοϊκούς ότι βρίσκονταν πίσω από τις κινητοποιήσεις και ότι εμποδίζουν την ελευθερία του τύπου[4]. Αποκορύφωμα των κινητοποιήσεων ήταν το κάλεσμα σε γενική απεργία.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να συμφωνήσουν όλα τα κόμματα σε μια ακόμη αναβολή, αυτή τη φορά έπ’ αόριστον, των εκλογών για Συντακτική Συνέλευση, που αρχικά είχαν προγραμματιστεί για τον Ιούνιο και κατόπιν για τις 22 Νοεμβρίου. Στη συνέχεια οι Μαοϊκοί συνέχισαν τις μαζικές κινητοποιήσεις τους, πιέζοντας τελικά και το ΚΚΝ (Ενωμένο Μαρξιστικό-Λενινιστικό) να περάσουν μαζί στη βουλή απόφαση (με απλή πλειοψηφία) με την οποία καλούν την κυβέρνηση να ικανοποιήσει τα 2 βασικά αιτήματα για άμεση κατάργηση της μοναρχίας και αναλογικό εκλογικό σύστημα. Όμως το κόμμα του Κογκρέσου του Νεπάλ αρνείται δηλώνοντας ότι ναι μεν συμφωνεί με κατάργηση της μοναρχίας αλλά ότι, σύμφωνα με το υπάρχον Σύνταγμα, αυτή μπορεί να γίνει μόνο από τη Συντακτική Συνέλευση. Εκτός αν αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, κάτι που όμως απαιτεί πλειοψηφία 2/3 την οποία δεν έχουν τα κομμουνιστικά κόμματα στη Βουλή.

Η δολοφονία του δημοσιογράφου και άλλες κατηγορίες κατά των Μαοϊκών

Στις 5/10 απήχθη και δολοφονήθηκε ο δημοσιογράφος Birendra Kumar Sah. Αμέσως ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών, ακόμα και με διαδηλώσεις δημοσιογράφων εναντίον των Μαοϊκών, οι οποίοι τελικά ένα μήνα μετά και έπειτα από δική τους έρευνα, ανακοίνωσαν ότι, όπως όλα δείχνουν, πράγματι τρία μέλη τους σκότωσαν τον δημοσιογράφο. Αλλά δήλωσαν ότι σε καμιά περίπτωση δεν επρόκειτο για πολιτική του κόμματος και ότι οι υπεύθυνοι, οι οποίοι ήδη διαγράφτηκαν, αλλά παραμένουν ελεύθεροι, θα τιμωρηθούν.

Στο μεταξύ, δίκτυο οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγόρησε τους Μαοϊκούς και για την απαγωγή του δημοσιογράφου Prakash Singh Thakuri, αγνοούμενου από τις 5/7. Οι Μαοϊκοί αρνούνται τις κατηγορίες ενώ δηλώνουν ότι δεν είναι μέλος τους, ύποπτος που αρχικά συνελήφθη και αργότερα αφέθηκε ελεύθερος, αφού δήλωσε ότι απλώς υπέδειξε το σπίτι του δημοσιογράφου σε μέλη της νεολαίας των Μαοϊκών. Πάντως την ευθύνη για την απαγωγή είχε αναλάβει η άγνωστη οργάνωση Εθνικός Δημοκρατικός Στρατός, δηλώνοντας ότι τον έχει εκτελέσει επειδή ήταν βασιλικός[5].

Εξάλλου, μέλη της Λίγκας Νέων Κομμουνιστών, της νεολαίας των Μαοϊκών, κατηγορούνται ότι στις 18/11 απήγαγαν και βασάνισαν για 14 ώρες τον διευθυντή ενός ιατρικού κολεγίου και 4 συναδέλφους του. Σύμφωνα με δημοσίευμα οι ηγέτες των Μαοϊκών φέρονται να δήλωσαν και πάλι ότι τυχόν ένοχοι θα τιμωρηθούν[6].

Το κόμμα του Κογκρέσου του Νεπάλ με τη σειρά του κατηγορεί τους Μαοϊκούς για την απαγωγή στελέχους αγροτικής οργάνωσης[7].

Παράλληλα, η υπηρεσία ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε τους Μαοϊκούς να απελευθερώσουν όλα τα παιδιά από τα στρατόπεδά τους και να μην εξαναγκάζουν άλλα που έχουν φύγει να επιστρέψουν. Ο ΟΗΕ υποστηρίζει ότι παρατηρητές του που από τον Ιούνιο άρχισαν να δουλεύουν στα στρατόπεδα των Μαοϊκών ανταρτών βρήκαν «σημαντικό» αριθμό παιδιών και νεοσύλλεκτων, κάτι που απαγορεύεται από τις ειρηνευτικές συμφωνίες. Ο Dev Gurung, ηγετικό στέλεχος των Μαοϊκών, δήλωσε ότι κανείς δεν εξαναγκάστηκε να γυρίσει στα στρατόπεδα, αλλά ότι παιδιά έχουν γεννηθεί από ζευγάρια ανταρτών και ζουν με τους γονείς τους, κυκλοφορώντας ελεύθερα μέσα κι έξω από τα στρατόπεδα[8].

Οι τελευταίες εξελίξεις

Αν και οι φήμες περί στρατιωτικού πραξικοπήματος διαψεύστηκαν κατηγορηματικά τον Οκτώβριο από τον αρχηγό του στρατού, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το τι θα συμβεί τις αμέσως επόμενες ημέρες. Από τη μια η ηγεσία των Μαοϊκών δεν φαίνεται ικανή να ελέγξει τα μέλη της και από την άλλη η κρατική καταστολή συνεχίζεται: 25 μέλη της Λίγκας Νέων Κομμουνιστών συνελήφθησαν κατηγορούμενα για εμπρησμό λεωφορείου στα πλαίσια κινητοποιήσεων για απόδοση δικαιοσύνης για τη σφαγή στο Γκαούρ[9]. Οι Μαοϊκοί αυξάνουν τις πιέσεις ανασυστήνοντας τα «λαϊκά δικαστήρια» και απειλώντας με σχηματισμό παράλληλης κυβέρνησης[10].

Από την άλλη ο πρωθυπουργός Κοϊράλα, του κόμματος του Κογκρέσου του Νεπάλ τηρεί άκρως αδιάλλακτη στάση απορρίπτοντας απανωτές προτάσεις, όπως αυτή για συνένωση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού με τον Εθνικό[11], ή εκείνη για ανασχηματισμό της κυβέρνησης, τα κυριότερα υπουργεία της οποίας κατέχει[12].

Ίσως την κατάσταση περιγράφει καλύτερα ο Lekhanath Neupane, Πρόεδρος της Παννεπαλέζικης Εθνικής Ανεξάρτητης Σπουδαστικής Ένωσης (Επαναστατικής) (ANNISUR): «Η κατάσταση είναι ίδια με την επανάσταση του Απρίλη στη Σοβιετική Ένωση. […] Τώρα βρισκόμαστε σε ειρηνευτική διαδικασία, αλλά δεν θεωρούμε ότι θα κερδίσουμε τα δίκια μας με αυτή τη διαδικασία. Πρέπει να προετοιμάσουμε μια νέα επανάσταση. Πράγμα που σημαίνει ότι η εξέγερση του Απρίλη θα συνεχιστεί με την Οκτωβριανή Επανάσταση»[13].

Γ.Κ.



[1] AI public statement 20/11/2007 Nepal at a crossroads – urgent need for delivery on transitional mechanisms for truth, justice, inclusion and security

[2] Εφημερίδα Αριστερά 21/9/2007

[4] www.indy.gr 1/10/2007

[5] Nepal News 18/11/2007

[6] Indian Express 22/11/2007

[7] Nepal News 23/11/2007

[8] Reuters 22/11/2007

[9] Nepal News 23/11/2007

[10] Press Trust of India 22/11/2007

[11] Press Trust of India 27/11/2007

[12] Hindustan Times 2/12/2007

[13] Προλεταριακή Σημαία 1/12/2007

ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ: Τρομακτική ανισορροπία των δύο φύλων

ΧΑΪΝΤΕΡΑΜΠΑΝΤ, Ινδία Οκτώβριος 2007
Οι εμπειρογνώμονες του 4ου συνεδρίου Ασίας-Ειρηνικού για την Αναπαραγωγική και σεξουαλική υγεία και τα δικαιώματα, οργανωμένο από το United Nations Population Fund φιλοτεχνούν μια τρομακτική εικόνα για την περιοχή της Ασίας, όπου «λείπουν» 163 εκατομμύρια γυναίκες και η αναλογία των δύο φύλων εξακολουθεί να αποκλίνει λόγω της εύκολης πρόσβασης στην τεχνική αναγνώρισης του φύλου του εμβρύου.
Η Κίνα βρίσκεται πρώτη στον κατάλογο των χωρών με απόκλιση της αναλογίας ανάμεσα στα δύο φύλα κατά τη γέννηση, με 100 θηλυκά για κάθε 120 αρσενικά παιδιά. Ακολουθεί η Ινδία όπου σύμφωνα με την απογραφή του 2001, η αναλογία είχε πέσει σε 108 αγόρια για κάθε 100 κορίτσια.
Οι εμπειρογνώμονες ανησυχούν ότι αν δεν ληφθούν μέτρα, μπορεί σύντομα να έχουμε απόκλιση σε χώρες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, που αρχίζουν να παρακολουθούν τις μεγαλύτερες χώρες της ηπείρου στη χρήση της τεχνολογίας για έκτρωση του θηλυκού εμβρύου.
Η απόκλιση αυτή είναι βέβαια προϊόν των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών. Ενώ παλιά σκότωναν τα θηλυκά όταν γεννιόνταν, τώρα σκοτώνουν το έμβρυό τους. Όπως αναφέρθηκε στο συνέδριο, η δημογραφική αυτή εξέλιξη σίγουρα θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη βία, μετανάστευση και τράφικινγκ καθώς και σε μεγαλύτερες πιέσεις προς στις γυναίκες,.

Η Ινδή υφυπουργός για τις γυναίκες και την ανάπτυξη του παιδιού Renuka Chowdhry πρότεινε σαν λύση την πολιτική συμμετοχή των γυναικών και την προωθήσει νόμων που τις ενισχύουν ώστε να διορθωθεί αυτή η αρνητική αναλογία.
Η επιλογή του φύλου έγινε εύκολη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, με την εισαγωγή της αμνιοκέντησης και αργότερα με τον υπέρηχο. Το 2005, η συνολική (όχι κατά τη γέννηση) αναλογία των φύλων στην Ινδία ήταν 107,5 αγόρια για 100 κορίτσια, στην Κίνα 106,8, στο Πακιστάν 106 και στο Μπανγκλαντές 104,9. Αυτές οι τέσσερις χώρες είχαν το 43% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2005. Στην Ινδία η δυσαναλογία των φύλων παρουσιάζεται εντονότερη στις αστικές περιοχές, ενώ στην Κίνα στις αγροτικές περιοχές. Εκτιμάται από τους ειδικούς ότι η μόρφωση παίζει θετικό ρόλο για τη σωστή αναλογία των φύλων.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις των ιδιωτικών αποφάσεων για την επιλογή του φύλου θα είναι τεράστιες, λένε οι εμπειρογνώμονες. Πάντως, υπάρχει ακόμα χρόνος για επάνοδο στην αναλογία της φύσης. Για παράδειγμα, η Νότιος Κορέα, στην οποία υπήρχε τεράστιο πρόβλημα δυσαναλογίας για 20-30 χρόνια, επανήλθε τώρα στο φυσιολογικό επίπεδο αναλογίας κατά τη γέννηση, λόγω της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης.
Η μελέτη του Ταμείου Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών καταλήγει στην συμβουλή να ελέγχεται ο ιδιωτικός τομέας της υγείας, στο πλαίσιο του οποίου λαμβάνει χώρα η έκτρωση με επιλογή φύλου.
Πολλές χώρες έχουν ήδη υιοθετήσει αυστηρές ρυθμίσεις. Στην Ινδία ψηφίστηκαν σχετικοί νόμοι από το 1983 κιόλας, ακολούθησε η Νότια Κορέα το 1987 και η Κίνα το 1989. Το Νεπάλ απαγόρευσε τις εκτρώσεις με επιλογή το 2002, όταν φιλελευθεροποίησε το καθεστώς των εκτρώσεων. Οι νόμοι αυτοί όμως είναι πολύ δύσκολο να τηρηθούν. Στην Ινδία, ο σχετικός νόμος του 1994 που απαγορεύει τόσο τη χρήση όσο και τη διαφήμιση της τεχνικής καθορισμού φύλου, δεν έχει εφαρμοστεί. Η μείωση της δυσαναλογίας των φύλων επιτυγχάνεται καλύτερα μέσα από την κοινωνική δράση και την ευαισθητοποίηση καθώς και τα προγράμματα συνειδητοποίησης, λέει η έκθεση του Ταμείου Πληθυσμού.

Δημοκρατική Ένωση Γυναικών

Γνωρίσαμε στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ το 2004 την οργάνωση Ινδών Γυναικών AIDWA – All India Democratic Women’s Association – Παν-ινδική Δημοκρατική Ένωση Γυναικών. Έχει 6,4 εκατομμύρια μέλη σε όλη την απέραντη χώρα του 1 δισ. 300 εκατομμυρίων κατοίκων. Ενώ μας τόνισαν ότι σημαντική δραστηριότητά τους είναι ο αγώνας ενάντια στην εμβρυοκτονία των θηλυκών μέσω της έκτρωσης με επιλογή φύλου, στα φυλλάδιά τους το θέμα αυτό το χειρίζονται διακριτικά. Πάντως λένε ότι η θηλυκή εμβρυοκτονία συμβαίνει σε μεγαλύτερο βαθμό στις πλουσιότερες περιοχές και στις πλουσιότερες τάξεις. Ο μεγάλος αγώνας τους είναι ενάντια στην προίκα και τις δαπάνες του γάμου, όπου ακόμα και οι φτωχότεροι πρέπει να κάνουν μεγάλα έξοδα με τραπέζια, δώρα και λοιπά, μιμούμενοι τους πλουσιότερους σε ένα πλαίσιο νεοφιλελεύθερης αντίληψης. Η βία κατά των γυναικών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το θέμα της προίκας, και συμβαίνει να δολοφονούνται, να τραυματίζονται ή να ακρωτηριάζονται οι νιόπαντρες, προκειμένου οι γαμπροί να πάρουν άλλη γυναίκα και άλλη προίκα. Άρα, καταλήγουν, αν δεν ξεπεραστεί αυτό το αναχρονιστικό αλλά εμπεδωμένο έθιμο, οι γυναίκες δεν μπορούν να προχωρήσουν προς τη χειραφέτησή τους. Μαζί με πολλά άλλα στοιχεία, φυσικά. Πιστεύουν συνεπώς ότι το θέμα της θηλυκής εμβρυοκτονίας συνδέεται άρρηκτα με τα υπόλοιπα ζητήματα της καθυπόταξης των γυναικών και της κοινωνικής μειονεκτικότητάς τους.

Σίσσυ Βωβού

Τα στοιχεία που αναφέρονται στο συνέδριο, στο
http://ipsnews.net/news.asp?idnews=39839

Παύση της δίωξης του Χοσέ Μαρία Σισόν

Στο προηγούμενο τεύχος του Resistencias είχαμε γράψει για τη σύλληψη του Χοσέ Μαρία Σισόν, ιστορικού ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Φιλιππίνων (ΚΚΦ), από την ολλανδική αστυνομία, στις 27 του περασμένου Αυγούστου. Η κατηγορία που αντιμετώπισε ήταν ηθική αυτουργία στη δολοφονία δύο πρώην μελών του Νέου Λαϊκού Στρατού (ΝΛΣ, ένοπλη ομάδα που πρόσκειται στο ΚΚΦ).
Από τη στιγμή της σύλληψης του Σισόν, τα γεγονότα κύλησαν πιο γρήγορα από τους ρυθμούς που λειτουργεί αυτό το περιοδικό, γι’ αυτό και θα πρέπει να κάνουμε μια συμπληρωματική ενημέρωση για τις μετέπειτα εξελίξεις.
Ο Σισόν αφέθηκε ελεύθερος στις 13 Σεπτεμβρίου, οι κατηγορίες όμως εναντίον του παρέμειναν. Ωστόσο στις 21 Νοεμβρίου, το περιφερειακό δικαστήριο της Χάγης τον απάλλαξε από τις κατηγορίες, εκτιμώντας ότι δεν υπήρχαν «σοβαρά στοιχεία» και «λόγοι για να συνεχιστεί η έρευνα». Το δικαστήριο αποφάνθηκε, επίσης, ότι για τις κατηγορίες εναντίον του Σισόν υπάρχει ενδεχομένως πολιτική σκοπιμότητα (προφανώς από την πλευρά της φιλιππινέζικης κυβέρνησης, που επιχειρεί να καταστείλει το αντάρτικο κίνημα του ΝΛΣ).
Ο Χοσέ Μαρία Σισόν παραμένει στην Ολλανδία, χωρίς πολιτικό άσυλο, για το οποίο έχει υποβάλει αίτηση από το 1987. Η υπόθεσή του εκκρεμεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργαστεί ούτε να ταξιδέψει, ενώ πάντα υπάρχει η δαμόκλειος σπάθη της απέλασης στις Φιλιππίνες, κάτι που βέβαια ισοδυναμεί με φυλάκιση ή και με φυσική εξόντωση.

Πηγές:
www.josemariasison.org
http://en.wikipedia.org

Επιστολή αναγνώστη για Σισόν

Ο αναγνώστης μας Ν.Θ. μας έστειλε ένα κείμενο – κριτική για τον τρόπο που παρουσιάσαμε την υπόθεση της σύλληψης του Σισόν στο προηγούμενο τεύχος. Δημοσιεύουμε στο παρόν τεύχος το κείμενο του Ν.Θ. μαζί με την απάντηση του συντάκτη.

Αγαπητή Συντακτική Ομάδα του εξαίρετου περιοδικού “Resistencias”,
θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις με αφορμή ένα ειδησεογραφικό κείμενο του προηγούμενου τεύχους, που αφορούσε τη δράση του συλληφθέντος στην Ολλανδία Χοσέ Μαρία Σισόν. Εκτιμώ ότι το ρεπορτάζ του περιοδικού ήταν προκατειλημμένο και μονομερές υπέρ του σταλινομαοϊκού (και άρα κατά την ταπεινή μου γνώμη αντεπαναστατικού και αντιδημοκρατικού) Κομμουνιστικού Κόμματος των Φιλιππίνων. Το συγκεκριμένο κόμμα τυχαίνει να έχει όχι μόνο ένα κηλιδωμένο παρελθόν, αλλά και ένα εξίσου αποτρόπαιο παρόν. Επιτρέψτε μου ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα να επικαλεστώ έγκυρες πληροφορίες αριστερών αγωνιστών και ακτιβιστών προερχόμενων από τις Φιλιππίνες, που είναι υπεράνω πάσης αμφισβήτησης, καθώς έχουν άμεση γνώση της δράσης της αντάρτικης αυτής ομάδας. Είναι κρίμα που δεν προσπαθήσατε να διασταυρώσετε πληροφορίες για τις πρακτικές του Σισόν και των συνεργατών του. Δυστυχώς, αυτές συνίστανται σε εντολές για δολοφονίες συντρόφων που είχαν αναλώσει τη ζωή τους σε πολυποίκιλους αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό.

Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι, και πάλι, πρώτοι στη λίστα των θυμάτων είναι οι τροτσκιστές, αλλά και στελέχη της ανανεωτικής ριζοσπαστικής και κινηματικής Αριστεράς των Φιλιππίνων, που είναι οργανωμένη μαζικά, δυναμικά και ειρηνικά (και όχι εν κρυπτώ και παραβύστω) στο αξιέπαινο κόμμα «Ακμπαγιάν». Το κόμμα αυτό λαμβάνει σχεδόν ένα εκατομμύριο ψήφους και εκπροσωπείται στη Βουλή από τη ριζοσπάστρια φεμινίστρια Χοντιβέρος. Η θεμιτή πολιτική απόφαση των αγωνιστών του «Ακμπαγιάν» να δίνουν τις μάχες τους ενάντια στη διεφθαρμένη και αυταρχική αμερικανόδουλη κυβέρνηση της Αρόγιο μέσα από κινηματικές παρεμβάσεις μετέχοντας ταυτόχρονα στην κοινοβουλευτική διαδικασία, έχει προκαλέσει αδίκως την οργή της κλίκας του Σισόν, που επιμένει στην αδιέξοδη τακτική των αψιμαχιών στα βουνά και που θεωρεί εκ προοιμίου προδότες όλους εκείνους τους αγωνιστές που αρνούνται να αποδεχτούν τη δική του πολιτική στρατηγική. Νομίζω ότι οφείλατε να παραθέσετε κάποιες λίγες σειρές, επισημαίνοντας την έντονη κριτική που δέχονται οι αιματηρές πρακτικές του αυταρχικού Σισόν από τη μεγάλη πλειοψηφία της φιλιππινέζικης Αριστεράς.

Επίσης, θα ήθελα να σημειώσω ότι αποτελεί ανακρίβεια η άποψη ότι το συγκεκριμένο αντάρτικο έχει κοινωνικά ερείσματα στον αγροτικό πληθυσμό, δεδομένου ότι πλήθος αγροτών διαμαρτύρεται για τις βίαιες μεθόδους επιβολής φόρων, αρπαγής σοδειάς, απαγωγών προσώπων, κ.λπ., γεγονός που αποσιωπάται από το άρθρο.
Θεωρώ περιττό να τονίσω ότι αυτές οι παρατηρήσεις μου δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι αποδέχομαι ή υποτιμώ πολιτικά τις απαράδεκτες ενέργειες της ολλανδικής αστυνομίας να εισβάλει χωρίς ένταλμα σε σπίτια ανθρώπων (κάτι που δυστυχώς, όπως ξέρετε, γινόταν συστηματικά και στη ζοφερή Κίνα του Μάο), ή του Συμβουλίου της Ευρώπης να καταρτίζει λίστες «τρομοκρατών» (όταν σε αυτές θα έπρεπε να φιγουράρει πρώτη και καλύτερη η υπερδύναμη των ΗΠΑ, όπως έχει πλέον περίτρανα αποδειχτεί). Πρόθεση μου ήταν απλώς να επισημάνω ότι το κείμενο αποπνέει μια «θυματοποίηση» του Σισόν, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν βοηθάει τον αριστερό αναγνώστη να σχηματίσει πλήρη εικόνα της κατάστασης, από τη στιγμή που δεν περιλαμβάνει και κριτικές επισημάνσεις για τη δράση της ομάδας του.

Με ειλικρινή εκτίμηση, Ν.Θ., αναγνώστης


Φίλε Ν.Θ.,

Πριν από 55 χρόνια ο Νίκος Μπελογιάννης οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα με την αστήρικτη κατηγορία της κατασκοπίας. Η διεθνής κινητοποίηση για τη διάσωσή του ήταν μεγάλη και στη συνείδηση της παγκόσμιας δημοκρατικής κοινής γνώμης το γεγονός καταγράφηκε ως μια κατάφωρη αδικία.
Κινούμενος στη δική σου γραμμή σκέψης, θα μπορούσα να διατυπώσω το παρακάτω ερώτημα: Γιατί, βρε αδερφέ, τόση κινητοποίηση και τόση «μονομέρεια» για έναν σταλινικό που η παράταξή του εξόντωσε τροτσκιστές, αναρχικούς και άλλους αθώους πολίτες, ενώ η ένοπλη ομάδα του (ο ΕΛΑΣ) απαλλοτρίωνε ενίοτε με τη βία την παραγωγή των αγροτών για τις δικές της ανάγκες;
Η απάντηση είναι ότι όταν παραβιάζονται τα δικαιώματα ενός ανθρώπου, έστω και «σταλινικού», δεν χωρούν σολομώντειες λογικές του στυλ «και αυτός δεν είναι αθώος του αίματος». Υπάρχουν δυνατότητες για πολιτική κριτική, κάποια άλλη στιγμή.
Αυτή η λογική πρυτάνευσε και στην είδηση που έγραψα για τη σύλληψη του Σισόν. Βέβαια, εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο δραματικά όσο στην περίπτωση Μπελογιάννη, έχουμε όμως να κάνουμε με μια καραμπινάτη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, όσον αφορά στον τρόπο της σύλληψης, καθώς και με ένα σαθρό κατηγορητήριο. Και λέω «σαθρό κατηγορητήριο», διότι ο άνθρωπος αυτός ανέπτυξε δράση ως ηγέτης του Εθνικού Δημοκρατικού Μετώπου μόνο κατά την περίοδο 1968-1977, που ήταν ελεύθερος. Στη συνέχεια φυλακίστηκε για μια δεκαετία περίπου και μετά έφυγε για Ολλανδία. Το να του αποδώσεις ηθική αυτουργία για δυο δολοφονίες που έγιναν χιλιάδες χιλιόμετρα από τον τόπο που ζει, μπορεί θεωρητικά να στέκει αλλά πολύ δύσκολα τεκμηριώνεται. Γι’ αυτό το λόγο η ολλανδική δικαιοσύνη τον απάλλαξε από τις κατηγορίες για δολοφονία, όπως γράφουμε στις ειδήσεις. Και αυτή η απόφαση μου φαίνεται λογική και ενδεδειγμένη.
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να κάνουμε κάποια στιγμή ένα αφιέρωμα για την κατάσταση στις Φιλιππίνες, οπότε θα χρειαστούμε τη συνεργασία σου και την κριτική σου σκέψη.

Φιλικά και με εκτίμηση,

Γιώργος Σκιάνης

Φιλιππίνες: ένα ακόμα στρατιωτικό κίνημα για το θεαθήναι

Στις 29 Νοεμβρίου, ομάδα χαμηλόβαθμων στρατιωτικών, με επικεφαλής έναν γερουσιαστή και έναν ταξίαρχο, κατέλαβαν ξενοδοχείο στο κέντρο της Μανίλας, με το αίτημα της παραίτησης της προέδρου της χώρας, Γκλόρια Αρόγιο. Στο διάγγελμά τους ισχυρίστηκαν ότι η οικονομία, ο νόμος και η τάξη έχουν καταρρεύσει και ότι είναι αντισυνταγματική και παράνομη η κατάληψη της προεδρίας από την Αρόγιο. Μετά από λίγες ώρες, 300 άνδρες του φιλιππινέζικου στρατού εισέβαλαν στο ξενοδοχείο εκτοξεύοντας δακρυγόνα και συνέλαβαν περί τους 25 στασιαστές. Δεν υπήρξε κανένας νεκρός ή σοβαρά τραυματισμένος, στρατιώτης ή πολίτης.
Από το 1986, που ανατράπηκε ο δικτάτορας Φερντινάντο Μάρκος και αποκαταστάθηκε ο κοινοβουλευτισμός, έχουν γίνει πάνω από δέκα απόπειρες πραξικοπήματος από μικρές ή μεγάλες ομάδες στρατιωτικών. Η παρούσα απόπειρα είναι πανομοιότυπη με μια άλλη στάση, τον Ιούλιο του 2003, όπου πάλι κάποιοι χαμηλόβαθμοι στρατιωτικοί είχαν καταλάβει κτιριακό συγκρότημα στο κέντρο της Μανίλας, με τα ίδια κατά βάση αιτήματα και με την ίδια κατάληξη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι στασιαστές του 2007 βρίσκονταν στην αίθουσα όπου δικάζονταν οι στασιαστές του 2003 και, κάποια στιγμή, βγήκαν από το δικαστήριο και κατευθύνθηκαν προς το ξενοδοχείο, το οποίο κατέλαβαν.
Υπάρχει γενικά μια δυσφορία μεταξύ των χαμηλόβαθμων στρατιωτικών για τους χαμηλούς μισθούς και για τον φόρο αίματος που πληρώνουν στις συγκρούσεις με τους μουσουλμάνους αντάρτες στο νότο (Νήσος Μιντανάο) και με τον Νέο Λαϊκό Στρατό σε άλλες περιοχές της χώρας. Υπάρχει επίσης δυσαρέσκεια για τους καλοπληρωμένους ανώτερους αξιωματικούς, που «καθοδηγούν» εκ του ασφαλούς τις επιχειρήσεις, συχνά χωρίς να υπολογίζουν το ανθρώπινο κόστος.
Από την άλλη πλευρά, ο φιλιππινέζικος στρατός φέρεται να έχει κύρος μεταξύ των πληθυσμιακών στρωμάτων που δυσφορούν με τη δράση των ανταρτών και επιθυμούν νόμο και τάξη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πασιφανή διαφθορά και ανεπάρκεια των κυβερνώντων, κάνει την κυβέρνηση διστακτική ως προς τη χρήση δριμείας καταστολής για την κάθε στάση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας παλαιότερος πραξικοπηματίας, ο Γκρίνγκο Χονασάν, που είχε εμπλακεί σε δυο στρατιωτικά κινήματα το 1987 και το 1989, αποφυλακίστηκε σύντομα και τώρα είναι γερουσιαστής.
Όσο για την πλειοψηφία των στρατιωτών και των πολιτών, τα τελευταία χρόνια παραμένουν απαθείς και αμέτοχοι σε τέτοιου είδους κινήσεις, προφανώς γιατί δεν ελπίζουν από τους εκάστοτε «εθνοσωτήρες γαλονάδες» να αλλάξουν την όντως κακή οικονομική και κοινωνική κατάσταση.
Είναι λοιπόν πολύ αμφίβολο ότι οι στασιαστές της 29ης Νοεμβρίου πίστευαν στα αλήθεια ότι θα υποχρέωναν την πρόεδρο της χώρας σε παραίτηση. Αυτό που επιζητούσαν ήταν δημοσιότητα, που μπορεί ίσως να τους εξασφαλίσει στο μέλλον μια πολιτική καριέρα. Στις Φιλιππίνες, και όχι μόνο εκεί, η πρόσβαση στα μαζικά μέσα ενημέρωσης είναι το κλειδί για μια πετυχημένη προεκλογική εκστρατεία. Και αυτήν τη δημοσιότητα, ο τύπος και η τηλεόραση την προσφέρουν αφειδώς σε αυτούς που μπορούν να παράγουν θέαμα. Γύρω από το ξενοδοχείο στήθηκαν πολλές κάμερες για να αποθανατίσουν το γεγονός, προς δόξαν της κοινωνίας του θεάματος.

Πηγή: www.bbc.co.uk

Γιώργος Σκιάνης

Το γεωπολιτικό πλαίσιο της κρίσης στο Πακιστάν

Στις 3 Νοεμβρίου, ο «δημοκρατικά» νεοεκλεγείς πρόεδρος Περβέζ Μουσάραφ, με την ψήφο του κοινοβουλίου που ούτως ή άλλως ελέγχει, κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ανέστειλε τις θεμελιώδεις πολιτικές ελευθερίες, απομάκρυνε από το Ανώτατο Δικαστήριο τους ανεπιθύμητους γι’ αυτόν λειτουργούς και προχώρησε σε συλλήψεις αντιφρονούντων. Μετά από διεθνή πίεση, κυρίως από τις ΗΠΑ, δήλωσε ότι στις 16 Δεκεμβρίου θα άρει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στις 8 Ιανουαρίου θα διεξαχθούν οι βουλευτικές εκλογές. Παραιτήθηκε επίσης από αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι δυο ισχυροί ηγέτες της αντιπολίτευσης, Μπεναζίρ Μπούτο και Ναβάζ Σαρίφ, που έχουν πια επιστρέψει στη χώρα από την εξορία τους, τηρούν μια επικριτική στάση απέναντι στο καθεστώς και, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (αρχές Δεκεμβρίου 2007), επιφυλάσσονται για το κατά πόσο θα συμμετάσχουν στις εκλογές. Πέρα όμως από τις καντρίλιες των στρατιωτικών και των πολιτικών καριέρας, καλό είναι να δούμε, σε συντομία, το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η κρίση στο Πακιστάν.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και την έναρξη του πολέμου στο Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ εκτίμησαν ότι στο πρόσωπο του δικτάτορα Μουσάραφ θα είχαν έναν αξιόπιστο σύμμαχο στον αγώνα για την «αποκατάσταση της δημοκρατίας» σε αυτήν την τόσο ταλαιπωρημένη περιοχή της Νότιας Ασίας. Τώρα, βέβαια, το να συμμαχείς με ένα δικτάτορα στο όνομα της δημοκρατίας φαίνεται κάπως οξύμωρο, αλλά ας το παραβλέψουμε για να προχωρήσουμε παρακάτω.
Το Πακιστάν είναι μια μεγάλη χώρα με πληθυσμό 167 εκατομμυρίων, και με πυρηνικό οπλοστάσιο με πυραύλους βεληνεκούς ως 2500 χιλιόμετρα. Για τις ΗΠΑ ήταν σημαντικό να μην πέσει αυτός ο οπλισμός στα χέρια των ισλαμιστών, αλλά και να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τη στρατιωτική ισχύ της χώρας στους πολέμους που διεξάγουν, αν και όσο χρειαστεί. Αλλά και η Ινδία έβλεπε θετικά τον Μουσάραφ, καθώς εκτιμούσε ότι θα μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του στα ζητήματα των πυρηνικών όπλων και της ύφεσης στις τεταμένες σχέσεις των δυο χωρών. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι ΗΠΑ πρόσφεραν 11 δις δολάρια στο Πακιστάν για την ενίσχυση του στρατού και των δυνάμεων καταστολής.
Όμως τα λεφτά πήγαν χαμένα. Στα βορειοδυτικά της χώρας, όπου και τα σύνορα με το Αφγανιστάν, μαίνεται το αντάρτικο των φιλο-ταλιμπάν μουσουλμάνων και ο στρατός δεν φαίνεται να έχει το ηθικό για μια σφοδρή σύγκρουση μαζί τους. Ούτε και οι εξοπλισμένες από την κυβέρνηση παραστρατιωτικές δυνάμεις, από το ντόπιο πληθυσμό, επιθυμούν να συγκρουστούν με τους συντοπίτες και ομοθρήσκους τους. Αλλά και στην υπόλοιπη χώρα σημειώνονται λαϊκές εξεγέρσεις, βομβιστικές ενέργειες και επιθέσεις αυτοκτονίας από φανατικούς ισλαμιστές. Είναι σαφές ότι το καθεστώς Μουσάραφ δυσκολεύεται να ελέγξει την κατάσταση και κάθε άλλο παρά αξιόπιστος σύμμαχος των ΗΠΑ αποδείχτηκε τελικά.
Και τα προβλήματα δεν σταματούν εδώ. Σε περίπτωση βίαιης ανατροπής του καθεστώτος, Κύριος οίδε σε τίνος χέρια θα πέσει το πυρηνικό οπλοστάσιο. Είναι πολύ πιθανό να αρχίσει η διακίνηση όπλων προς κάθε ενδιαφερόμενο και, σε μια τέτοια περίπτωση, οι ΗΠΑ θεωρούν πιθανό ένα πυρηνικό πλήγμα από ισλαμιστές στο έδαφός τους. Ούτε και η Ινδία νιώθει άνετα μπροστά σε μια τέτοια προοπτική, καθώς δεν αποκλείει να στραφούν τα όπλα αυτά εναντίον της.
Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης θα πρέπει μάλλον να ειδωθεί ως μια σπασμωδική κίνηση του δικτάτορα να επιβληθεί στους αντιπάλους του και να αποκαταστήσει την τάξη, όπως αυτός την αντιλαμβάνεται. Όμως υπάρχει μεγάλη λαϊκή δυσφορία, αλλά και κριτικές μέσα από τη στρατιωτική ηγεσία. Οι ΗΠΑ θα ήθελαν να αποκτήσει το καθεστώς ένα πιο «δημοκρατικό», και βεβαίως πάντα κοσμικό, προφίλ, έτσι ώστε να αμβλυνθούν οι κοινωνικές εντάσεις και να αποφευχθούν τα χειρότερα. Με αυτή τη λογική, η Μπούτο ως πρωθυπουργός θα ήταν μια καλή λύση για την υπερδύναμη του πλανήτη, που ξέρει να ανάβει φωτιές, αλλά όχι να τις σβήνει. Ωστόσο, το πιο σημαντικό για τις ΗΠΑ είναι να αναλάβει τα ηνία της χώρας ένας νέος και πιο αξιόπιστος ισχυρός άνδρας. Αυτόν τον καιρό ακούγεται το όνομα του στρατηγού Ασφάρ Κιανί. Δεν ξέρουμε πολλά γι’ αυτόν, ίσως όμως να τον γνωρίσουμε καλύτερα, προσεχώς.

Πηγές: www.rebelion.org
www.tni.gr

Γιώργος Σκιάνης

Οι αγνοούμενοι του Ινδικού Κασμίρ

Το Κασμίρ είναι μια περιοχή μεταξύ Ινδίας, Πακιστάν και Κίνας, η οποία διεκδικείται από τις τρεις αυτές δυνάμεις και στην πράξη έχει διαμοιραστεί με τρόπο ώστε το Πακιστάν να κατέχει το βόρειο τμήμα της περιοχής, η Ινδία το κεντρικό και νότιο και η Κίνα το βορειοανατολικό. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των τριών αυτών χωρών για τον έλεγχο του Κασμίρ διαρκούν εδώ και αρκετές δεκαετίες και, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, έχουν δραματικές συνέπειες για τον πληθυσμό.

«Κάθε πρωί που ξυπνάω σκέφτομαι ότι μπορεί και να τον δω στην πόρτα του σπιτιού», λέει η Ζαϊνάμπ, που ο σύζυγός της αγνοείται εδώ και δέκα χρόνια. Ο σύζυγος της Ζαϊνάμπ φέρεται να συνελήφθη από Ινδούς στρατιώτες, οι οποίοι συγκρούονται με μαχητές που ζητούν την απόσχιση της κατεχόμενης από την Ινδία περιοχής του Κασμίρ. Μια οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Συμμαχία για την Κοινωνία των Πολιτών, εκτιμά ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν 1500 ως 2000 γυναίκες που έχουν χάσει τους συζύγους τους εξαιτίας αυτής της διαμάχης.

«Πήγαμε σε όλα τα κρατητήρια της χώρας. Ξοδέψαμε πολλά χρήματα. Πουλήσαμε το σπίτι μας και άλλα πράγματα, όμως όλα ήταν μάταια», λέει η Σαμπνάμ. Πολλές από τις γυναίκες που αναζητούν τους συζύγους τους έχουν εξαπατηθεί από επιτήδειους, που τις παραπλανούν με ψευδείς πληροφορίες έναντι αδρής αμοιβής.

Σύμφωνα με τη Συμμαχία για την Κοινωνία των Πολιτών, το 85% των συζύγων των αγνοούμενων είναι φτωχές, καθώς και οι άνδρες που εξαφανίστηκαν είναι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Και καθώς τα στρώματα αυτά δεν έχουν οικονομικούς πόρους, δεν έχουν ούτε και δυνατή φωνή για να ακουστούν.

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Γονέων Αγνοούμενων, στον οποίο συμμετέχουν και πολλές σύζυγοι εξαφανισμένων, κάπου 8000 ως 10000 άνθρωποι, κυρίως άμαχος πληθυσμός, έχουν εξαφανιστεί από τότε που ξεκίνησε το ένοπλο αποσχιστικό κίνημα στο Ινδικό Κασμίρ, το 1988.

Πηγή: www.bbc.co.uk


Γιώργος Σκιάνης

5 Φεβ 2008

Τογκολέζικη Δημοκρατία: Όψεις ενός εκλογικού αποτελέσματος

Χρονολόγιο

15ος αι – Άφιξη των Πορτογάλων. Στις ακτές εγκαθίστανται φυλές, όπως οι Εβέ από τη Νιγηρία και το Μπενίν, οι Μίνα και οι Γκουίν από την Γκάνα.

16ος αιώνας – Εμπόριο σκλάβων• φυλές του νότου όπως οι Μίνα δουλεύουν για τους Ευρωπαίους και πωλούν ως σκλάβους μέλη των φυλών του Βορρά, όπως τους Καμπγιέ.

1884 – Οι Γερμανοί κλείνουν συμφωνία με τον τοπικό αρχηγό και αναπτύσσουν καλλιέργειες κακάο, καφέ και βαμβάκι. Το Τόγκο αποκτά την καλύτερη υποδομή αυτού του είδους στην Αφρική.

1914 – Μετά την ήττα της Γερμανίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το Λομέ περνάει στα χέρια της Βρετανίας.

1919 – Η Κοινωνία των Εθνών παραχωρεί στη Γαλλία τα δύο τρίτα της πρώην γερμανικής αποικίας (που αντιστοιχούν στο σημερινό Τόγκο). Το ένα τρίτο παραμένει βρετανικό.

1946 – Το γαλλικό Τόγκο υπό την κηδεμονία του ΟΗΕ.

1956 – Το βρετανικό Τόγκο ενσωματώνεται στη Χρυσή Ακτή (σημερινή Γκάνα).

1958 – Πρώτες εκλογές υπό την επιτήρηση του ΟΗΕ. Πρόεδρος αναλαμβάνει ο Σιλβάνους Ολύμπιο, που είχε συγκεντρώσει γύρω του τους υποστηρικτές της ανεξαρτησίας.

1960 – Επίσημη ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του γαλλικού Τόγκο.

1963 – Πραξικόπημα και δολοφονία του Ολύμπιο. Αναλαμβάνει ο γαμπρός ου, Νικολά Γκρουνίτζκι.

1967 – Πραξικόπημα. Ο Γκρουνίτζκι εγκαταλείπει τη χώρα. Πρόεδρος αναλαμβάνει ο νεαρός αντισυνταγματάρχης Ετιέν Εγιαντέμα.

1969 – Ο Εγιαντέμα ιδρύει το RPT (Συνασπισμός του Τογκολέζικου Λαού) και κηρύσσει παράνομα τα υπόλοιπα κόμματα. Κυριότερος αντίπαλός του ο Ζιλκρίστ Ολύμπιο, γιος του Σιλβάνο, με το UFC (Ένωση Δυνάμεων της Αλλαγής).

1979 – Με αναθεώρηση του συντάγματος ο πρόεδρος αποκτά όλες τις εξουσίες. Ο Εγιαντέμα εκλέγεται πρόεδρος το 1986, το 1993, το 1998 και το 2003.

1990-1997 – Περίοδος ταραχών. Εκατοντάδες χιλιάδες Τογκολέζοι καταφεύγουν στην Γκάνα και το Μπενίν. Ο Εγιαντέμα δεσμεύεται για μετάβαση σε πολυκομματική δημοκρατία.

1992-1993 – Η Γαλλία διακόπτει τη στρατιωτική συνδρομή και οποιουδήποτε είδους συνεργασία με το Τόγκο, με εξαίρεση την ανθρωπιστική βοήθεια. Το αυτό και η Ε.Ε., λόγω του «δημοκρατικού ελλείμματος».

2005 – Ο Ετιέν Εγιαντέμα πεθαίνει, μετά από 37 χρόνια στην εξουσία. Αναλαμβάνει ο γιος του Φορ Γκνασίνγκμπε με τη συγκατάθεση της βουλής. Ξεσπούν βίαιες ταραχές, η διεθνής κοινότητα μιλά για πραξικόπημα και ο Φορ παραιτείται και θέτει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές, την ίδια χρονιά. Κερδίζει με 60%, με αντίπαλο τον Μπομπ Ακιτάνι του UFC. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει μαζική νοθεία, οι ταραχές συνεχίζονται. Αρκετές εκατοντάδες νεκροί και χιλιάδες πρόσφυγες σε Μπενίν και Γκάνα.

2006 – Υπό την πίεση της Αφρικανικής Ένωσης και με μεσολάβηση της Μπουρκίνα Φάσο ο Φορ δέχεται να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση.

Οι εκλογές του 2007

Οι διαπραγματεύσεις καταλήγουν στις 20 Αυγούστου 2006 στην «Καθολική Πολιτική Συμφωνία» που υπόγραψαν η κυβέρνηση, πέντε κόμματα της αντιπολίτευσης (μεταξύ αυτών και το UFC), και δύο οργανώσεις πολιτών. Η συμφωνία προβλέπει κυβέρνηση εθνικής ενότητας -που δημιουργήθηκε με πρωθυπουργό από την αντιπολίτευση (DCPA)-, συνταγματικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις για ενίσχυση του κράτους δικαίου και διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών για σχηματισμό νέας βουλής. Θα είναι οι πρώτες βουλευτικές εκλογές με διαφάνεια και ελευθερία που θα αφορά όχι μόνο τη συμμετοχή των κομμάτων, αλλά και τα ΜΜΕ τα οποία για πρώτη φορά είχαν δικαίωμα να καλύψουν προεκλογική εκστρατεία.

Η προετοιμασία για τις βουλευτικές εκλογές υποστηρίχθηκε από πρόγραμμα του ΟΗΕ, όσον αφορά την τεχνική υποδομή (μηχανογράφηση, δημιουργία εκλογικών καταλόγων) αλλά και την εκστρατεία ευαισθητοποίησης των Τογκολέζων που διενήργησαν διάφορες ΜΚΟ.

Οι εκλογές διεξήχθησαν στις 14 Οκτωβρίου 2007 με τη συμμετοχή δέκα κομμάτων. Το σύστημα της απλής αναλογικής σε επίπεδο περιφέρειας έδινε ήδη μεγάλο, και τελικά καθοριστικό, πλεονέκτημα στο RPT. Σε ένα γενικότερο κλίμα σιωπηρής έντασης και με σχεδόν 95% συμμετοχή, το RPT θριαμβεύει στον Βορρά της χώρας και κερδίζει συνολικά 50 από τις 87 έδρες της βουλής. Το UFC σημειώνει συντριπτική νίκη στο Νότο, παίρνει όμως μόνο 27 έδρες. Μεγάλα τμήματα της αντιπολίτευσης απαιτούν εκ νέου καταμέτρηση ψήφων, η οποία όμως δεν γίνεται.

Ωστόσο, αυτό που κατά γενική ομολογία αποκάλυψαν οι βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου είναι αυτό που οι ίδιοι οι Τογκολέζοι αποκαλούν «πολιτικό αναλφαβητισμό» τους. Ήταν εμφανές ότι σε προγραμματικό επίπεδο οι διαφορές των κομμάτων της αντιπολίτευσης μεταξύ τους αλλά και με το κυβερνών κόμμα ήταν μηδαμινές –τα περισσότερα μάλιστα δεν ανακοίνωσαν καν πρόγραμμα. Το «Υγεία, Παιδεία, Ανάπτυξη» ήταν το κοινό σύνθημα όλων, συν «Αλλαγή», «Όχι στην Ατιμωρησία» για μερικούς της αντιπολίτευσης. Ανύπαρκτη σχεδόν είναι και η οργανωτική υποδομή των κομμάτων, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να βασίσουν την προεκλογική τους εκστρατεία σε πρωτοβουλίες των οπαδών τους, οι οποίοι συνήθως αναλάμβαναν και τα αντίστοιχα έξοδα. Εξαίρεση αποτελεί το RPT που είναι οργανωμένο σε ολόκληρη τη χώρα και, ως ένα βαθμό, το UFC που όμως επικρίνεται γιατί δεν εκμεταλλεύτηκε ούτε την αναμφισβήτητη δύναμή του ούτε την υποστήριξη που είχε δεχθεί κατά καιρούς (και από τον Μιτεράν), για να επενδύσει στη δημιουργία πολιτικής ταυτότητας και ισχυρής κομματικής βάσης.

Φυλή, τοπικισμός και ψήφος


Είναι γεγονός ότι RPT έχει πολύ στενές συγγένειες με τη φυλή Καμπγιέ του Βορρά, η οποία σε μεγάλο βαθμό στελεχώνει και τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, ενώ το UFC με τις φυλές του Νότου και τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής του Λομέ. Είναι επίσης γεγονός ότι και προεκλογικά ο ρόλος των παραδοσιακών αρχηγών στα χωριά ήταν εξαιρετικά σημαντικός. Επιπλέον, το εκλογικό σύστημα είχε ως συνέπεια να αντικατοπτριστεί στο αποτέλεσμα μια διαίρεση Βορρά – Νότου, τόσο έντονη που είναι αδύνατον να περάσει απαρατήρητη. Το UFC κατήγγειλε ότι «για να κερδίσει τις έδρες του Βορρά, το RPT έπαιξε επικίνδυνα με τον τοπικιστικό χάρτη και κατασκεύασε μια τεχνητή πολιτική διαίρεση». Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι και το ίδιο συντηρεί αυτή την, ανύπαρκτη επί της ουσίας, διαίρεση, που θα το βοηθήσει να κερδίσει κάποια στιγμή τη μονομαχία με το RPT, ή έστω να εξασφαλίσει συμμετοχή σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας».

Τα γεγονότα τους επιβεβαιώνουν: αρχές Νοεμβρίου το UFC ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή του στη νέα κυβέρνηση, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι αφού με την παρουσία του στη βουλή ούτως ή άλλως νομιμοποιεί την κυβέρνηση του RPT, γιατί να μην συμμετάσχει και σε αυτή, προσπαθώντας να επηρεάσει την πολιτική της.

Στον δημόσιο διάλογο περί «φυλετικής ψήφου», πάντως, οι Τογκολέζοι που αρνούνται την ισχύ αυτής της άποψης φαίνεται να είναι όσοι βλέπουν πέρα από το δίπολο RPT - UFC. Προβάλλεται έντονο το αίτημα για πολιτική παιδεία και ουσιαστική αντιπολίτευση που θα έρθει σε ρήξη και δεν θα προθυμοποιείται να συνεργαστεί με το πρόσχημα της φυλετικής / εθνικής ενότητας. Η πλευρά αυτή όμως δεν εκφράζεται έντονα στον κομματικό χάρτη της χώρας.

Εκδημοκρατισμός

Η εντονότατη παρουσία διεθνών παρατηρητών (Αφρικανική Ένωση, Ε.Ε., ΟΗΕ, Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας και πολλών άλλων) αλλά και παρατηρητών τογκολέζικων ΜΚΟ είχε όντως δώσει ελπίδες στους αντιπάλους του RPT. Το μέγεθός τους φάνηκε από το μέγεθος της απογοήτευσης και της δυσαρέσκειας που εκφράστηκε έναντι των αποστολών εκλογικής παρατήρησης μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Ο περιορισμός της παρατήρησης στη γραφειοκρατική κυρίως όψη της εκλογικής διαδικασίας και το, τουλάχιστον επιφανειακά, ήρεμο κλίμα της προεκλογικής περιόδου, δικαιολόγησαν την αξιολόγηση των εκλογών ως «διαφανών και ελεύθερων». Οι διάφορες ανακοινώσεις όμως, σχολιάζει η αντιπολίτευση, δεν αναφέρονταν στις πρακτικές επηρεασμού, εκφοβισμού και εξαγοράς ψήφων που εφαρμόστηκαν, επικυρώνουν ένα αποτέλεσμα που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα και, κυρίως, δεν συμβάλλουν στην προώθηση του εκδημοκρατισμού, τον οποίον επιθυμεί σχεδόν το σύνολο του λαού, ακόμα και τμήματα του RPT.

«Ασχολήθηκαν κυρίως [οι παρατηρητές] να νομιμοποιήσουν τη διαδικασία, για να ξεμπλοκάρουν τα κονδύλια της Ε.Ε. και τα υπόλοιπα γρανάζια που συνδέονται μαζί της», καταγγέλλουν οι Τογκολέζοι της Διασποράς. Αυτήν την άποψη περίπου εκφράζουν και όσοι θεωρούν ότι η συνολική διαδικασία εκδημοκρατισμού που εφαρμόζεται αποτυγχάνει να ενσωματώσει τις συγκεκριμένες συνθήκες της χώρας.

Οι κυρώσεις που είχαν επιβληθεί από την Ε.Ε. το 1993 άρθηκαν στις 29 του περασμένου Νοέμβρη. Η χώρα θα χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης με 120 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2008-2016.


Πρωτεύουσα: Λομέ

Έκταση: 56.785 km²

Πληθυσμός: 6.150.000

ΑEΠ: 2,16 δισ., ανά κάτοικο 352 δολ.

Θρησκείες: ανιμιστές (70%), χριστιανοί (20%), μουσουλμάνοι (10%)

Εθνότητες: 37 εθνικές ομάδες

Γλώσσες: Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα της χώρας. Επίσης μιλιούνται 4 τοπικές γλώσσες και 50 αφρικανικές διάλεκτοι.

Οικονομία: Η γεωργία αποτελεί τη βασική πηγή εισοδήματος και στην καλλιέργεια τροφίμων απασχολείται το 65% του εργατικού δυναμικού, το υπόλοιπο 35% περίπου στις καλλιέργειες κακάο, καφέ, βαμβακιού και στα μεταλλεία φωσφορικών αλάτων –το Τόγκο είναι πέμπτο στον κόσμο στην παραγωγή τους. Το λιμάνι του Λομέ είναι το μόνο βαθύ λιμάνι της περιοχής και εξυπηρετεί πολλές γειτονικές χώρες.

Η υπόθεση «Ματωμένα Διαμάντια» στο Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε. ΛΕΙΠΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΔΩΛΙΟ ΟΙ ΗΘΙΚΟΙ ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Την 7 Γενάρη όρισε το Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε, που εδρεύει εκτάκτως στη Χάγη, ως ημερομηνία επανέναρξης της δίκης του διαβόητου Τσαρλς Τέιλορ, τέως πρόεδρου της Λιβερίας, και επίσημα πια κατηγορούμενου για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, στρατολόγηση παιδιών-στρατιωτών, σεξουαλική δουλεία, βιασμούς, λεηλασίες και λοιπές συναφείς πράξεις. O Τέιλορ είναι ο πρώτος τέως αρχηγός αφρικανικού κράτους που δικάζεται για παρόμοια αδικήματα από διεθνές δικαστήριο.


Βίος και πολιτεία ενός πολέμαρχου

Οι κατηγορίες εναντίον του Τέιλορ έχουν ρίζες βαθιά πίσω στο χρόνο. Αρχικά μέλος της στρατιωτικής κυβέρνησης του Σάμουελ Ντόε που πήρε την εξουσία στη Λιβερία το 1980 με πραξικόπημα, ο Τέιλορ εγκαταλείπει τη χώρα τρία χρόνια αργότερα όταν κινδυνεύει να συλληφθεί για υπεξαίρεση από τα κρατικά ταμεία. Ύστερα από μερικά χρόνια περιπλάνησης, πρώτα στις ΗΠΑ και μετά στη Λιβύη, συγκροτεί τελικά το λεγόμενο «Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο Λιβερίας» (NPFL), με δικό του αντάρτικο στρατό και έδρα την Ακτή Ελεφαντοστού, απ’ όπου εισβάλει στη Λιβερία στα τέλη του ’89 ως ελευθερωτής που ήρθε ν’ απαλλάξει τη χώρα από τη χούντα του Ντόε. Είναι η εναρκτήρια πράξη του πρώτου εμφύλιου της Λιβερίας που θα διαρκέσει εφτά χρόνια και θα κοστίσει περί τις διακόσιες χιλιάδες ζωές σε μία χώρα μόλις τριών εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων κατοίκων.


Παράλληλα, την ίδια περίοδο, ο Τέιλορ συμμαχεί με τον Φοντάι Σάνκο, ηγέτη του αυτοαποκαλούμενου «Ενιαίου Επαναστατικού Μετώπου» (RUF) της Σιέρα Λεόνε, στον οποίο παρέχει όπλα και ορμητήριο από τα εδάφη της Λιβερίας που περιέρχονται σταδιακά υπό τον έλεγχό του. Έτσι, από το 1991 και πέρα ο πόλεμος της Λιβερίας εξαπλώνεται πλέον και στη γειτονική χώρα, ενώ ο Τέιλορ εξαργυρώνει τις υπηρεσίες του προς το RUF αμειβόμενος με διαμάντια από τα ορυχεία που το ένα μετά το άλλο πέφτουνε στα χέρια των Σιεραλεονέζων ανταρτών.

Αν υποτεθεί πως στο ξεκίνημά τους πολλά μέλη του RUF είχαν καθαρά πολιτικά κίνητρα με στόχο την ανατροπή της διεφθαρμένης κυβέρνησης του Φριτάουν, κάτω από τη δίδυμη καθοδήγηση Τέιλορ-Σάνκο η οργάνωση δεν θ’ αργήσει να μετατραπεί σε καθαρά μαφιόζικη συμμορία με κύρια δραστηριότητα το λαθρεμπόριο διαμαντιών και χρυσού. Όταν δε το 1996 τα λεφούσια του Τέιλορ επιβάλλονται ολοκληρωτικά στη Λιβερία, επικρατώντας όχι μόνο του Ντόε αλλά και του Πρινς Τζόνσον, έτερου πολέμαρχου αρχικά στο πλευρό του Τέιλορ και στη συνέχεια ανταγωνιστή του στο αγώνα για την εξουσία, τότε η προσοδοφόρα κολεγιά Τέιλορ-RUF φτάνει στο απόγειο της απόδοσής της. Είναι η εποχή όπου η Λιβερία γίνεται γνωστή με το παρατσούκλι «Τέιλορλαντ» καθώς η χώρα μετατρέπεται πλέον ανοιχτά σε επαγγελματική έδρα των μαφιόζικων δραστηριοτήτων του αρχηγού της, δηλαδή σε πλυντήριο για τα ματωμένα διαμάντια της Σιέρα Λεόνε. Ακόμα και σε συνθήκες διεθνούς εμπράργκο, τα δίκτυα του RUF συνεχίζουν να προωθούν τα διαμάντια από τη Σιέρα Λεόνε στην Τέιλορλαντ, όπου και λαμβάνουν το απαραίτητο πιστοποιητικό προέλευσης, και κατόπιν αυτού, πουλιούνται ελεύθερα στις διεθνείς αγορές ως «λιβεριανά». Οι οποίες αγορές εννοείται ότι γνωρίζουν πολύ καλά ποια είναι η αληθινή προέλευση των αστραφτερών λίθων αλλά σιγά μην κάτσουν να σκάσουν για παρόμοιες λεπτομέρειες. Από πού το γνωρίζουν; Μα είναι απλό: Ολόκληρη η παραγωγή των αδαμαντωρυχείων της Λιβερίας δεν θα αρκούσε για να καλύψει ούτε το 5% των διακινούμενων από το έδαφός της διαμαντιών.


Τα όρνια των γυάλινων γραφείων

Κανένας πόλεμος δεν χαρακτηρίζεται από την αβρότητά του. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένοι που ξεχωρίζουν για τη φρίκη τους. Κι ο πόλεμος της Σιέρα Λεόνε είναι αναμφίβολα ένας απ’ αυτούς. Σήμα κατατεθέν, οι δεκάδες χιλιάδες ακρωτηριασμοί που επέβαλε το RUF στους «αντιφρονούντες», οι συστηματικές απαγωγές και σεξουαλικές κακοποιήσεις, καθώς και η μαζική στρατολόγηση παιδιών-πολεμιστών στην πρώτη γραμμή του «αντάρτικου». Χώρια βεβαίως οι πενήντα χιλιάδες νεκροί και τα δύο εκατομμύρια των ξεριζωμένων, ήτοι το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας.

Δεν θα πρέπει ωστόσο να παρασυρθεί κανείς απ’ αυτό το σκηνικό της απόλυτης κτηνωδίας και να πιστέψει ότι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι μόνον, ή κυρίως, αυτοί που φαίνονται σε πρώτο πλάνο να εκτελούν το μακάβριο έργο τους. Σ’ έναν τέτοιο αιματηρό αγώνα ζωής και θανάτου, όπου το έπαθλο μετριέται σε καράτια, οι πιο σοβαροί παίκτες δεν διαγωνίζονται μέσα σε σαβάνες βουτηγμένες στην ελονοσία. Κινούν τα νήματα από την έδρα τους, μέσα από ντιζάιν γραφεία στεγασμένα σε πολυώροφα ιριδίζοντα κτίρια κάπου ανάμεσα σε Λονδίνο, Αμβέρσα, Νέα Υόρκη, ή Γιοχάνεσμπουργκ.

Έτσι λοιπόν, στο φόρτε του εμφυλίου της Σιέρα Λεόνε, πέρα από τα δύο «επίσημα» αντιμαχόμενα στρατόπεδα - το RUF από τη μια, και τον εθνικό στρατό από την άλλη – βρίσκονται να ξεσαλώνουν από δίπλα και κάμποσες ιδιωτικές μιλίτσιες που πασχίζουν για λογαριασμό των παραπάνω ευυπόληπτων ενοίκων των γυάλινων γραφείων να αποκτήσουν πρόσβαση στα ορυχεία, η εκμετάλλευση των οποίων τους έχει τύποις παραχωρηθεί από την εκάστοτε νόμιμη (που λέει ο λόγος) κεντρική κυβέρνηση της Φριτάουν. Η νοτιοαφρικάνικη Executive Outcomes, η αγγλική Sandline International, η ισραηλινή Levdan είναι μερικά μόνο ονόματα από τα τάγματα των μισθοφόρων που δρουν για λογαριασμό των Global Exploration, Rex Mining, Diamond Works, και λοιπή κομπανία. Όσο για τους κολοσσούς διαμαντέμπορους της De Beers και της Lazare Kaplan που ελέγχουν τη μερίδα του λέοντος στις διεθνείς αγορές, αυτοί δεν έχουν καν ανάγκη να προσφύγουν στη μίσθωση εξωτερικών «συνεργατών». Εξυπηρετούνται μια χαρά κατ’ ευθείαν από τους πλιατσικολόγους του RUF.

Δύσκολο βέβαια να φανταστεί κανείς πως θα μπορούσε ποτέ να φουντώσει και να συντηρηθεί τόσα χρόνια αυτός ο απίστευτα βρώμικος πόλεμος αν δεν καραδοκούσε εξ αρχής όλη εκείνη η στρατιά των καθωσπρέπει όρνιων να διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοβάλει χέρι πάνω στα ματωμένα διαμάντια. Πολλαπλά ωφελημένες από τις χαμηλές τιμές του λαθρεμπορίου, ουσιαστικοί παρακινητές και ανατροφοδότες της φρίκης, καμία ωστόσο από τις εταιρείες πρωταγωνιστές δεν πρόκειται ποτέ ως όφειλε να κάτσει στο εδώλιο πλάι στον Τέιλορ για να δικαστεί για ηθική αυτουργία σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.


Τραγωδίας επίλογος

Το πάρτι του θανάτου στη Σιέρα Λεόνε θα διαρκέσει ως περίπου το 2002 οπότε και αρχίζει σταδιακά να εμπεδώνεται στην πράξη η ειρηνευτική συμφωνία που υπογράφτηκε στο μεταξύ τρία χρόνια πριν στο Λόμε του Τόγκο. Την ίδια εποχή στη Λιβερία θα μπει στην τελική του φάση ο αποκαλούμενος «δεύτερος εμφύλιος» που ξεκίνησε στα τέλη του ’99 και που μετά από καμιά πενηνταριά χιλιάδες επιπλέον νεκρούς θα οδηγήσει (επιτέλους) στην ανατροπή του Τέιλορ το 2003. Ο τελευταίος πάντως, πριν καταθέσει τα όπλα, φροντίζει να διασφαλίσει το τομάρι του. Στα πλαίσια μιας ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας, διαπραγματεύεται επιτυχώς την αναχώρησή του για τη Νιγηρία που δέχεται προθύμως να του παράσχει άσυλο. Η ύστατη κουβέντα του ανεβαίνοντας στο αεροπλάνο είναι κατά κάποιο τρόπο προφητική: Δεν τέλειωσα, θα επιστρέψω.

Όπερ και εγένετο με την έκδοση του το 2006 προς το Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε κατόπιν σχετικού αιτήματος της νέας προέδρου της Λιβερίας Έλεν Τζόνσον Σίρλιφ και πολλαπλών διεθνών πιέσεων πάνω στη Νιγηρία. Η εξέλιξη αυτή, οπωσδήποτε ενθαρρυντική ως προς την απόδοση στοιχειώδους δικαιοσύνης, έχει ωστόσο και μιαν άλλη λιγότερο θετική όψη: Η δυνατότητα για αυτοεξορία στη Νιγηρία δόθηκε στον Τέιλορ ως αντάλλαγμα προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή πολιτική μετάβαση σε Σιέρα Λεόνε και Λιβερία. Η αθέτηση όμως της συμφωνίας αναμφίβολα θα καταγραφεί από ορισμένες πλευρές ως ένα επικίνδυνο προηγούμενο, και ενδέχεται να βαρύνει αρνητικά πάνω στις όποιες ανάλογες ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις χρειαστεί να γίνουν στο μέλλον σε άλλες αφρικανικές χώρες.


ΣΙΕΡΑ ΛΕΟΝΕ

Επιφάνεια 71.700 χλμ2
Πρωτεύουσα: Φριτάουν
Πληθυσμός: 6,150 εκ.
Προσδόκιμο ζωής: άντρες 38,4, γυναίκες 42,9
Ετήσια κατά κεφαλή εισόδημα: 900 $





Ιστορία

Η χώρα κερδίζει την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία το 1961.
Η μεγάλη διαφθορά της κυβέρνησης υπό τον Τζόζεφ Μόμο, θα οδηγήσει στο ξέσπασμα του εμφυλίου το 1991. Επακολουθούν διαδοχικά στρατιωτικά πραξικοπήματα με ενδιάμεσες απόπειρες εκλογών ενόσω μαίνεται ο πόλεμος με το RUF. Με απόφαση του ΟΗΕ οι πρώτοι κυανόκρανοι αποστέλλονται στο Φριτάουν στα τέλη του 1999. Η λήξη του εμφυλίου προκηρύσσεται στις αρχές του 2002 από τον νέο πρόεδρο Kabbah (Κάμπα;) που έχει στο μεταξύ εκλεγεί. Οι τελευταίοι κυανόκρανοι εγκαταλείπουν τη χώρα το 2005. Στις πρόσφατες εκλογές του Σεπτέμβρη 2007, πρόεδρος αναδείχτηκε ο Έρνεστ Κορόμα.



ΛΙΒΕΡΙΑ

Επιφάνεια: 111.400 χλμ2
Πρωτεύουσα: Μονρόβια
Πληθυσμός: 3,2 εκ.
Προσδόκιμο ζωής: άντρες 38,9, γυναίκες 41,9
Ετήσιο κατά κεφαλή εισόδημα: 900 $





Ιστορία

Η Λιβερία είναι η μοναδική χώρα της Δυτικής Αφρικής που δεν έχει γνωρίσει αποικιοκρατία - τουλάχιστον με την κλασσική της μορφή - κι αυτό οφείλεται στον τρόπο συγκρότησής της. Ιδρύθηκε το 1822 ως τόπος «επαναπατρισμού» απελευθερωθέντων σκλάβων στις ΗΠΑ και ανεξαρτητοποιήθηκε το 1847.
Μετά τα γεγονότα που περιγράφονται στο άρθρο, σήμερα την χώρα κυβερνάει η συντηρητική Έλεν Τζόνσον Σίρλιφ που κέρδισε τις προεδρικές εκλογές το φθινόπωρο του 2005 και έγινε έτσι η πρώτη γυναίκα πρόεδρος σε ολόκληρη την Αφρική.

Ισαβέλλα Μπερτράν

Κούβα και Αφρική

ANGEL GUERRA CABRERA

Η διεθνιστική δράση της Κούβας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Αφρική, είχε τεράστιο αντίκτυπο στη σύγχρονη ιστορία αυτής της βασανισμένης ηπείρου, καθώς και σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, η διήγηση των γεγονότων και η έντιμη αποτίμησή τους δεν έχουν ακόμα γίνει. Εξαιτίας αυτού του ελλείμματος πληροφόρησης, επωφελούνται τα προπαγανδιστικά μέσα ενημέρωσης του ιμπεριαλισμού, που προσπαθούν να απαξιώσουν αυτό το σπουδαίο γεγονός, διότι αποκαλύπτει δυο ενοχλητικές αλήθειες: την αυτονομία της Κούβας απέναντι στην τότε ΕΣΣΔ και τον συστηματικό αλτρουισμό που χαρακτήριζε την κουβανική εξωτερική πολιτική, καθώς και την ευθύνη της Ευρώπης και των ΗΠΑ για το ότι υπερασπίστηκαν την αποικιοκρατία μέχρι την τελευταία στιγμή.
Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η ερευνητική δουλειά που έκανε πάνω σ’ αυτό το θέμα ο Βορειοαμερικανός με ιταλική καταγωγή Piero Gleijeses, που γύρισε τον κόσμο αναζητώντας μαρτυρίες και ντοκουμέντα και που βυθίστηκε για χρόνια στα αρχεία των ΗΠΑ, της πρώην ΕΣΣΔ και της Κούβας για να στηρίξει τις θέσεις του. Όπως εξηγεί ο Gleijeses, η δουλειά του ήταν πολύ πιο περίπλοκη από αυτήν ενός ιστορικού του κυρίαρχου ρεύματος, που μπορεί να στηρίζει ανέξοδα τις θέσεις του χρησιμοποιώντας δευτερογενείς πηγές ή απλά και μόνο τις εικασίες των «πολιτικά ορθών» διανοούμενων και δημοσιογράφων που δεν υπόκεινται στη βάσανο της κριτικής.
Λίγοι γνωρίζουν για τη στρατιωτική και ανθρωπιστική συνεργασία της Κούβας με το αλγερινό απελευθερωτικό κίνημα. Ούτε και το ότι το 1963, μια κουβανική στρατιωτική δύναμη αναχαίτισε την επίθεση που εξαπέλυσε ο βασιλιάς του Μαρόκου Χασάν ο 2ος, με βορειοαμερικάνικη παρότρυνση και στήριξη, ενάντια στο νεοσύστατο αλγερινό κράτος, με σκοπό να προσαρτήσει την πλούσια γειτονική περιοχή του Τιντούφ. Αν πετύχαινε το σχέδιο των Μαροκινών, θα πλήγονταν καίρια η μόλις πρόσφατα ανεξάρτητη Αλγερία. Επίσης, σε εκείνη τη χώρα πρωτοεκδηλώθηκε η κουβανική αλληλεγγύη στον τομέα της υγείας με δεκάδες γιατρούς, που σήμερα έχει επεκταθεί σε διάφορες χώρες του Τρίτου Κόσμου με 30 χιλιάδες ιατρικό προσωπικό.
Ανάλογη άγνοια υπάρχει γύρω από την υλική στήριξη που παρείχε η Αβάνα στο Λαϊκό Κίνημα για την Απελευθέρωση της Αγκόλας (MPLA) και στο Αφρικανικό Κόμμα για την Ανεξαρτησία της Γουινέας και του Πράσινου Ακρωτηρίου (PAIGC). Εκατοντάδες μαχητές και στελέχη αυτών των κινημάτων εκπαιδεύτηκαν και έτυχαν συμβουλευτικής υποστήριξης από Κουβανούς διεθνιστές στρατιωτικούς, κατά την περίοδο μεταξύ 1965 και 1976, όταν οι περιοχές αυτές απελευθερώθηκαν, μετά την πορτογαλική Επανάσταση των Γαριφάλων. Αυτό είναι ένα γεγονός που αναγνωρίζουν οι πρωταγωνιστές του προοδευτικού και αντιφασιστικού στρατιωτικού κινήματος στην Πορτογαλία, το οποίο σφυρηλατήθηκε μέσα από την τραυματική εμπειρία που απέκτησε από τον αντιαποικιακό αγώνα του MPLA, του PAIGC και του Μετώπου για την Απελευθέρωση της Μοζαμβίκης. Αυτό που μένει είναι να αναλυθεί σε ποιο βαθμό επηρέασε ο ενεργός κουβανικός διεθνισμός αυτά τα γεγονότα, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τη στρατιωτική συνεργασία, η Κούβα ήταν ένα από τα λίγα μη αφρικανικά κράτη που διατήρησε σταθερά μια πολιτική αλληλεγγύης με τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα στα διεθνή φόρα.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά μεγάλη σημασία η παρουσία του Τσε Γκεβάρα στο πρώην βελγικό Κογκό, καθώς και η υποδομή που παρείχε η Κούβα στην αποστολή του, όπως και σε άλλα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική.
Η κορύφωση αυτής της φάσης της κουβανικής αλληλεγγύης με την Αφρική ήρθε κάποια χρόνια αργότερα. Ο πιο άμεσος προάγγελός της είναι η συντριπτική ήττα των βορειοαμερικάνικων σχεδίων για αποτροπή της ανεξαρτησίας της Αγκόλας, το 1976. Στην Κούβα ακολουθούνταν πάντα η αρχή της εθελοντικής συμμετοχής των διεθνιστών, στρατιωτών ή πολιτών, και εκείνη την περίοδο πάνω από 300 χιλιάδες πολίτες είχαν δηλώσει συμμετοχή στον πόλεμο της Αγκόλας. Με αυτή την ηθική δύναμη, 36 χιλιάδες Κουβανοί οργανωμένοι σε στρατιωτικούς σχηματισμούς πέρασαν τον Ατλαντικό και σύντριψαν, μαζί με τους Αγκολέζους συντρόφους τους, τη διπλή εισβολή Ευρωπαίων μισθοφόρων και στρατευμάτων του αιματοβαμμένου καθεστώτος Μομπούτου από το Βορρά και δυνάμεων του ρατσιστικού καθεστώτος της Πραιτόρια από το Νότο.
Μετά από έντεκα χρόνια, μια νέα απόπειρα των Νοτιοαφρικανών φασιστών να κατακτήσουν την Αγκόλα, κάνοντας μια άνευ προηγουμένου στρατιωτική κινητοποίηση, τσακίστηκε από πολυάριθμες κουβανικές δυνάμεις που είχε στείλει η Αβάνα. Η κουβανική νίκη δεν εξασφάλισε μόνο την ανεξαρτησία της Αγκόλας, αλλά επίσης την απελευθέρωση της Ναμίμπιας και το τέλος του απαρτχάιντ, όπως το διακήρυξε στα Ηνωμένα Έθνη ο πρόεδρος της νέας Νότιας Αφρικής Νέλσον Μαντέλα, και το οποίο αποτελεί μια εξέλιξη που η Ουάσιγκτον και τα τσιράκια της θέλουν να βλέπουν σαν κάτι που έπεσε από τον ουρανό.

Για την μετάφραση: Γ.Σ.

Η κυβέρνηση της Νιγηρίας συμφώνησε να συμμετέχει στην AFRICOM.

Σε συνάντηση που είχε στις 13 Δεκεμβρίου 2007 o πρόεδρος της Νιγηρίας Umaru Musa Yar'Adua με το πρόεδρο Μπους, στα πλαίσια της επίσημης επίσκεψης του πρώτου στις ΗΠΑ, συμφώνησε με τον τελευταίο να συμμετέχει τελικά η Νιγηρία σε διάφορα προγράμματα του νέου επιτελικού – στρατιωτικού σχήματος των ΗΠΑ για την Αφρική (AFRICOM). Η αποδοχή του προέδρου της Νιγηρίας δεν ήταν αναμενόμενη, καθώς στο πρόσφατο παρελθόν ο υπουργός εξωτερικών της χώρας είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να συμμετέχει η Νιγηρία στο σχήμα αυτό, κάτι που είχε επιβεβαιώσει αργότερα και ίδιος ο πρόεδρος. Είναι βέβαιο πως σημαντικό ρόλο για την αλλαγή της στάσης της Νιγηριανής κυβέρνησης είναι η διαρκής αύξηση της επιρροής του MEND (κίνημα για την χειραφέτηση των λαών του δέλτα του Νίγηρα), παρόλη την αναστολή αρκετών από τις δραστηριότητες που είχε αποφασίσει μετά τις τελευταίες εκλογές (υπάρχει αναφορά στο τεύχος 7 του Resistencias). Ωστόσο, ο φόβος για ένα νέο κύκλο ένοπλης αντίστασης μετά την μετεκλογική ύφεση δεν είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο εμφανίζεται η αλλαγή πολιτικής. Η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 2007 έχει καθαρά νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό. Τα όποια σχέδια για στοιχειώδη εθνικοποίηση των εγχώριων φυσικών πόρων (η Νιγηρία έχει τεράστια αποθέματα πετρελαίου) έχουν εγκαταλειφθεί και η κυρίαρχη πλέον πολιτική είναι αυτή της ενσωμάτωσης στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής, και με δεδομένο ότι οι φυσικοί πόροι της χώρας ελέγχονται από το βορειοαμερικάνικο κεφάλαιο, η εντονότερη προσέγγιση της χώρας με τις ΗΠΑ είναι αναπόφευκτη και σε αυτήν την βάση ενισχύονται και αναπτύσσονται οι διμερείς σχέσεις Νιγηρίας - ΗΠΑ.

Εκτός από τη συμμετοχή της, η Νιγηρία συζητά (δεν το έχει αποκλείσει τουλάχιστον) για την στέγαση διοικητικών δραστηριοτήτων ή στρατιωτικών μονάδων της AFRICOM, κάτι που αποτελεί ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού. Επιπλέον η στάση της Νιγηρίας αποτελεί μεγάλη βοήθεια προς τις ΗΠΑ για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού, καθώς η αποδοχή του από μια ισχυρή χώρα (για τα αφρικανικά μεγέθη πάντα) δίνει το έρεισμα για την περαιτέρω αποδοχή και από άλλες χώρες. Η Νιγηρία θα λάβει σαν αντάλλαγμα ανθρωπιστική βοήθεια και διοικητική τεχνογνωσία, προκειμένου να βελτιώσει την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης της.

Μ.Χ

Πηγή : Allafrica.com

4 Φεβ 2008

Η θεμελίωση μιας νέας συνταγματικής τάξης στο Ιράκ. Είναι δυνατή η άσκηση συντακτικής εξουσίας σε συνθήκες κατοχής;

Επιβάλλοντας την «Δημοκρατία».

Η εισβολή και κατοχή του Ιράκ συνοδεύτηκε εξ αρχής από μια προσπάθεια εισαγωγής θεσμών του κράτους δικαίου, έτσι ώστε το εγχείρημα της ανατροπής του Σαντάμ να εμφανιστεί ως απελευθέρωση του ιρακινού λαού και επιβολή της δημοκρατίας. Κομβικό σημείο στη διαδικασία εισαγωγής των θεσμών του κράτους δικαίου απετέλεσε η διαδικασία θέσπισης ενός νέου συντάγματος στο Ιράκ το οποίο άρχισε να ισχύει μετά από δημοψήφισμα στις 15 Οκτώβρη 2005. Το προηγούμενο σύνταγμα είχε θεσπιστεί το 1970 μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Μπάαθ και είχε το χαρακτήρα προσωρινού συντάγματος. Ωστόσο ποτέ δεν εφαρμόστηκε ουσιαστικά ούτε και απετέλεσε πραγματικό όριο στην άσκηση εξουσίας από το κόμμα Μπάαθ και τις πολιτικές δομές του καθεστώτος.

Η διαδικασία θέσπισης του νέου συντάγματος περιλάμβανε μια μεταβατική περίοδο διοίκησης κατά την οποία η κυβερνητική εξουσία ήταν στα χέρια ενός οργάνου διορισμένου από τις δυνάμεις κατοχής (Κυβερνητικό Συμβούλιο) που λειτουργούσε σύμφωνα με τους κανόνες του «νόμου για τη διοίκηση του Ιράκ κατά τη μεταβατική περίοδο». Οι υποστηρικτές του σχεδίου μετάβασης του Ιράκ στη δημοκρατία δε δίστασαν να χαρακτηρίσουν το κείμενο του νόμου ως «προσωρινό σύνταγμα» ανατρέχοντας στα προηγούμενα της Ιαπωνίας και Γερμανίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο τα προσωρινά συντάγματα κατά τις περιόδους μετάβασης από ένα απολυταρχικό καθεστώς σε καθεστώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας παίζουν ένα συγκεκριμένο ρόλο και εμπεριέχουν ορισμένες ιδιότητες που καθιστούν τη διαδικασία μετάβασης υπό των έλεγχο αντιπροσωπευτικών πολιτικών σωμάτων.

Τι είναι ένα «προσωρινό σύνταγμα».

Τα «προσωρινά συντάγματα» αποσκοπούν να θέσουν υπό δημοκρατικό έλεγχο μια διαδικασία που από τη φύση της δεν είναι απόλυτα δημοκρατική. Πιο συγκεκριμένα οι διακηρύξεις των συνταγματικών κειμένων, με τις οποίες διατυπώνεται η βούληση για την εγκαθίδρυση μιας νέας συνταγματικής τάξης, θέτουν πάντα το ζήτημα του «υποκειμένου» που εκφράζεται και εν ονόματι ποίου ομιλεί. Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε απόφαση μιας συνέλευσης συντακτικού χαρακτήρα εγείρει ερωτήματα που αφορούν στη νομιμοποίηση της απόφασης και της διαδικασίας που καταλήγει στη θέσπιση ενός νέου συντάγματος. Η διαφορά ανάμεσα στη νομιμοποίηση μιας ήδη συντεταγμένης εξουσίας και τη νομιμοποίηση της συντακτικής εξουσίας, συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει κάποιο εξωτερικό ως προς τη συντακτική εξουσία σημείο αναφοράς με βάση το οποίο να κρίνουμε τη διαδικασία και την απόφαση. Εάν θεωρήσουμε ότι η νομιμοποίηση του εγχειρήματος θεμελιώνεται στην ύπαρξη του Λαού, θα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο ερώτημα σχετικά με το θεμέλιο της εξουσίας του λαού να θέσει ένα νέο σύνταγμα, ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας η οποία δεν θεωρεί τη συντακτική εξουσία ένα απλό γεγονός [factum] που κρίνεται αποκλειστικά από την επιτυχία του. Εάν μετατοπίσουμε το θεμέλιο στο ίδιο το Σύνταγμα και θεωρήσουμε ότι το σύνταγμα μέσω του διακηρυκτικού χαρακτήρα κάποιων διατάξεων, μορφοποιεί το νέο πολιτικό υποκείμενο που ονομάζεται λαός, τότε δεν απαντούμε στο ερώτημα σχετικά με το θεμέλιο της εξουσίας του ίδιου του συντάγματος. Έχουμε ένα κύκλο από την περιφέρεια του οποίου δεν προκύπτει κανένα σημείο που να υπερβαίνει την αυτό-αναφορικότητα του φαινομένου της συντακτικής εξουσίας. Η απόφαση μιας συντακτικής συνέλευσης δημιουργεί μια νέα «κατάσταση» που θεμελιώνεται στην απόφαση καθεαυτή χωρίς αναγωγή σε μια διαδικασία που είναι προγενέστερη ή εξωτερική ως προς την απόφαση. Η στιγμή της απόφασης δεν θεμελιώνεται σε κανόνες που έχουν διατυπωθεί πριν από τη συγκρότηση της συντακτικής συνέλευσης. Η συνέλευση καθορίζει τους διαδικαστικούς κανόνες λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της καθώς και το περιεχόμενο των κανόνων του νέου συντάγματος, αλλά και της διαδικασίας με την οποία αυτό τίθεται σε ισχύ. Τη στιγμή της απόφασης το συντακτικό υποκείμενο δεν δεσμεύεται από την προηγούμενη «κατάσταση».

Ένα «προσωρινό σύνταγμα» λοιπόν αποσκοπεί να θέσει τους διαδικαστικούς και ουσιαστικούς εκείνους κανόνες που δεν θα επιτρέψουν κατά τη μεταβατική περίοδο στους εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος να εκμεταλλευτούν τη δεσπόζουσα θέση τους έτσι ώστε να κυριαρχήσουν και στη διαδικασία θέσπισης του νέου συντάγματος διαιωνίζοντας την πολιτική κυριαρχία τους στο καθεστώς που θα προκύψει. Για παράδειγμα στη Νότιο Αφρική κατά την περίοδο μετάβασης από το Απαρχάιντ στο νέο πολιτικό καθεστώς, το προσωρινό σύνταγμα που ίσχυσε μέχρι τη σύνταξη του οριστικού περιείχε 34 βασικές αρχές που δέσμευαν όλα τα πολιτικά κόμματα και κινήματα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία και το τελικό κείμενο του οριστικού συντάγματος τέθηκε σε δημοψήφισμα και επικυρώθηκε από μια δημοκρατικά εκλεγμένη βουλή με πλειοψηφία 2/3. Φυσικά, το περιεχόμενο ενός «προσωρινού συντάγματος» και η θέση του σε ισχύ οφείλεται σε συμφωνίες μεταξύ όσων έχουν προεπιλεγεί να συμμετέχουν στις συνομιλίες που αφορούν τη μετάβαση της πολιτικής εξουσίας, προεπιλογή που δεν έχει πάντα τα χαρακτηριστικά της εκλογής αλλά περιλαμβάνει και την απευθείας τοποθέτηση από τις κομματικές ή κινηματικές ελίτ που έχουν αναδειχθεί τα προηγούμενα χρόνια. Στόχος πάντως ενός προσωρινού συντάγματος είναι να μετατρέψει τη νομιμοποίηση των ελίτ που συμμετέχουν στο πρώτο στάδιο της διαδικασίας και βασίζεται στην «αυθεντία» που έχουν κατακτήσει σε συμβολικό επίπεδο λόγω της θέσης ή αντί-θεσης απέναντι στο προηγούμενο καθεστώς, με τη νομιμοποίηση που βασίζεται στη συμμετοχή όλων των πολιτών.

«Ουδέν μονιμότερο του προσωρινού…».

Στο Ιράκ εξαρχής η διαδικασία δεν είχε αυτά τα χαρακτηριστικά. Το Κυβερνητικό Συμβούλιο και η επιτροπή που συνέταξε το «προσωρινό» και οριστικό σύνταγμα τοποθετήθηκαν από τις αρχές κατοχής με δικαίωμα veto ως προς το περιεχόμενο τους. Οι δυνάμεις κατοχής είχαν τον καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των προσώπων που στελέχωσαν αυτά τα όργανα. Μάλιστα ο Πωλ Μπρέμερ –πολιτικός διοικητής του Ιράκ- άσκησε veto όταν οι συντάκτες του συντάγματος πρότειναν μια διατύπωση σχετικά με την ισχύ του ισλαμικού δικαίου στο νέο «Ιράκ» με την οποία δεν συμφωνούσε. Επιπλέον και η διαδικασία καθορίστηκε από τα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια που έθεσαν οι δυνάμεις κατοχής, οι οποίες απείλησαν ότι θα καθυστερήσουν τη μετάβαση της εξουσίας σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση εάν τα μέλη της επιτροπής δεν αποφάσιζαν εντός των ορίων που τους είχαν θέσει. Απειλή που τέθηκε όταν οι Σιίτες που συμμετείχαν στην επιτροπή ζήτησαν να υπάρξει δημόσια διαβούλευση σχετικά με το περιεχόμενο του συντάγματος. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η διαδικασία επιλογής των μελών αυτών των οργάνων άφησε απέξω τα κόμματα των αράβων εθνικιστών, τη ριζοσπαστική πτέρυγα των Σιιτών και κάποιους από τους Σουνίτες. Η σύνθεση δε αυτών των σωμάτων παρέμεινε σταθερή καθόλη τη διαδικασία μετάβασης χωρίς καμία ουσιαστική προσπάθεια διεύρυνσης. Ακόμη και η συμβολική νομιμοποίηση που απολαμβάνουν όσοι συμμετέχουν στα αρχικά στάδια σύνταξης ενός προσωρινού συντάγματος, στο Ιράκ εμφανίζεται εξαιρετικά ασθενής. Η προσπάθεια σύνταξης του νέου συντάγματος ήταν λοιπόν εξαρχής καθοδηγούμενη και οριοθετημένη, στερώντας από τη συντακτική διαδικασία όλα τα βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει για να θεωρηθεί μια δημοκρατική διαδικασία που αφορά τον Λαό του Ιράκ και όχι απλά τους συνεργάτες των Αρχών Κατοχής. Οι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί κανόνες που περιείχε το προσωρινό σύνταγμα σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των δυνάμεων κατοχής ως προς τη σύνταξη του οριστικού συντάγματος. Με τον τρόπο αυτό και η διαδικασία θέσπισης του νέου συντάγματος απετέλεσε αναπόφευκτα ένα εργαλείο επιβολής και όχι απελευθέρωσης παρά τις διακηρύξεις των εμπνευστών του.

Χρήστος Παπαστυλιανός.

«… λευκοί άνδρες που σώζουν μελαψές γυναίκες από μελαψούς άνδρες…»

Η παραπάνω διατύπωση της Gayatri Chakravorty Spivak αποτυπώνει με πολύ συμπυκνωμένο τρόπο ένα επίμαχο ζήτημα το οποίο αποτελεί, αφ’ ενός, αυτό που θα λέγαμε «καυτή πατάτα» για μεγάλο μέρος της Αριστεράς και, αφ’ ετέρου, ένα θέμα στο οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν γίνεται πραγματικός διάλογος στο πλαίσιο του συγκεκριμένου χώρου. Το ζήτημα αυτό παίρνει συγκεκριμένη μορφή στη συζήτηση περί μαντίλας, πέπλου κ.λπ.
Υπάρχουν δύο απόψεις που, με προγραμματική βεβαιότητα και οι δύο, καταθέτουν την απολυτότητά τους: σύμφωνα με την πρώτη, όταν υπάρχει τέτοιας βαρβαρότητας κατοχή και όταν η βασική δύναμη αντίστασης είναι τα ισλαμικά κινήματα, τότε αποτελεί πολυτέλεια να ασχολείται κανείς με «λεπτομέρειες», όπως η θέση των γυναικών σε αυτά τα κινήματα ή στις συγκεκριμένες κοινωνίες. Η άποψη αυτή, από τη μια πλευρά, ενίοτε αποδέχεται, διά της προσπεράσεως, μια ουσιοποιητική αντίληψη που λέει ότι «μπορεί στο Ισλάμ (όχι στις συγκεκριμένες πατριαρχικές κοινωνίες…) η γυναίκα να καταπιέζεται, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα» και, από την άλλη πλευρά, αναπαράγει σε νέα συμφραζόμενα τη λογική της «κύριας αντίθεσης» (η οποία εν προκειμένω είναι η αντίθεση κατοχή-αντίσταση), με ό,τι σημαίνει και συνεπάγεται αυτό. Η δεύτερη άποψη εγκλωβίζεται σε μια δυτικοκεντρική λογική οικουμενικότητας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αναπαράγοντας επίσης ισλαμοφοβικά πρότυπα και θυματοποιώντας εξ ορισμού γυναίκες οι οποίες κραυγάζουν ότι «ουδείς μας υποχρέωσε, εμείς επιλέξαμε να καλυφθούμε με μαντίλα», και τελικά αντικαθιστώντας την προσπάθεια για πραγματική κατανόηση με την ασφάλεια της απόρριψης.

Η Αριστερά «του παρελθόντος» και το φολκλόρ του παρόντος
Το τελευταίο διάστημα αναπτύχθηκε στην ευρωπαϊκή Αριστερά μια αντίληψη η οποία, στο όνομα της πολιτικής συμμαχίας με τα κινήματα αντίστασης της Μέσης Ανατολής, επιλέγει να αγνοήσει ορισμένες πλευρές αυτών των κινημάτων, τις οποίες κρίνει ως δευτερεύουσες μπροστά στην «κύρια»: την αντίσταση στον ιμπεριαλισμό. Μάλιστα, σε αυτά τα συμφραζόμενα, έχουν ακουστεί και φωνές που επεκτείνουν αυτό τον άκριτο θαυμασμό από τα κινήματα σε καθεστώτα και κυβερνήσεις, όπως π.χ. του Ιράν. Έτσι, στο πλαίσιο αυτής της «σοβιετικού τύπου» αλληλεγγύης υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες που φτάνουν μέχρι και να υπερασπιστούν τη μαντίλα ή ακόμη και τη θρησκεία ως ενοποιητικό παράγοντα και κινητήριο δύναμη των κινημάτων αντίστασης στον ιμπεριαλισμό. Ξαφνικά το Ισλάμ μετατρέπεται σε μια, σχεδόν εν τοις όροις, αντιιμπεριαλιστική θρησκεία, 40 χρόνια μετά τον Ροντινσόν και το Ισλαμισμός και καπιταλισμός… Ταυτόχρονα, παραγνωρίζονται άλλες πλευρές αυτών των κινημάτων (π.χ. οικονομικές προτάσεις, οι οποίες ενίοτε μόλις και μετά βίας θα εντάσσονταν στο πλαίσιο μιας δικής μας κεντροδεξιάς).
Ένα πρώτο πολιτικό επιχείρημα που αναπτύσσεται για να υποστηρίξει αυτή τη θέση αφορά την ανυπαρξία Αριστεράς στις περιοχές της Μέσης Ανατολής και, συνεπώς, τη μοναδικότητα των κινημάτων αυτών ως φορέων αντίστασης. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό είναι ελαφρώς ψευδές, καθώς στην Παλαιστίνη υπάρχει Αριστερά (μέρος της μάλιστα συμμάχησε με τη Χαμάς), στον Λίβανο επίσης (το Κ.Κ. επίσης συμμάχησε με τη Χεζμπολά), ενώ η Αριστερά στο Ιράν είχε κάποιες μικρές δυσκολίες συνύπαρξης με το αντιιμπεριαλιστικό καθεστώς της χώρας… Δεν είναι σωστό να περιφέρουμε παντού και πάντα την ιστορική μνήμη, κάνοντας το παρόν να λυγίζει διαρκώς κάτω από το βάρος της, ούτε όμως είναι καλό να τη διαγράφουμε εντελώς, και όταν συζητάμε για την ήττα της Αριστεράς στις περιοχές αυτές καλόν θα είναι να θυμόμαστε τον ρόλο που έπαιξαν και η Χαμάς και η Χεζμπολά σε αυτή την ήττα. Εν πάση περιπτώσει, η στάση κομματιών της Αριστεράς στις περιοχές αυτές (όπως, π.χ., του Λαϊκού Μετώπου στην Παλαιστίνη) φαίνεται να βλέπει κάτι περισσότερο από εκείνα τα κομμάτια της ευρωπαϊκής Αριστεράς, που συγχέουν τη συμμαχία με την ταύτιση.
Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν για την ανάγκη κομματιών της Αριστεράς να αναζητούν κατά καιρούς μια «νέα Μέκκα» στην οποία να αναφέρονται. Η λογική αυτή καταργεί μια βασική συνιστώσα της αλληλεγγύης (την κριτική ματιά) με αποτελέσματα που πολλές φορές έχουν κυμανθεί μεταξύ τραγικού και αστείου – όλοι μας έχουμε δει και θυμόμαστε «νέες Μέκκες» να θαμπώνουν και να σβήνουν, τη στιγμή που οι (τέως) διαπρύσιοι υποστηρικτές ψελλίζουν «εξηγήσεις». Επιπλέον, η αντίληψη αυτή επαναλαμβάνει εν πολλοίς λάθη που κάνει και η ακριβώς αντίθετή της: μεταφέρει τη συζήτηση από το κοινωνικό (το πλαίσιο συγκεκριμένων ανδροκρατικών κοινωνιών και συγκεκριμένων ανδροκρατικών ερμηνειών του Ισλάμ) στο θρησκευτικό (έστω και με όρους αποδοχής) και εν τέλει συζητά με τους όρους που επιβάλλουν αυτοί που, για συγκεκριμένους λόγους, έχουν επιλέξει αυτή τη στιγμή να μας ρωτούν, με τον πιο πιεστικό τρόπο, «είστε υπέρ ή κατά του Ισλάμ;».

Η φεμινιστική ρητορική ως αποικιακό πρόταγμα
Στις 16 Μαΐου του 1958, τέσσερα χρόνια πριν από το τέλος του πολέμου της Αλγερίας και την απελευθέρωση της χώρας από τη γαλλική αποικιοκρατία, οι Γάλλοι στρατηγοί οργάνωσαν μια διαδήλωση στο Αλγέρι για να δείξουν την αποφασιστικότητά τους να μείνει η Αλγερία γαλλική. Ένα από τα στιγμιότυπα που προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στους παρευρισκόμενους ήταν όταν Γαλλίδες κυρίες αποκάλυψαν τελετουργικά τα πρόσωπα Αλγερινών γυναικών που συμμετείχαν στη διαδήλωση, συμβολοποιώντας την ελευθερία που έφερνε η Δύση στις καταπιεσμένες, από τη μαντίλα πάντα, γυναίκες της Αλγερίας…[1]
Η, χαρακτηριστική μεν αλλά όχι μοναδική, περίπτωση δεν αποτελούσε απλώς μια συγκινητική έμπνευση των Γάλλων αποικιοκρατών. Οι Άγγλοι έμεναν στην Ινδία για να σώνουν τις Ινδές από το σάτι, το κάψιμο μαζί με τον πεθαμένο άντρα τους, και από τον παιδικό γάμο, την εποχή που στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου άνθιζε η παιδική πορνεία και οι γυναίκες εργάτριες πέθαιναν από φυματίωση στα εργοστάσια, την εποχή που στη Βουλή των Κοινοτήτων κάποιος αντιπρόσωπος έθετε το ζήτημα οι παντρεμένες γυναίκες να μην τυγχάνουν μεταχείρισης «χειρότερης από τα οικιακά ζώα» (1853). Το «εκσυγχρονιστικό πακέτο» του λόρδου Μπέντινγκ περιελάμβανε, εκτός από την απαγόρευση του σάτι, εισαγωγή στην Ινδία ενός αγγλόπνευστου ποινικού κώδικα, την καθιέρωση της αγγλικής κ.λπ. Στην Αίγυπτο, οι Άγγλοι μάχονταν κατά της κάλυψης του προσώπου, ποτέ όμως για το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση. Είναι πολύ πρόσφατες, και δεν χρειάζονται υπενθύμιση, οι «συγκινητικές» δημαγωγίες της Λόρα Μπους και της Σέρι Μπλερ υπέρ των γυναικών του Αφγανιστάν (ή και του Ιράν, ίσως, ποτέ όμως της Σαουδικής Αραβίας): μια υποκριτική υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών που ενδύεται τη ρητορική ενός –κίβδηλου, προφανώς– φεμινισμού ή, καλύτερα, μιας καινούργιας εκδοχής «αποικιακού φεμινισμού».
Η συγκεκριμένη χρήση ενός αποικιακού φεμινιστικού λόγου έχει ιστορία:

Το θέμα των γυναικών απέκτησε μια νέα εξέχουσα θέση στις δυτικές προσλήψεις του Ισλάμ κατά το 19ο αιώνα, όταν, δηλαδή, οι Ευρωπαίοι επιβλήθηκαν αποικιοκρατικά σε μουσουλμανικές χώρες. Με τρόπο ειρωνικό, σε αυτή τη νέα έμφαση στις γυναίκες του Ισλάμ, συνέβαλε η γλώσσα του φεμινισμού που επίσης αναπτύχθηκε με ιδιαίτερη ορμή αυτή την περίοδο. […] Το ανδροκεντρικό βικτωριανό κατεστημένο προσεταιρίζεται επιλεκτικά και στρατηγικά τον λόγο του φεμινισμού, τον αναδιοργανώνει και τον θέτει στην υπηρεσία της αποικιοκρατίας. Η ιδέα ότι ‘άλλοι’ άνδρες, οι άνδρες στις αποικιοκρατούμενες κοινωνίες πέρα από τα σύνορα της πολιτισμένης Δύσης, καταπιέζουν τις γυναίκες αξιοποιείται ως ηθικό άλλοθι της αποικιοκρατίας. [2]

Βέβαια, η «υπεράσπιση των γυναικών» από τους αποικιοκράτες δεν αποτελούσε απλώς μια υποκρισία αλλά συχνά είχε κι άλλους, πιο περίπλοκους, στόχους. Για παράδειγμα, η επίθεση των αποίκων στην πολυγυνία στην Αφρική έγινε κυρίως διότι η περίσσεια εργατικών χεριών, που απέρρεε από την ευρεία δομή της πολυγυνικής οικογένειας, αποτελούσε ευθεία απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα των αποίκων. Έτσι, «οι μαύρες γυναίκες έγιναν το έδαφος πάνω στο οποίο οι λευκοί άνδρες πολέμησαν τους μαύρους άνδρες για τον έλεγχο της γης και της εργασίας τους». [3]
Η μεταφορά της αντιπαράθεσης στο επίπεδο (αποικιακού) φεμινισμού – φονταμενταλισμού (ισλαμικού, κυρίως) ουσιοποιεί μια αντιπαράθεση Δύσης – Ισλάμ, αναπαράγοντας την άλλη πλευρά του «πολέμου των πολιτισμών». Για τον λόγο της κυριαρχίας, βέβαια, είναι πολλοί οι λόγοι που κάνουν προτιμητέα την πολιτισμική πλαισίωση του πολέμου, αντί για την πολιτική ή την οικονομική. Έτσι, η χρησιμοποίηση του φεμινισμού ως αποικιακού σχεδίου (έστω και ως στρατηγική πολιτική κατάχρηση του «πολιτισμικού»), η «αποικιακή κληρονομιά» στο πλαίσιο μιας ταχύτατης διαδικασίας «επαναποικιοποίησης»[4], ο «αποικιακός φεμινισμός» κατά τη Leila Ahmed, προσφέρει πάντα ένα ισχυρό επιχείρημα για την ανάγκη σωτηρίας των γυναικών από την καταπίεση του Ισλάμ. Βλέπουμε έτσι συχνά την εικόνα που περιγράφει ο τίτλος του κειμένου αυτού. Ωστόσο, σπανίως αναρωτιόμαστε: Θέλουν πραγματικά αυτές οι γυναίκες «να σωθούν»; Και μάλιστα να σωθούν από τη Δύση;
Ένα χαρακτηριστικό αυτής της αντίληψης είναι η μόνιμη θυματοποίηση των γυναικών αυτών. Είναι χαρακτηριστική, σε πρόσφατη εκδήλωση, η στάση μέρους του ακροατηρίου απέναντι σε μια γυναίκα η οποία έλεγε και ξανάλεγε ρητά «εγώ επέλεξα να καλυφθώ, πριν από δέκα χρόνια». Η στάση αυτή, υποτίθεται πάντα στο όνομα κάποιας φεμινιστικής οπτικής, καταργεί και αρνείται εντελώς την υποκειμενικότητα των γυναικών αυτών, τη δική τους επιλογή να υπάρξουν με τον δικό τους τρόπο ως υποκείμενα της κοινωνικής αλλαγής.
(Δεν χρειάζεται να πούμε πως αυτή η φοβικότητα αφορά αποκλειστικά το Ισλάμ, μιας και σύντροφοι και συντρόφισσες που φώναζαν θυμωμένα εναντίον των κινημάτων αυτών που «επιβάλλουν τη μαντίλα» έχουν συνυπάρξει χωρίς δεύτερη κουβέντα, στο πλαίσιο των Φόρουμ ή των κινητοποιήσεων για το G-8, με κάθε εκδοχή καθολικών και προτεσταντών, με κάθε απόγονο της Ιεράς Εξέτασης και των Πουριτανών, αρκεί «να αποδέχεται το πλαίσιο»… Και εν πάση περιπτώσει, άλλο αυτοί και άλλο «οι μουλάδες»…)
Η γενίκευση είναι απαραίτητη προϋπόθεση αυτής της αντίληψης. Τίθενται, έτσι, ερωτήματα σχετικά με τις «γυναίκες στο Ισλάμ» τα οποία ηχούν εντελώς παράλογα αν αντιστραφούν για να κατευθυνθούν προς τις «γυναίκες στον Χριστιανισμό». Επίσης απαραίτητη προϋπόθεση είναι η στρεβλή ανάγνωση. Συνδέονται με το Ισλάμ πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση μαζί του (π.χ. η εκτομή των γεννητικών οργάνων των γυναικών, που αποτελεί προϊσλαμικό έθιμο) ή που αποτελούν συνάντηση του Ισλάμ με τοπικά έθιμα.
Μια απάντηση για τη στρατηγική κατάχρηση του φεμινισμού ως ιμπεριαλιστικού σχεδίου δίνει η Judith Butler:

Το γεγονός ότι αυτή η διάκλειση της ετερότητας συντελείται στο όνομα του «φεμινισμού» ασφαλώς είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να ανησυχούμε. Ο ξαφνικός προσηλυτισμός της κυβέρνησης Μπους στον φεμινισμό, για να μεταμορφώσει αναδρομικά την απελευθέρωση της γυναίκας σε ορθολογική αιτιολόγηση της στρατιωτικής δράσης της κατά του Αφγανιστάν, είναι ένα σημάδι της έκτασης στην οποία ο φεμινισμός, ως ρητορικός τρόπος, επιστρατεύεται στην υπηρεσία της προσπάθειας να αποκατασταθεί η υπόθεση της πρωτοκοσμικής αδιαπερατότητας. Για άλλη μια φορά βλέπουμε το θέαμα των «λευκών ανδρών που προσπαθούν να σώσουν μελαψές γυναίκες από μελαψούς άντρες», όπως περιέγραψε κάποτε η Gayatri Chakravorty Spivak την πολιτισμικά ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του φεμινισμού. Ο ίδιος ο φεμινισμός, σε αυτές τις περιστάσεις, ταυτίζεται ξεκάθαρα με την επιβολή αξιών σε πολιτισμικά συμφραζόμενα τα οποία πεισματικά αρνούμαστε να γνωρίσουμε. Θα ήταν σίγουρα λάθος να μετρήσουμε την πρόοδο του φεμινισμού με βάση την επιτυχία του ως αποικιακού σχεδίου. Μοιάζει να είναι πιο κρίσιμο από ποτέ το να αποσυνδέσουμε τον φεμινισμό από την πρωτοκοσμική έπαρσή του και να χρησιμοποιήσουμε τους πόρους της φεμινιστικής θεωρίας και του φεμινιστικού ακτιβισμού για να ξανασκεφτούμε το νόημα του δεσμού, της σύνδεσης, της συμμαχίας, της σχέσης, όπως είναι φαντασιωμένες και βιωμένες στον ορίζοντα ενός εγχειρήματος αντιιμπεριαλιστικής ισότητας. [5]

Είναι μάλλον περιττό να υπενθυμίσουμε πως ο φεμινισμός δεν συνιστά μια απαράλλακτη ουσία που διασχίζει τους αιώνες αλλά έχει συγκεκριμένα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία διαμορφώνεται η κάθε εκδοχή του. Πολλές φορές, π.χ., ακόμη και απλή υπεράσπιση των δικαιωμάτων στριμώχνεται κάτω από την ταμπέλα του φεμινισμού. Είναι νόμιμο, επομένως, το ερώτημα τι είναι κάθε στιγμή φεμινισμός και, ως εκ τούτου, σε ποιο βαθμό αναπαράγει ή δεν αναπαράγει τον κυρίαρχο ευρωκεντρικό λόγο.
Γιατί πάντα υπάρχει και η άλλη πλευρά: σε κάποιο συνέδριο των Συνδικάτων της Νότιας Αφρικής (COSATU), όταν οι γυναίκες σύνεδροι έθεσαν θέμα για παρενοχλήσεις και κακοποιήσεις γυναικών μέσα στα συνδικάτα υπήρξε εντονότατη αντίδραση από άνδρες συνέδρους που κατήγγειλαν τα συμπτώματα του «αστικού ιμπεριαλιστικού φεμινισμού», ενώ παρόμοια αντιμετώπιση είχαν και γκέι και λεσβίες σύνεδροι. Είναι εύκολο λοιπόν η κατηγορία του «ιμπεριαλιστικού φεμινισμού» να γίνει καραμέλα. Η Anne McClintock προσπαθεί να σχηματοποιήσει μια απάντηση σχετικά με τον «πληθυντικό» χαρακτήρα του φεμινισμού:

Δεν υπάρχει μόνο ένας φεμινισμός, όπως δεν υπάρχει και μία μόνο πατριαρχία. Ο φεμινισμός είναι ιμπεριαλιστικός όταν θέτει τα συμφέροντα και τις ανάγκες των προνομιούχων γυναικών που ζουν στις ιμπεριαλιστικές χώρες πάνω από τις τοπικές ανάγκες των χωρίς ισχύ γυναικών και ανδρών, δανειζόμενος από το πατριαρχικό προνόμιο. […] Η Chandra Mohanty αμφισβητεί την ιδιοποίηση των αγώνων των έγχρωμων γυναικών από τις λευκές γυναίκες, ειδικά μέσω της χρήσης της κατηγορίας της «Γυναίκας του Τρίτου Κόσμου» ως μοναδικού, μονολιθικού και παραδειγματικά θυματοποιημένου υποκειμένου.
Ωστόσο, η καταγγελία κάθε φεμινισμού ως ιμπεριαλιστικού διαγράφει από τη μνήμη τις μακρόχρονες ιστορίες της αντίστασης των γυναικών σε τοπικές και ιμπεριαλιστικές πατριαρχίες. […] Αν όλοι οι φεμινισμοί χλευάζονται ως παθολογία της Δύσης, υπάρχει ο πολύ πραγματικός κίνδυνος οι δυτικές, λευκές φεμινίστριες να παραμείνουν ηγεμονικές, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτές οι γυναίκες έχουν συγκριτικά προνομιακή πρόσβαση στη δημοσιότητα, στα διεθνή Μ.Μ.Ε., στην εκπαίδευση και στο χρήμα. Μεγάλο μέρος από αυτόν τον φεμινισμό μπορεί κάλλιστα να είναι ακατάλληλος για γυναίκες που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες. Οι έγχρωμες γυναίκες, από την πλευρά τους, ζητούν το δικαίωμα να διαμορφώσουν έναν φεμινισμό που να ταιριάζει στον δικό τους κόσμο.

Μήπως αυτή η κριτική οριοθέτηση σημαίνει την αποδοχή των σκοταδιστικών προταγμάτων διαφόρων μουσουλμανικών (ή χριστιανικών κ.λπ.) ομάδων, στο όνομα του σχετικισμού; Ασφαλώς όχι. Θέλει απλώς να υπενθυμίζει πως μιλάμε για κοινωνίες που είναι εν πολλοίς δημιουργήματα του «αποικιοκρατικού ανδρισμού» – είναι χαρακτηριστική η βροχή των νόμων της αγγλικής αποικιοκρατίας στην Αφρική, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, που απαγόρευαν τον γάμο μεταξύ λευκών και ντόπιων γυναικών, τη στιγμή που οι άποικοι οργάνωναν θεσμούς που ρύθμιζαν την πορνεία, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη των ντόπιων κοινωνιών να προστατεύσουν τις γυναίκες τους από την αναγκαστική πορνεία. Το δίλημμα πορνεία και εμπορευματοποίηση των γυναικών ή προστασία τους με ευθύνη της κοινότητας είναι δημιούργημα της αποικιακής κυριαρχίας που θεμελίωσε σε μια νεωτερική βάση την πατριαρχία και τον ρατσισμό, δίνοντας σάρκα και οστά σε όλη τη λευκή φαντασίωση για την «ντόπια γυναίκα» (βιασμός, κυριαρχία κ.λπ.). Αυτά ήταν τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία αναπτύχθηκε, από τα κινήματα αποαποικιοποίησης, η εικόνα της γυναίκας ως Μητέρας του Έθνους κ.λπ. Επιπλέον, οι κοινωνίες του αποικιοποιημένου κόσμου, με το πέρας της αποικιοποίησης, κληρονόμησαν τόσο νομικά συστήματα όσο και κοινωνικά κανονιστικά πρότυπα που επέβαλαν μια συγκεκριμένη θέση για τις γυναίκες.
Η αλήθεια είναι πως ρεύματα ενός αριστερού και ριζοσπαστικού φεμινισμού έχουν πραγματευτεί επανειλημμένα όλα αυτά τα ζητήματα και μάλιστα έχουν διαμορφώσει θέσεις και στάσεις, όσον αφορά τη χρήση της φεμινιστικής ρητορικής στο πλαίσιο ενός αποικιακού λόγου. Ωστόσο, πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση υποκρύπτεται μια άλλη, αρκετά πιο δύσκολη. Μια συζήτηση που διαπραγματεύεται και αναρωτιέται για κάποια όρια της οικουμενικότητας, ανάμεσα στην απόλυτη οικουμενικοποίηση των δυτικών αξιών και στον απόλυτο σχετικισμό των «πολιτισμών» (συμπεριλαμβανομένου, ίσως, του «δυτικού κοσμικού πολιτισμού»). Η συζήτηση αφορά γενικά τους όρους με τους οποίους εμείς, οι πάντα λευκοί και λευκές, οι πάντα φορείς μιας βιωμένης ανωτερότητας, βλέπουμε τον Άλλο, τον οποιοδήποτε Άλλο, την οποιαδήποτε Άλλη. Αφορά το στενό μονοπάτι μεταξύ δυτικοκεντρισμού και σχετικισμού το οποίο οφείλει να αναζητήσει η Αριστερά. Είναι άραγε ο φεμινισμός μια δυτική-διαφωτιστική αντίληψη; Υπάρχει δυνατότητα συνύπαρξης με μια «ισλαμική φεμινιστική» αντίληψη (σύμφωνα με τη διατύπωση γυναικών από «εκεί») που αναπτύσσεται στο Ιράν ή ακόμη και στη Σαουδική Αραβία, στηριζόμενη σε μια επανερμηνεία των θρησκευτικών κανόνων και σε πολλούς και δύσκολους αγώνες; Οφείλει αυτός ο «ισλαμικός φεμινισμός» να υιοθετήσει τα διαφωτιστικά κανονιστικά πρότυπα του δυτικού φεμινισμού; Οφείλει να λησμονήσει την ευρωκεντρικότητα του διαφωτισμού και να τον αποδεχτεί «τοις μετρητοίς», για να έχει την τιμή να γίνει αποδεκτός από το δυτικό βλέμμα;
Από την άλλη πλευρά, μπορεί να υπάρχει ένας «ισλαμικός φεμινισμός»; Μπορεί να υπάρχει θρησκευτικός φεμινισμός ή μήπως, με δεδομένο ότι –πέρα από την κατάχρησή του– ο φεμινισμός αποτελεί ένα χειραφετητικό πρόγραμμα, πρόκειται για δύο αλληλοαναιρούμενες έννοιες; Ή, αλλιώς, υπάρχει Θεολογία της Απελευθέρωσης ή πρόκειται για ένα παγιδευτικό οξύμωρο; Και αν τέλος πάντων υπάρχει (και μάλιστα έχει γίνει και της μόδας κατά καιρούς στη Δύση, γεγονός που δεν αναιρεί τον πραγματικά σημαντικότατο ρόλο της στο κίνημα της Λατινικής Αμερικής), αν λοιπόν υπάρχει χριστιανική Θεολογία της Απελευθέρωσης, επιτρέπεται άραγε να υπάρχει και ισλαμική αντίστοιχη;
Τέλος, τι σημαίνει για ένα τοπικό κίνημα το να αναλαμβάνει κάποιο άλλο κίνημα από το εξωτερικό (από τη Δύση) να προβάλει με τον δικό του τρόπο το αίτημα που αυτό, από το ασφαλές εξωτερικό, κρίνει ως κυρίαρχο; Υπάρχει μεγάλη συζήτηση γι’ αυτό το θέμα – βλ., π.χ., Resistencias, τεύχος 6, σελ. 56, για μια χαρακτηριστική ιστορία που αφορά το LGBT κίνημα.
Εδώ, με μία έννοια, εντάσσεται και η ανάγνωση της μαντίλας από τον Φ. Φανόν ως «αδρανούς στοιχείου του γηγενούς πολιτισμικού σχηματισμού», με τις εξηγήσεις και τις κριτικές που έχει δεχτεί. «Στην αποικιοκρατική επίθεση ενάντια στο πέπλο οι αποικιοκρατούμενοι αντιπαραθέτουν τη λατρεία του πέπλου», γράφει ο Φ. Φανόν, απεικονίζοντας τη διπολική αφηγηματική σκευή την οποία διαμόρφωσε το γεγονός της αποικιοκρατίας.

Πέρα από τα καλυμμένα πρόσωπα και την αναζήτηση Μέκκας
Κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει λίγο παραπέρα από τις παραπάνω προγραμματικές βεβαιότητες.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να θυμόμαστε ότι η πολιτική δράση και η πολιτική συμμαχία ούτε απαιτεί ούτε προϋποθέτει ταύτιση. Η εν τοις όροις απόρριψη της Χεζμπολά και της Χαμάς καθώς και η άκριτη αποδοχή τους διαπράττουν το ίδιο ακριβώς λάθος: η πρώτη γενικεύει ως κριτήριο το καλυμμένο πρόσωπο (η υπερορατότητα του πέπλου) και η δεύτερη το εξαφανίζει (εξαφανίζοντας ταυτόχρονα και άλλα χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων), επιλέγοντας την αορατότητα (και την εθελοτυφλία) ως εργαλείο και προϋπόθεση πολιτικής συμφωνίας.
Δεύτερον, θα πρέπει να αποσυνδέσουμε το καλυμμένο πρόσωπο από το Ισλάμ. Μια ματιά σε πολλές μουσουλμανικές χώρες θα αρκούσε. Η Τουρκία είναι δίπλα μας. Η αντιπαράθεση με τη φοβική στάση που έχουν αναπτύξει οι ευρωπαϊκές κοινωνίες απέναντι στο Ισλάμ νομίζω πως πρέπει να αποτελεί καθήκον της Αριστεράς. Η ένδυση, η εμφάνιση συνολικότερα, είναι προϊόν των κανονιστικών προτύπων της κοινότητας στην οποία ζει το άτομο και γι’ αυτό το ίδιο άτομο, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ντύνεται διαφορετικά, έστω κι αν αυτό επιβάλλεται ή «επιβάλλεται»· ας αναλογιστούμε πόσοι από εμάς έχουμε πάει στο θέατρο ή σε έναν γάμο, ακόμη και πολιτικό, με σορτς.
Τρίτον, ας σκεφτούμε λίγο παραπάνω τη θέση των μουσουλμάνων, ανδρών και γυναικών, στην Ευρώπη. Η ισλαμοφοβία έχει πάρει τα «ψυχωτικά» χαρακτηριστικά που είχε κάποτε ο αντικομμουνισμός. Μάλιστα, στο φοβικό ή και διωκτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί πολλές φορές έχουν συμβάλει και αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις, επί τη βάσει διαφόρων επιχειρημάτων, σωστών ή μη· αιχμή του δόρατος, η κατάσταση των γυναικών (το «ζήτημα της μαντίλας») και τα δικαιώματα των γυναικών γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι πραγματικά μεγάλος ο αριθμός των γυναικών (πολλές από τις οποίες μάλιστα δηλώνουν φεμινίστριες) που αρθρώνουν έναν λόγο υπέρ της οικειοθελούς χρήσης της μαντίλας. Αντί να αποστρέψουμε το πρόσωπο με αποτροπιασμό, ας σκεφτούμε και αυτή την παράμετρο: Η (επανα)διεκδίκηση μιας ισλαμικής ταυτότητας και κυρίως της ορατότητάς της, βασικά ανάμεσα στους αποκλεισμένους νέους δεύτερης γενιάς, με ταυτόχρονη άρνηση/απόρριψη/λησμονιά των εθνικών ταυτοτήτων των γονιών και αποδοχή της «νέας» εθνικής ταυτότητας («δεν είμαι αλγερινής καταγωγής, είμαι Γαλλίδα πολίτις και θέλω να φοράω μαντίλα»), αντικατοπτρίζει τη διεκδίκηση μιας κοινότητας με στοιχεία κυρίως αμυντικά αλλά και επιθετικά, απέναντι σε μια συντριπτικά κυρίαρχη κουλτούρα που θεωρείται (και είναι) η βασική αιτία του κοινωνικού αποκλεισμού τον οποίο βιώνουν. Η διεκδίκηση μιας στοιχειώδους αξιοπρέπειας απέναντι στην ταπείνωση του γενικευμένου αποκλεισμού οδηγεί στην ανάγκη να εγγράφονται τα στοιχεία της κοινότητας σε δημόσιο χώρο, και μάλιστα με τρόπο επιδεικτικό, προκλητικό. Έτσι, η μαντίλα (όταν φοριέται οικειοθελώς, όπως συμβαίνει όμως πολύ συχνά πλέον) παίρνει χαρακτηριστικά τα οποία σε άλλα συμφραζόμενα έχει ένα μπλουζάκι με τον Τσε, ένα μαυροκόκκινο αστέρι στο πέτο, ένας μαύρος μπερές, ένα καρό μαντίλι. Αντίστοιχες παρατηρήσεις έχουν γίνει για τη χρήση της μαντίλας στον Λίβανο και αλλού: η μαντίλα δείχνει κυρίως την ένταξη σε μια κοινότητα παρά την πιστή τήρηση των ανάλογων θρησκευτικών κανόνων. (Και κάτι «λαϊκίστικο», για την ιστορία: Στη σύγχρονη εποχή, η πρώτη φορά που στην ιστορία μιας χώρας απαγορεύθηκε η δημόσια επίδειξη θρησκευτικών συμβόλων δεν ήταν η απαγόρευση της μαντίλας στη Repu-flique της Γαλλίας. Η πρώτη απαγόρευση αφορούσε τα χριστιανικά εξωτερικά σύμβολα και επιβλήθηκε από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.)
Τέταρτον, μάλλον χρειάζεται μια πιο συνολική θεώρηση του «απελευθερωτικού» και «εκπολιτιστικού» ρόλου της Δύσης. Όλη αυτή η φιλολογία έχει αναπτυχθεί στη βάση πραγμάτων «προφανών»: «γυναίκες με μπούρκα», δικτάτορες, παραβίαση δικαιωμάτων, πείνα κ.λπ. Εργαλεία μιας τέτοιας φιλολογίας δεν είναι μόνο τα «πολιτισμικά» στοιχεία αλλά και τα κοινωνικά. Σε τέτοιες αλαζονικές αντιλήψεις «σωτηρίας» πεινασμένων και διωκόμενων έχει στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό ο ανθρωπιστικός ιμπεριαλισμός πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Από τα παραπάνω έχει γίνει σαφές, νομίζω, πόσος αναστοχασμός χρειάζεται όσον αφορά όλη αυτή τη ρητορική της εξωγενούς σωτηρίας.

Ανάμεσα στη μία προγραμματική τοποθέτηση που επιλέγει να υποβαθμίσει το «δευτερεύον» θέμα της θέσης των γυναικών και στην άλλη, εξίσου προγραμματική και βέβαιη, τοποθέτηση που υποστηρίζει την οικουμενικοποίηση της δυτικής ματιάς και των δυτικών αξιών, δεν μπορεί παρά να υπάρχει και κάποιος άλλος δρόμος, κάποιο μονοπάτι ίσως, που να προσπαθεί να αναμετρηθεί με τους ίδιους τους όρους που διαμορφώνουν αυτή τη συζήτηση, η οποία μας καλεί και μας εγκαλεί διαρκώς: πάρτε θέση, με τη μαντίλα ή εναντίον της; Η προγραμματική βεβαιότητα των δύο πόλων αυτής της, εκβιαστικής στην πραγματικότητα, συζήτησης σε μεγάλο βαθμό επιβάλλεται, νομίζω, από εξωγενείς παράγοντες. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε να αμφισβητήσουμε ακριβώς τους όρους με τους οποίους διεξάγεται αυτή η συζήτηση.
Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, μπορεί κανείς να πει ότι διαφωνώ με την επιβολή της μαντίλας, διαφωνώ και με την απαγόρευσή της. Εγώ δεν θα φορούσα μαντίλα αλλά οι γυναίκες που τη φορούν είναι ισότιμοι σύμμαχοί μου, όχι θύματα που περιμένουν, εμένα τον δυτικό ή τη δυτική σωτήρα, να τις σώσω, να τις διδάξω το σωστό κ.λπ. Έχω διαφωνίες με ορισμένα κινήματα αντίστασης αλλά είναι σύμμαχοί μου. Κ.ο.κ., κ.ο.κ.
Προφανώς η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια· κουβαλάει ήδη πάνω από σαράντα-πενήντα χρόνια στην πλάτη της. Επίσης, το συγκεκριμένο αντικείμενο αυτής της συζήτησης δεν είναι το μοναδικό. Αντίστοιχη συζήτηση, με παρόμοια δίπολα (γοητεία από μακρινές Μέκκες και ως εκ τούτου υποταγή σε ενός είδους εξωτισμό vs. αιτήματος για οικουμενικοποίηση της δυτικής οπτικής και των δυτικών αξιών) έχει γίνει (έστω και σε ελάχιστη κλίμακα) και με άλλες «αφορμές» – π.χ. τους ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής και τα κινήματά τους. Παρ’ όλα αυτά, στα καθ’ ημάς, ο διάλογος μοιάζει να μην προχωράει, να μένει στατικά προσκολλημένος στις ευκολίες των προγραμματικών θέσεων. Είναι, με μια έννοια, απορίας άξιον, στις κρίσιμες στιγμές, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι και αντιμέτωπες με την πραγματικότητα και τις δυσκολίες που μας θέτει, με πόση ευκολία καταφεύγουμε στην ασφάλεια της βεβαιότητας, κατηγορώντας ασφαλώς την άλλη πλευρά για δογματισμό και λησμονώντας πως κάποιες φορές μερικά θέματα μένουν ανοιχτά γιατί πρέπει να μένουν ανοιχτά.

Κώστας Αθανασίου

Βιβλιογραφικές παραπομπές
1. Lila Abu-Lughod, “Do muslim women really need saving?”, American Anthropologist, 2002.
2. Αθηνά Αθανασίου, Ζωή στο όριο, εκδ. Εκκρεμές, 2007.
3. Anne McClintock, Imperial Leather: Race, Gender and Sexuality in the Colonial Context, Routledge, 1995.
4. M. Jacqui Alexander & Chandra Talpade Mohanty (επιμ.), Feminist Genealogies, Colonial Legacies, Democratic Futures, Routledge, 1997.
5. Judith Butler, Precarious Life, Verso, 2004.