Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταϊλάνδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταϊλάνδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Ιουν 2012

Resistencias στο Radiobubble: Ταϋλάνδη


Ποιο το ιστορικό της χώρας αυτής η οποία αποτέλεσε σημείο αναφοράς της ενθάδε εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973;
Ποια η γεωπολιτική της θέση της και πόση βαρύτητα έχει η τελευταία στην επιλεγόμενη πολιτική ?
Ποιες οι πολιτικές δυνάμεις και ποιες οι κοινωνικές συγκρούσεις σήμερα;

Την ευθύνη της παρουσίασης έχει ο Γιώργος Σ, ο οποίος παρακολουθεί επί μακρόν την ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας.

Ο Γιώργος Σ. είναι ακαδημαϊκός και μέλος της ομάδας Resistencias.



http://liveradio.radiobubble.gr/2012/06/resistencias.html 

31 Ιουλ 2010

Ο νότος της Ταϊλάνδης προστίθεται στη μακριά λίστα των ξεχασμένων συγκρούσεων



Ο κύκλος της βίας στον νότο της Ταϊλάνδης μεταξύ μουσουλμάνων υποστηρικτών της ανεξαρτησίας και του Στρατού δεν έχει σταματήσει, και η περίπτωση του θανάτου του Σουλεϊμάν ξαναφέρνει στο φως της δημοσιότητας τα μυστικά ενός καταπιεσμένου θύλακα και μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να επιβάλλει τους νόμους της στην πλειονότητα του πληθυσμού στην περιοχή.
Την τελευταία φορά που τον είδαν ήταν το Μάιο, όταν Ταϊλανδοί στρατιώτες τον συνέλαβαν στο Pattani, με την κατηγορία ότι συμμετείχε στην μουσουλμανική εξέγερση στον νότο της Ταϊλάνδης. Τον έλεγαν Σουλεϊμάν, και μετά από μια βδομάδα πίσω από τα κάγκελα, εμφανίστηκε νεκρός. Σύμφωνα με τον στρατό, ο νεαρός, 25 ετών και οικοδόμος, κρεμάστηκε στις 30 Μαΐου στο κελί του, στην στρατιωτική βάση του Pattani, μια από τις πέντε επαρχίες του βασιλείου κοντά στην Μαλαισία.
Συγγενείς και φίλοι, παρόλα αυτά, διαβεβαίωσαν ότι είχε υποστεί βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Στήριξαν την άποψή τους σε φωτογραφίες που διέδωσε ο Σύλλογος Νεαρών Μουσουλμάνων της Ταϊλάνδης, μια τοπική ΜΚΟ, στις οποίες φαίνεται το σώμα του νεαρού γεμάτο με τραύματα. Παρόλα αυτά, ο στρατηγός Banphot Poopien, εκπρόσωπος του στρατού, διαβεβαίωσε ότι «κανένα όργανο βασανιστηρίων δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης».
Αυτή είναι μια από τις πολλές καταγγελίες που προστίθενται στην μακριά λίστα θανάτων και εξαφανίσεων σε μια ξεχασμένη σύγκρουση. Ήδη το 2008 ο Ιμάμης Yapa Kasenga, πέθανε έπειτα από χτυπήματα κατά τη διάρκεια ανακρίσεων, στην επαρχία Narathiwat. Ομοίως, πριν από μια βδομάδα εννιά άτομα πέθαναν μέσα σε 24 ώρες σε διάφορα συμβάντα που καταγράφηκαν στην περιοχή.

Το Σουλτανάτο του Pattani

Οι πέντε επαρχίες που ανήκουν στον Νότο της Ταϊλάνδης, Yala, Pattani, Narathiwat, Songkhla και Satun, ανήκαν στο σουλτανάτο του Pattani. Το 1909 το Pattani προσαρτήθηκε στην Ταϊλάνδη, συγκεντρώνοντας έτσι ένα σημαντικό μουσουλμανικό πληθυσμό μέσα σε ένα βουδιστικό κράτος, την Ταϊλάνδη. Με αυτόν τον τρόπο, οι προσαρτημένες επαρχίες ποτέ δεν ενσωματώθηκαν ούτε γεωγραφικά ούτε πολιτικά στο ταϊλανδικό κράτος, μιας και οι πολιτιστικές, γλωσσικές, θρησκευτικές τους αναφορές και αυτές της ταυτότητάς τους, παραπέμπουν στον κόσμο των μαλάγια, που ανήκει στην γειτονική χώρα Μαλαισία και στο αρχαίο βασίλειο του Pattani. Η σύγκρουση πηγάζει έτσι από ένα ταϊλανδικό κράτος που προσπάθησε από την πρώτη στιγμή να επιβάλει την κουλτούρα, τις παραδόσεις και τη γλώσσα του σε έναν μουσουλμανικό πληθυσμό. Η απάντηση ήταν λαϊκοί ξεσηκωμοί και αργότερα η εμφάνιση πέντε αντάρτικων ομάδων στις δεκαετίες του ’60 και του ‘70 ενάντια στην στρατιωτική καταστολή.
Το γεγονός ότι η κυβέρνηση κήρυξε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μεγάλωσε την ένταση. Από τότε, η Κυβέρνηση διατήρησε για την ίδια την εξουσία να περιορίζει την άσκηση μερικών δικαιωμάτων και επίσης εξουσιοδοτεί ένστολους να συλλαμβάνουν ύποπτους χωρίς δικαστικό ένταλμα ή καμία κατηγορία. Είναι η ιστορία διενέξεων που ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου. Περιοχές όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών καταπατούνται καθημερινά. Λίγα χιλιόμετρα από τις παραδεισένιες παραλίες γεμάτες με τουρίστες που αγνοούν τις παραβιάσεις που συμβαίνουν συνεχώς πίσω από την γωνία.
Οι ομάδες που επιδιώκουν ένα ανεξάρτητο κράτος, δεν ανταποκρίνονται σε ένα προφίλ αποκλειστικά ισλαμιστικό. Είναι πρώτα απ’ όλα άτομα που χρειάζονται να ζήσουν σε έναν τόπο όπου να μπορούν, χωρίς καμιά ντροπή, να ζήσουν σύμφωνα με τη γλώσσα τους, τον πολιτισμό τους και τη θρησκεία τους. Μόνο μία από τις πέντε ομάδες που πήραν τα όπλα, επιδιώκουν την οικοδόμηση ενός κράτους που να βασίζεται στην Σαρία ή ισλαμικό νόμο.
Η σύγκρουση στον νότο της Ταϊλάνδης μετατράπηκε σε έναν κύκλο βίας που φαίνεται ότι δεν έχει τέλος. Μια ρουτίνα που αποτελειώνει τις ζωές χιλιάδων αθώων. Και που, παρά τη λήθη, συνεχίζεται χωρίς επίλυση.

Πηγή: Gara

25 Ιουλ 2010

Βία στον νότο της Ταϊλάνδης

Του Carlos Sardiña

Πριν από δυο βδομάδες σκοτώθηκαν 8 στρατιώτες του ταϊλανδικού στρατού σε δυο ενέδρες με βόμβες σε δρόμους στον νότο της Ταϊλάνδης. Η πρώτη επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκαν 8 στρατιώτες, έλαβε χώρα την Πέμπτη 1 Ιουλίου στην επαρχία Narathiwat και η δεύτερη την επόμενη μέρα στην επαρχία Yala. Καμιά ομάδα δεν διεκδίκησε την ευθύνη για τις επιθέσεις όπως συνηθίζεται από το 2004 που ξεκίνησε το σύγχρονο αποσχιστικό αντάρτικο των επαρχιών του νότου.
Μετά το υποτιθέμενο τέλος της πολιτικής κρίσης του περασμένου Μαΐου, ξανάνθισε η άλλη μεγάλη κρίση της Ταϊλάνδης, αυτή μιας ένοπλης σύγκρουσης που είναι ελάχιστα γνωστή μακριά από τα σύνορά της, αλλά που εδώ και έξι χρόνια έχει θέσει τον νότο της χώρας σε έναν φαύλο κύκλο βίας που έχει ήδη στοιχήσει τη ζωή σε περισσότερα από τέσσερις χιλιάδες άτομα.
Οι τέσσερις επαρχίες στις οποίες λαμβάνει χώρα η σύγκρουση (Pattani, Narathiwat, Yala και σε μικρότερο βαθμό η Songkla) με έναν πληθυσμό γύρω στα δύο εκατομμύρια κατοίκους, είναι οι μόνες της χώρας με μουσουλμανική πλειονότητα. Επιπλέον οι κάτοικοί τους είναι της εθνότητας μαλάγια και μιλούν μια διάλεκτο μαλάγια που ονομάζεται γιάουι. Η επικράτεια αυτών των τεσσάρων επαρχιών αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο Πατάνι (Patani, γράφεται με ένα t και δεν θα πρέπει να μπερδεύεται με την επαρχία Pattani), ένα σουλτανάτο μαλάγια που κατά τη διάρκεια αιώνων διατήρησε την ανεξαρτησία (αν και υπό το κόστος του να πληρώνει φόρο στον βασιλιά του Σιάμ) μέχρι που το Κράτος του Σιάμ το προσάρτησε οριστικά το 1902. Η προσάρτηση θα οριστικοποιούνταν το 1909 όταν το Σιάμ και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν μια συμφωνία που απέδιδε το σουλτανάτο στην Ταϊλάνδη καθώς και άλλα τρία που ήλεγχε μέχρι τότε στην Βρετανική Μαλαισία, χαράζοντας τα σύνορα που διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας.
Οι σχέσεις ανάμεσα στην ταϊλανδική κυβέρνηση, ιδιαιτέρως συγκεντρωτική, και τον μουσουλμανικό πληθυσμό του νότου υπήρξαν συγκρουσιακές από τη στιγμή της προσάρτησης, εξαιτίας των διαφόρων πολιτικών πολιτισμικής ενσωμάτωσης δια της βίας (ιδιαίτερα στο πεδίο της εκπαίδευσης και της γλώσσας) και πολιτικής επικυριαρχίας στην περιοχή, που επιβάλλονταν από την Μπανγκόκ. Αυτές οι πολιτικές, μαζί με την βία των δυνάμεων ασφαλείας και την διαφθορά των υπαλλήλων του κράτους που δούλευαν στην περιοχή, προκάλεσαν μια μεγάλη οργή σε μεγάλο μέρος του τοπικού μουσουλμανικού πληθυσμού που θα αποκρυσταλλωνόταν σε ένα αποσχιστικό κίνημα που θα επιβίωνε μέχρι τις μέρες μας. Από τη δεκαετία του πενήντα άρχισαν να σχηματίζονται διάφορες αποσχιστικές οργανώσεις διαφορετικού χαρακτήρα και μερικές από αυτές πήραν τα όπλα κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών δεκαετιών. Η πιο σημαντική πιθανόν θα ήταν η Οργάνωση για την Απελευθέρωση του Ενωμένου Πατάνι, της οποίας οι ηγέτες βρίσκονται εξόριστοι στην Σουηδία.
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, η κυβέρνηση του στρατηγού Πρεμ Τινσουλανόντα, αποφάσισε να αναθεωρήσει την στρατηγική στο νότο. Έφτασε σε συμφωνία με την κυβέρνηση της Μαλαισίας για να συνεργαστεί στις διώξεις των ανταρτών, προσέφερε αμνηστία σε όσους θα αποφάσιζαν να καταθέσουν τα όπλα, δημιούργησε το Διοικητικό Κέντρο για τις Επαρχίες του Νότου, που παραχωρούσε περισσότερες εξουσίες στον τοπικό πληθυσμό, συμπεριλαμβάνοντας μουσουλμάνους ηγέτες της περιοχής, και έθετε στην πράξη κάποια προγράμματα ανάπτυξης για να βελτιωθεί οικονομικά μια από τις πιο φτωχές περιοχές της χώρας. Αν και η κεντρική κυβέρνηση δεν σχεδίαζε να λάβει υπόψη της τις διεκδικήσεις για περισσότερη αυτονομία του πληθυσμού, η νέα της στρατηγική είχε κάποια επιτυχία και κατά το έτος 2000 το αντάρτικο πρακτικά είχε εξαφανιστεί.

Το νέο αντάρτικο

Το 2001 κέρδισε τις εκλογές ο αμφιλεγόμενος Thaksin Shinawatra. Ο νέος πρωθυπουργός εισήγαγε ριζοσπαστικές αλλαγές στον νότο. Ο Shinawatra διέλυσε το Διοικητικό Κέντρο για τις Επαρχίες του Νότου και επιπλέον έθεσε σε δεύτερο πλάνο τον στρατό και τον αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό από την αστυνομία στην οποία ανέθεσε την ασφάλεια και την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου που πάντα ευδοκιμούσε σε εκείνη την συνοριακή περιοχή. Το 2003 ο Thaksin εξαπέλυσε έναν βίαιο πόλεμο ενάντια στα ναρκωτικά που είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν τρεις χιλιάδες δολοφονίες σε τρεις μήνες και υπήρξε ιδιαίτερα δριμύς στις επαρχίες του νότου. Πιθανώς αυτοί είναι οι κύριοι παράγοντες που εξηγούν την επανεμφάνιση του αντάρτικου την επόμενη χρονιά.
Τον Ιανουάριο του 2004 μια ομάδα τριάντα ένοπλων ανδρών επιτέθηκαν σε ένα οπλοστάσιο του στρατού στο Narathiwat ενώ άλλες ομάδες πυρπολούσαν δεκαοκτώ σχολεία της περιοχής. Οι επιτιθέμενοι σκότωσαν τέσσερις στρατιώτες και έκλεψαν εκατό επιθετικά τυφέκια. Από τότε, οι αντάρτες έσπειραν τον τρόμο στην περιοχή, εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον του στρατού και της αστυνομίας, αλλά πάνω απ’ όλα πραγματοποιώντας πολυάριθμες επιθέσεις αδιακρίτως εναντίον του άμαχου πληθυσμού, όπου θύματα ήταν τόσο βουδιστές όσο και μουσουλμάνοι.
Το μεγαλύτερο αίνιγμα στην διένεξη στον νότο της Ταϊλάνδης είναι η ίδια η ταυτότητα των ανταρτών. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, καμιά ομάδα δεν διεκδικεί τις επιθέσεις, δεν βγάζει ανακοινωθέντα ή δεν απευθύνει κανένα αίτημα στην κυβέρνηση. Ωστόσο, παρότι κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει στα σίγουρα ποιος είναι πίσω από την βία, δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για το ποιος δεν είναι: αν και μερικοί «ειδικοί στην τρομοκρατία» έχουν προσπαθήσει να την συνδέσουν με τη διεθνή «τζιχαντιστική» τρομοκρατία και με ομάδες όπως η ινδονήσια Τζαμάα Ισλαμίγια ή ακόμα και η Αλ Κάιντα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει αυτήν την υποτιθέμενη σύνδεση και στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα αντάρτικό εντελώς τοπικό, που ποτέ δεν έδρασε μακριά από την Ταϊλάνδη και που σπανίως έχει κάνει επιθέσεις μακριά από το Πατάνι.
Η ταϊλανδική κυβέρνηση συνηθίζει να αποδίδει την αποσχιστική βία σε μια ομάδα που ονομάζεται Συντονισμένο Επαναστατικό Εθνικό Μέτωπο (Barisan Revolusi Nasional-Coordinate, BRN-C), μια οργάνωση που δημιουργήθηκε αρχικά στη δεκαετία του ’60 και διαιρέθηκε σε πυρήνες λίγο πολύ ανεξάρτητους που υποτίθεται ότι στρατολογεί τα μέλη της σε ισλαμικά σχολεία. Ο Duncan McCargo, ειδικός στην Ταϊλάνδη, στο Πανεπιστήμιο του Ληντς και συγγραφέας του Tearing Apart the Land (ίσως του πιο πλήρους βιβλίου επί του θέματος, καρπός ενός χρόνου ερευνών στην περιοχή), υποστηρίζει ότι σίγουρα δεν υπάρχει καμιά οργάνωση πίσω από μεγάλο μέρος του αντάρτικου και ότι η πλειονότητα των αντάρτικων πυρήνων δρουν με αυθόρμητο και ανεξάρτητο τρόπο και κατά περίπτωση ενώνονται διάφορες για να εξαπολύσουν συντονισμένες επιθέσεις.

Η απάντηση της ταϊλανδικής κυβέρνησης

Από τις κυβερνήσεις που εναλλάχτηκαν στην Μπανγκόκ τα τελευταία χρόνια, κάποιες χρησιμοποίησαν μια ρητορική πιο συμφιλιωτική από άλλες, αλλά καμία δεν έδωσε πραγματικά προσοχή στις πολιτικές διεκδικήσεις του πληθυσμού. Πέρα από τη ρητορική, όλοι αυτοί διατήρησαν την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στις επαρχίες Pattani, Yala και Narathiwat που τέθηκε σε ισχύ το 2005 και αντιμετώπισαν το βίαιο αντάρτικο με μια βία τόσο τυφλή όσο και αυτή την οποίαν πολεμούν, κάτι που δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να επιτείνει την διένεξη.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η ανάπτυξη παραστρατιωτικών ομάδων, οργανωμένων και χρηματοδοτούμενων από την κεντρική κυβέρνηση και τον βασιλικό οίκο για να υπερασπιστούν τον πληθυσμό από τους αντάρτες. Η ιδέα ήταν να δημιουργηθούν σώματα που να έχουν μια καλή γνώση της περιοχής, αλλά μόνο ένα 30% είναι μέλη των μουσουλμάνων μαλάγια και η εκπαίδευση στην οποία πρέπει να υποβληθούν είναι αρκετά ανεπαρκής (σε μερικές οργανώσεις διαρκεί μόνο τρεις ημέρες). Υπολογίζεται ότι σήμερα υπάρχουν κάπου 30.000 παραστρατιωτικοί στην περιοχή. Εισάγοντας περισσότερα όπλα στην περιοχή και θέτοντάς τα στα χέρια πολιτών χωρίς στρατιωτική εκπαίδευση, η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να ρίξει λάδι στην φωτιά.
Στις 8 Ιουνίου του περασμένου χρόνου 6 ένοπλοι άνδρες περικύκλωσαν το τζαμί του al-Furqan, στο Narathiwat κατά τη διάρκεια της προσευχής και άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας 10 άτομα και τραυματίζοντας έντεκα. Παρόλο που οι αρχές κατηγόρησαν αρχικά ομάδες μουσουλμάνων ανταρτών, όλες οι ενδείξεις παραπέμπουν στην στο ότι οι υπεύθυνοι συνδέονταν με παραστρατιωτικούς και το μοναδικό άτομο που έχει συλληφθεί για το γεγονός μέχρι τώρα είναι ο Sutthirak Kongsuwan, ένας βουδιστής πρώην παραστρατιωτικός.
Εννοείται ότι ούτε οι αντάρτες ούτε οι παραστρατιωτικοί έχουν το μονοπώλιο της βίας στην περιοχή. Οι κρατικές δυνάμεις ασφαλείας είναι υπεύθυνες για πολυάριθμες εξαφανίσεις, για συστηματικά βασανιστήρια σε κρατούμενους και δρουν με βαναυσότητα την οποία επιτρέπει μόνο η απόλυτη ατιμωρησία. Αυτές είναι που έχουν διαπράξει τα δύο χειρότερα φονικά από την έναρξη του τωρινού αντάρτικου πριν από έξι χρόνια: αυτή του τζαμιού του Krue Se και αυτή του Tak Bai.
Στις 28 Απριλίου 2004, ο ταϊλανδικός στρατός επιτέθηκε στο τζαμί του Krue Se, το πιο αρχαίο της Ταϊλάνδης, στην επαρχία Pattani, όπου είχαν βρει καταφύγιο 32 φερόμενοι ως αντάρτες που είχαν συμμετάσχει σε μια σειρά συντονισμένων επιθέσεων εναντίον αστυνομικών τμημάτων και σημείων ελέγχου σε όλη την περιοχή. Η επίθεση έγινε αφότου ο στρατός κράτησε περικυκλωμένο το τζαμί για ώρες και σκοτώθηκαν όλοι οι άντρες που βρίσκονταν εντός του. Κατόπιν αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν όλοι οι νεκροί αντάρτες και ότι εκείνοι είχαν πολύ λίγα όπλα για να αμυνθούν.
Στις 25 Οκτωβρίου εκείνου του ίδιου έτους, περισσότερα από χίλια άτομα συγκεντρώθηκαν μπροστά στο αστυνομικό τμήμα της τοποθεσίας Tak Bai στο Narathiwat, για να διαμαρτυρηθούν για την σύλληψη έξι αντρών. Για να καταπνίξει τη διαμαρτυρία ο στρατός χρησιμοποίησε πραγματικά πυρά και σκότωσε επτά διαδηλωτές. Κατόπιν έκλεισε εκατοντάδες από αυτούς σε καμιόνια για να τους μεταφέρει σε στρατιωτικά κέντρα κράτησης. 78 από αυτούς πέθαναν από ασφυξία στα καμιόνια. Ο πρωθυπουργός Thaksin Shinawatra επέρριψε την ευθύνη για τους θανάτους στη νηστεία του ραμαζανιού, που κατά την άποψή του είχε αποδυναμώσει τους κρατουμένους.
Αυτά τα δυο φονικά είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά γεγονότα της βιαιότητας της κυβέρνησης του Thaksin Shinawatra στο νότο και ίσως αυτά που περισσότερο έχουν συμβάλει στο να τροφοδοτήσουν το αντάρτικό. Παρότι ορίστηκε σχεδόν αμέσως μια επιτροπή για να διερευνήσει και τα δύο συμβάντα, κανείς από τους υπεύθυνους δεν δικάστηκε ποτέ.
Μια από τις κύριες υποσχέσεις της κυβέρνησης που εγκαθιδρύθηκε μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2006 που ανέτρεψε τον Thaksin ήταν να αλλάξει τη στρατηγική στον νότο. Ο πρωθυπουργός που ορίστηκε από τη χούντα, ο Surayud Chulanont, ταξίδεψε πολλές φορές στο νότο για να ζητήσει συγνώμη για τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί κατά την εποχή του Thaksin, επανεγκαθίδρυσε το Διοικητικό Κέντρο για τις Επαρχίες του Νότου, υποσχέθηκε ότι η δικαιοσύνη θα λειτουργούσε αμερόληπτα σε περιπτώσεις όπως των Krue Se και Tak Bai (το οποίο μεταφράστηκε απλώς σε μια απόσυρση των κατηγοριών που βάρυναν τους διαδηλωτές στο τελευταίο συμβάν) και διακήρυξε ακόμα ότι είχε συνομιλίες με κάποιους «ηγέτες» του αντάρτικου.
Όλες αυτές οι υποσχέσεις παρέμειναν κενό γράμμα, όπως και αυτές του τωρινού πρωθυπουργού Abhisit Vejjajiva, που μόλις ανέλαβε καθήκοντα τον περασμένο χρόνο διαβεβαίωσε ότι η αλλαγή της κυβέρνησης σήμαινε την έναρξη μιας νέας εποχής δικαιοσύνης στον νότο, που θα ενίσχυε τον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και θα αναζητούσε μια πολιτική λύση στη διένεξη. Λίγα πράγματα άλλαξαν πραγματικά στο Patani. Μετά από μια μείωση της βίας μεταξύ των ετών 2006 και 2008, αυτή ξαναεντάθηκε το 2009. Η κυβέρνηση του Vejjajiva, που για πολλούς Ταϊλανδούς δεν είναι νόμιμη και της οποίας ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κράτος δικαίου είναι κάτι παραπάνω από αμφίβολος, δεν έκανε τίποτα για να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια επίλυση της διένεξης, κάτι που ποτέ δεν θα επιτευχθεί με τη δύναμη των όπλων.

1 Δεκ 2008

Ταϊλάνδη: μια ματιά στο σκηνικό της πρόσφατης πολιτικής κρίσης


Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο πρωθυπουργός Samak Sundaravej (Σαμάκ Σουνταραβέζ) υποχρεώθηκε σε παραίτηση, μετά από διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης και από σχετική απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που έκρινε ασυμβίβαστη την ιδιότητα του πρωθυπουργού με την παρουσίαση τηλεοπτικών εκπομπών (ο Σαμάκ όντως είχε εμφανιστεί στην τηλεόραση, ως παρουσιαστής εκπομπών με αντικείμενο τη μαγειρική). Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι τηλεοπτικές δραστηριότητες του Σαμάκ ήταν η αληθινή αιτία της απομάκρυνσής του από τον πρωθυπουργικό θώκο. Μακάρι να ήταν αυτά και μόνο τα «αμαρτήματα» των πολιτικών καριέρας, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Αυτό που εκτυλίσσεται στην Ταϊλάνδη, είναι μια ταξική σύγκρουση μεταξύ των φτωχών αγροτών της υπαίθρου και των προνομιούχων μεσοαστικών και μεγαλοαστικών στρωμάτων, τα χαρακτηριστικά της οποίας θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε με συντομία.
Στην Ταϊλάνδη, δυο βασικοί πόλοι εξουσίας είναι ο στρατός και το παλάτι. Ο βασιλιάς διαθέτει ευρύ κοινωνικό κύρος, ωστόσο τα προνομιούχα αστικά στρώματα είναι οι κύριοι υποστηρικτές του. Ο στρατός έχει μια μακρά παράδοση ανάμιξης στα πολιτικά πράγματα της χώρας, με πραξικοπήματα και μαζικές δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων, που συντελέστηκαν κυρίως κατά την περίοδο 1947 με 1992. Το 1973 ήταν η χρονιά του φοιτητικού κινήματος για τον εκδημοκρατισμό της χώρας («απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη», έλεγαν οι Έλληνες διαδηλωτές τον Νοέμβρη του’73). Το κίνημα αυτό όμως υπέστη άγρια καταστολή το 1976 και πολλά στελέχη του, με αριστερό πολιτικό στίγμα, κατέφυγαν στη ζούγκλα και συγκρότησαν αντάρτικες ομάδες. Αργότερα, με την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής, επέστρεψαν στη νόμιμη πολιτική δραστηριότητα και, κάποιοι από αυτούς, κατέλαβαν και υπουργικές θέσεις.
Η δεκαετία του’80 ήταν η περίοδος της ταχύρυθμης οικονομικής ανάπτυξης. Πολύς κόσμος έφευγε από την ύπαιθρο και η πρωτεύουσα Μπανγκόγκ γιγαντώθηκε. Το 1997 όμως ξέσπασε η χρηματιστηριακή κρίση, οι επενδύσεις μειώθηκαν δραματικά και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η φτώχεια και η ανεργία. Εκείνα τα χρόνια εμφανίστηκε ο λαϊκιστής πολιτικός Thaksin Sinawatra (Τακσίν Σιναουάτρα), η πολιτική του οποίου ευνόησε τα φτωχά κοινωνικά στρώματα και τους αγρότες, αλλά προκάλεσε τη δυσφορία των εύπορων αστικών στρωμάτων και του στρατού, ο οποίος εξακολουθεί να επιφυλάσσει για τον εαυτό του τον ρόλο του θεματοφύλακα του κοινωνικού status quo. Το 2006, ο Τακσίν ανατράπηκε με ένα «βελούδινο» στρατιωτικό πραξικόπημα και η αντιπολίτευση τον κατηγόρησε για διαφθορά.
Την περίοδο 2007 με 2008, έγινε σαφές ότι διαμορφώνονται δυο πόλοι στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας: ο ένας πόλος είναι οι φτωχοί αγρότες της υπαίθρου, με πολιτικό εκφραστή το Κόμμα Λαϊκής Εξουσίας (People Power Party, PPP). Και ο άλλος πόλος είναι τα προνομιούχα μεσοαστικά και ανώτερα αστικά στρώματα, με πολιτικό εκφραστή την Λαϊκή Συμμαχία για τη Δημοκρατία (Peoples Alliance for Democracy, PAD). Ωστόσο, σύμφωνα με την PAD, η δημοκρατία είναι για τους ολίγους και εκλεκτούς, κοινώς για τους «φραγκάτους». Πιο συγκεκριμένα, η PAD απορρίπτει την άμεση και καθολική ψηφοφορία για τους εκπροσώπους στο Κοινοβούλιο και υποστηρίζει ότι μια μεγάλη μερίδα βουλευτών θα πρέπει να διορίζονται από την πολιτεία, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι αγράμματοι αγρότες δεν ξέρουν τάχα ποιό είναι το συμφέρον τους. Στην πραγματικότητα είναι η επιρροή του PPP στην ύπαιθρο που ενοχλεί τους εγγράμματους αστούς και καλλιεργεί αυτές τις ελιτίστικες απόψεις περί δημοκρατίας. Το ίδιο το PPP είναι μια παράταξη στην οποία φαίνεται να συνυπάρχουν ριζοσπαστικά στοιχεία που προέρχονται από το κίνημα της δεκαετίας του’70, με συντηρητικά στελέχη με τα οποία κάποτε είχαν αναμετρηθεί ανοιχτά. Ο ίδιος ο Σαμάκ, που απομακρύνθηκε από την πρωθυπουργία τον περασμένο Σεπτέμβριο, υπήρξε ένας συντηρητικός πολιτικός τα χρόνια του’70, που ανέκαθεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι και που τα τελευταία χρόνια υιοθέτησε ένα λαϊκίστικο προφίλ. Αυτός ο λαϊκισμός ήταν που έκανε την αντιπολίτευση να ξεσηκωθεί κατά το τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου και να ζητήσει την παραίτησή του, ενώ ο στρατός, που επανειλημμένα έχει καταστείλει λαϊκές κινητοποιήσεις, αυτή τη φορά αρνήθηκε να παρέμβει, σεβόμενος τάχα τη λαϊκή θέληση. Όσο για την «τυφλή» δικαιοσύνη, αυτή χρέωσε το ασυμβίβαστο στον Σαμάκ και τον εξανάγκασε σε παραίτηση. Ωστόσο, το PPP παραμένει στην εξουσία και, από τις 17 Σεπτεμβρίου, πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Somchai Wongsawat (Σομτσάϊ Ουονγκσάουατ).
Με αυτή τη σύντομη και αναπόφευκτα ελλειπτική και απλουστευτική παρουσίαση των τεκταινόμενων στην Ταϊλάνδη, πήραμε μια πρώτη γεύση της πολιτικής κατάστασης μιας χώρας, που πολύ λίγο απασχολεί τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, αλλά που αξίζει περισσότερη προσοχή από την πλευρά της κοινής γνώμης. Στο μέλλον θα έχουμε ευκαιρίες να επανέλθουμε.
Γ.Σ.
Πηγή: bbc.co.uk