Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.

8 Ιουλ 2008

Οι αγώνες κατά του νεοφιλελευθερισμού στην Αφρική

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι προστάτες του παγκόσμιου καπιταλισμού –Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ και η Ομάδα των 7 (τότε) πιο ισχυρών οικονομιών του πλανήτη– επιδεικνύουν ιδιαίτερο ζήλο στην εισαγωγή νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων για τη «λύση» των προβλημάτων των αφρικανικών οικονομιών. Από την Έκθεση Μπεργκ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ των δεκαετιών του ’80 και ’90, μέχρι τα προγράμματα της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ για την καταπολέμηση της φτώχιας και την αντιμετώπιση του χρέους στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές του 21ου αιώνα, κάθε μια από αυτές τις νεοφιλελεύθερες «λύσεις» απέτυχε, ακόμα και αν αξιολογήσουμε τα αποτελέσματά τους με καθαρά νεοφιλελεύθερους οικονομικούς όρους και στόχους, όπως η μείωση του χρέους, η αύξηση των εξαγωγών, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων και όλα τα υπόλοιπα ευρηματικά με τα οποία οι νεοφιλελεύθεροι μετρούν την επιτυχία. Το χρέος των αφρικανικών χωρών αυξήθηκε κατά 400% από το 1980, ενώ οι εξαγωγές τους τη δεκαετία του ’90 περίοδος κατά την οποία υπήρξε αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών– μειώθηκαν… Αυτές οι αποτυχίες συνέβαλαν στην περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών ζωής του αφρικανικού πληθυσμού, ενώ στο διάστημα 1995-1998 το προσδόκιμο ζωής μειώθηκε σε 31 χώρες της ηπείρου.
Οι πρώτες μαζικές αντιστάσεις κατά του νεοφιλελευθερισμού εκδηλώθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν εργάτες και φτωχοί των πόλεων κινητοποιήθηκαν εναντίον των διαρθρωτικών προγραμμάτων του ΔΝΤ και της κατάργησης των επιδοτήσεων για είδη πρώτης ανάγκης. Η πρώτη μεγάλη αποτυχία των πολιτικών του ΔΝΤ καταγράφηκε στη Ζάμπια τον Δεκέμβριο του 1986, όταν η κυβέρνηση της χώρας αναγκάστηκε να γυρίσει την πλάτη σε αυτόν τον Οργανισμό υπό την πίεση μαζικών κινητοποιήσεων που προκάλεσε η ανακοίνωσή της για διπλασιασμό της τιμής του καλαμποκιού, που στόχευε στην ικανοποίηση των όρων και των απαιτήσεων αυτού του Ταμείου. Νοικοκυρές, νέοι, φοιτητές και άνεργοι βγήκαν στους δρόμους, εισέβαλαν στις αποθήκες του καλαμποκιού και σε κυβερνητικά κτήρια, και έβαλαν φωτιά στο προεδρικό μέγαρο. Δέκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις που διήρκησαν αρκετές μέρες και, τελικά, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μειώσει τις τιμές του καλαμποκιού και να ανακοινώσει στο ΔΝΤ ότι αδυνατεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του.
Στη Νιγηρία οι φοιτητές, οι γυναίκες στις υπαίθριες αγορές και οι εργαζόμενοι κατέβηκαν μαζικά στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για το τέλος της δωρεάν παιδείας, για την υποχρεωτική παρουσίαση πιστοποιητικού πληρωμής φόρων ως προϋπόθεση εγγραφής των παιδιών στο δημοτικό σχολείο, για το πάγωμα των μισθών, την επιβολή νέων φόρων και την κατάργηση των επιδοτήσεων στην πώληση του εγχωρίου πετρελαίου. Η εμπλοκή των φοιτητών, τόσο στη Ζάμπια όσο και στη Νιγηρία, δεν αποτελεί εξαίρεση: σε όλη την ήπειρο οι φοιτητές βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή των αγώνων ενάντια στα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ. Παρά το γεγονός ότι οι φοιτητές στην Αφρική αποτελούν μια ευνοημένη μειοψηφία που συχνά προορίζεται για κυβερνητικές θέσεις, οι επιβαλλόμενες πολιτικές της Παγκόσμιας Τράπεζας για μείωση των αποφοίτων πανεπιστημίου και λυκείου ώστε να συγκρατηθούν οι μισθοί, για περικοπή των χορηγιών στους φοιτητές, για δραστική αύξηση των διδάκτρων και περικοπή των κονδυλίων για έρευνα, οδήγησαν τους μεν φοιτητές στην κινητοποίηση και τη ριζοσπαστικοποίηση, το δε κράτος στην καταστολή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα γεγονότα της 26ης Μαΐου στο Πανεπιστήμιο «Αχμαντού Μπέλλο» της Νιγηρίας, όπου σε μια ειρηνική διαδήλωση που έγινε μια βδομάδα πριν την άφιξη κάποιων αξιωματούχων του ΔΝΤ και της ΠΤ στην χώρα, η αστυνομία εισέβαλε στην πανεπιστημιούπολη πυροβολώντας φοιτητές και αμέριμνους επισκέπτες. Κυνήγησε τους φοιτητές στις φοιτητικές εστίες και στα γειτονικά χωριά όπου βρήκαν καταφύγιο, σκοτώνοντας 40 και τραυματίζοντας πολλούς περισσότερους. Η σφαγή ωστόσο δεν σταμάτησε τις κινητοποιήσεις, που συνεχίστηκαν τις επόμενες μέρες με μπλόκα στους δρόμους και επιθέσεις σε κυβερνητικά κτήρια και φυλακές, κατά τις οποίες ελευθερώθηκαν εκατοντάδες φυλακισμένοι. Από τότε οι κινητοποιήσεις εναντίον του ΔΝΤ εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη Νιγηρία, με αποκορύφωμα τις εξεγέρσεις του Ιουνίου του 1989 στις κυριότερες πόλεις του νότου της χώρας, όπου πάλι, πλήθη φοιτητών, γυναικών και ανέργων έκαψαν κάποια κυβερνητικά κτήρια, εισέβαλαν στις φυλακές ελευθερώνοντας εκατοντάδες φυλακισμένους και απαλλοτρίωσαν τα τρόφιμα από τα κελάρια των φυλακών, τα οποία διένειμαν στη συνέχεια στα νοσοκομεία (όπου οι ασθενείς λιμοκτονούν συνήθως, αν δεν προνοήσουν οι ίδιοι για το φαγητό τους!). Περισσότεροι από 400 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, τις ίδιες μέρες που στη μακρινή Κίνα διαδραματίζονταν τα γεγονότα της πλατείας Τιέν Αν Μεν, χωρίς ωστόσο να γραφτεί μια αράδα ή να αφιερωθεί ένα λεπτό στα ΜΜΕ των ΗΠΑ, ενώ η Ευρώπη αποδείχθηκε περισσότερο γενναιόδωρη, αφιερώνοντας κάποιες γραμμές στις πίσω σελίδες των εφημερίδων!
Τον Δεκέμβριο του 1988, κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις του τότε Ζαΐρ (σημερινό Κονγκό) άνοιξαν πυρ εναντίον ενός πλήθους γυναικών που διαμαρτύρονταν για τα διαρθρωτικά προγράμματα του ΔΝΤ. Τον Φεβρουάριο του 1989 πολλοί μαθητές και φοιτητές σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν από την αστυνομία στο Πανεπιστήμιο της Κινσάσα μετά από διαμαρτυρίες για την άνοδο των τιμών στις συγκοινωνίες, που κατέληξαν στην κατάληψη ενός κυβερνητικού λεωφορείου από φοιτητές. Στην Γκάνα, επίσης, οι συγκρούσεις των φοιτητών με το κράτος μπήκαν στην ημερήσια διάταξη από τότε που άρχισε η υλοποίηση των προγραμμάτων του ΔΝΤ και της ΠΤ.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι αγώνες κατά των πολιτικών του ΔΝΤ και της ΠΤ έφεραν στην ήπειρο την πτώση πολλών κυβερνήσεων. Λόγω της έλλειψης, ωστόσο, οποιασδήποτε ιδιαίτερης οργανωτικής και ιδεολογικής συγκρότησης των καταπιεσμένων, τα κόμματα που αντικατέστησαν τις κυρίαρχες ελίτ διατήρησαν αναλλοίωτο το σύστημα καταπίεσης.

Αγώνες σε έναν αυξανόμενα δικτυωμένο κόσμο

Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1990 το παγκόσμιο σκηνικό των κοινωνικών κινημάτων έχει αλλάξει, με την ανάδυση ενός νέου υπερεθνικού κινήματος, που άλλοι ονομάζουν «κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», άλλοι «αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα», κάποιοι ευρωπαίοι «κίνημα εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» και κάποιοι άλλοι, προερχόμενοι συνήθως από τις ΗΠΑ, «κίνημα παγκόσμιας δικαιοσύνης». Όταν στις 30 Νοεμβρίου του 1999 –μέρα της επίσημης έναρξης της συνόδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ των ΗΠΑ– οι εκπρόσωποι του διεθνούς καπιταλισμού βρέθηκαν αντιμέτωποι με 40.000 ακτιβιστές πολλών και ποικίλων οργανώσεων και κινημάτων που διαδήλωναν εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αρκετοί ακτιβιστές και αναλυτές έκαναν λόγο για το άνοιγμα ενός νέου συγκρουσιακού κύκλου.
Το νέο παγκοσμιοποιημένο κινηματικό περιβάλλον έδωσε σημαντική ώθηση στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα της Αφρικής και πρόσφερε μια βάση αναφοράς για τους ακτιβιστές που ένιωθαν ιδεολογικά μετέωροι ή απογοητευμένοι από τη δεξιά στροφή των κυβερνήσεών τους –όπως στην περίπτωση της Νότιας Αφρικής –, παρόλο που, όπως είδαμε πιο πάνω, οι αγώνες εναντίον των διεθνών οικονομικών οργανισμών διεξάγονταν στην Αφρική από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, πολύ πριν την περίφημη «μάχη του Σιάτλ».
Οι αγώνες αυτοί, σε συνάρτηση με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, δείχνουν ότι το τελευταίο δεν αφορά –όπως συχνά το κατηγορούν– μια χούφτα ευημερούντων δυτικών μόνο, αλλά έναν αγώνα ζωής και θανάτου που γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικός, λόγω των επιπτώσεων των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και πρακτικών. Εντούτοις, η σχέση αυτή ανέδειξε μια σοβαρή αδυναμία των αφρικανικών αγώνων στους οποίους αναφερθήκαμε: παρ’ όλο που στην Αφρική υπάρχει –και υπήρχε πάντα– μια πληθώρα αντιστάσεων που αφορούν καθημερινά και τοπικά προβλήματα (στέγη, γη, AIDS, εκπαίδευση, υγεία, πρόσβαση σε νερό και ηλεκτρικό ρεύμα κτλ.), αυτές, αφενός αποτελούσαν νησίδες που δεν επικοινωνούσαν και δεν δικτυώνονταν μεταξύ τους και, αφετέρου, δεν είχε μέχρι προσφάτως γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια να συνδεθούν με τα παγκόσμια προβλήματα.
Οι σύγχρονες κινηματικές θεωρίες μάς διδάσκουν ότι τόσο οι άρτιες οργανωτικές δομές όσο και οι πολιτικές ευκαιρίες παραμένουν ανεκμετάλλευτες αν δεν υπάρχουν κατάλληλα ερμηνευτικά μοντέλα για να δώσουν νόημα στις διεκδικήσεις. Αν δεν πλαισιώνεται δηλαδή η πραγματικότητα έτσι ώστε να αναδεικνύει τη σύνδεση μιας σειράς επιφανειακά ασύνδετων γεγονότων με κάποια συγκεκριμένα φαινόμενα, τότε μένει χωρίς νόημα η συμπόρευση στο ίδιο κίνημα του αγρότη από την Ινδία με τον εργάτη από την Αγγλία, αφού δεν θα είναι σε θέση να κατανοήσουν ότι πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο (π.χ. ο νεοφιλελευθερισμός) που στερεί στον ένα τον σπόρο του και τον εξαναγκάζει να αγοράζει το «δικαίωμα» στη χρήση του, και στον άλλον ένα αξιοπρεπή μισθό και την ελάχιστη κοινωνική προστασία. Οι αγώνες των δεκαετιών ’80 και ’90, τόσο στις πλούσιες χώρες του Βορρά όσο και στις φτωχές του Νότου, πέτυχαν να θέσουν το ζήτημα των επιζήμιων πολιτικών των διεθνών καπιταλιστικών κέντρων για τους πληθυσμούς και το περιβάλλον, αλλά μόνο στα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε επιτευχθεί η σύνδεση μια σειράς οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων με τις εξελίξεις στη διεθνή πολιτική οικονομία. Η ολοένα πιο σθεναρή και εκτεταμένη κριτική που εισέπραττε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο έδωσε τη δυνατότητα για τη δημιουργία κινηματικών δικτύων και οργανώσεων στις χώρες του Νότου. Παράλληλα, οι ακτιβιστές των χωρών αυτών απέκτησαν επικοινωνία μέσω του διαδικτύου με οργανώσεις του Βορρά, και καθιερώθηκαν συνδιασκέψεις και συναντήσεις όπου συζητούνταν οι εμπειρίες της κάθε πλευράς, αναπτύσσονταν στρατηγικές αντιμετώπισης της νεοφιλελεύθερης επέλασης και, κυρίως, ευθυγραμμίζονταν μεταξύ τους τα διαφορετικά τοπικά μοντέλα συλλογικής δράσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ειδωθεί και η ανάδυση των νέων δικτύων στην Αφρική. Το Μάη του 1999 υπογράφτηκε στη Λουσάκα της Ζάμπια μια διακήρυξη από κινήματα και οργανώσεις σε ολόκληρη την ήπειρο που αγωνίζονται για το ζήτημα του χρέους. Το Αφρικανικό Δίκτυο για το Εμπόριο δραστηριοποιείται εναντίον της νομοθεσίας για το ελεύθερο εμπόριο με τις ΗΠΑ, γνωστής ως Νομοθετικής Πράξης για την Ανάπτυξη και τις Ευκαιρίες στην Αφρική. Τα μέλη του δεσμεύονται να πιέσουν τις κυβερνήσεις των χωρών τους να αρνηθούν τα νομοθετικά αυτά μέτρα. Παρόμοια δουλειά κάνει και το Δίκτυο για την Ενότητα των χωρών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, σε σχέση με τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια καλά οργανωμένη αντικαπιταλιστική εκστρατεία στον Μαυρίκιο π.χ., ετοίμαζε μια μεγάλη διαμαρτυρία με αφορμή την επικείμενη επίσκεψη του προέδρου Μπους το 2003 για την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου, η οποία όμως ακυρώθηκε λόγω της προετοιμασίας του πολέμου στο Ιράκ. Οι οργανώσεις και τα κινήματα που συμμετέχουν στα πιο πάνω δίκτυα ήταν οι βασικοί πρωταγωνιστές, από την πλευρά της Αφρικής, που πέτυχαν τον τορπιλισμό της συμφωνίας στη σύνοδο κορυφής του ΠΟΕ στο Σιάτλ, παρά τις προσπάθειες –με περισσό νεοφιλελεύθερο ζήλο– της Νοτίου Αφρικής να υπάρξει συμφωνία. Περιβαλλοντικά δίκτυα έχουν συνδέσει τους αγώνες στη Νότια Αφρική με αυτούς στην υπόλοιπη ήπειρο πάνω σε ζητήματα όπως η συμβολή της Νοτίου Αφρικής στην υπερθέρμανση του πλανήτη, τα τοξικά απόβλητα, οι αποζημιώσεις για ασθένειες στους εργάτες των μεταλλείων αμιάντου, τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα κτλ. Τον Ιανουάριο του 2002 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το Αφρικανικό Κοινωνικό Φόρουμ (ΑΦΚ) στο Μπαμακό του Μαλί, με το σύνθημα Μια άλλη Αφρική είναι εφικτή. Ακολούθησε το ΑΚΦ στην Αιθιοπία, το 2003, και στη Ζάμπια το 2004. Επιπρόσθετα, έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα 25 εθνικά κοινωνικά φόρουμ και αρκετά περιφερειακά και θεματικά. Το ΑΚΦ καταδίκασε ξεκάθαρα τόσο τις πολιτικές του ΔΝΤ και της ΠΤ όσο και τις προσπάθειες του εγχώριου ιμπεριαλισμού, όπως το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα Νέα Σύμπραξη για την Ανάπτυξη της Αφρικής (NEPAD), που εκπονήθηκε από τους προέδρους της Νοτίου Αφρικής, της Νιγηρίας και της Αλγερίας, και το οποίο χρησιμοποιείται ουσιαστικά ως όχημα για να ανοίξει η ήπειρος στο νοτιοαφρικανικό κεφάλαιο.
Το αξιοσημείωτο με τα πιο πάνω δίκτυα δεν είναι τόσο η ριζοσπαστικότητα τους σε ιδεολογικό επίπεδο σε σχέση με τα θέματα που διαπραγματεύονται, αλλά το γεγονός ότι δεν εργάζονται αποκλειστικά με δίκτυα Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, επιλέγοντας να στηρίζουν ολοένα και περισσότερο τη δουλειά τους σε κινήματα βάσης και σε συγκρουσιακές μορφές δράσης. Αυτό είναι σημαντικό σε μια ήπειρο όπου η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού, «έπεσε» στην παγίδα των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, και όπου η ανάδυση των αναπτυξιακών ΜΚΟ είχε στενή συνάρτηση με τα σχέδια των διεθνών οργανισμών για συρρίκνωση των αφρικανικών κρατών. Σε αυτή την κατεύθυνση, πολλές ΜΚΟ στην Αφρική μετατράπηκαν σε βολικό εργαλείο για τη μεταφορά λειτουργιών κοινωνικής μέριμνας από τον κρατικό τομέα στις διάφορες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για τη μετατροπή δηλαδή κεκτημένων θεσμοθετημένων δικαιωμάτων σε υπηρεσίες που παρέχονται από ιδιώτες… Έτσι δεν πρέπει να μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, ήδη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, διάφορες ΜΚΟ είχαν εμπλακεί σε περισσότερα από τα μισά προγράμματα της Παγκόσμιας Τράπεζας, ενώ σε προγράμματα που αφορούσαν βασική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, διατροφή και πληθυσμιακό έλεγχο, τα ποσοστά ανερχόταν στα τέσσερα πέμπτα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι η δυναμική της αφρικανικής κοινωνίας των πολιτών, με εξαίρεση τα δίκτυα που αναφέραμε πιο πάνω και τα κινήματα βάσης, σε μεγάλο βαθμό διοχετεύεται από κέντρα που με κανένα τρόπο δεν βρίσκονται σε προοπτική σύγκρουσης με το νεοφιλελευθερισμό.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά σε δύο από τις σημαντικότερες εκστρατείες που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στην Αφρική και σχετίζονται με τα πιο πάνω δίκτυα.

Εκστρατεία για το AIDS

Από τα 42 εκατομμύρια ατόμων που είναι μολυσμένα με τον ιό του AIDS παγκοσμίως, τα 30 ζουν στην υποσαχάρια Αφρική, ενώ 12 εκατομμύρια παιδιά έχουν μείνει ορφανά στην ήπειρο λόγω της πανδημίας. Όταν στα μέσα του 2000 προσφέρθηκε από τις ΗΠΑ δάνειο ύψους ενός δις δολαρίων στις αφρικανικές χώρες ώστε να εισαγάγουν αντιρετροϊκά φάρμακα για την αντιμετώπιση του ιού του AIDS, οι Αφρικανοί πρότειναν, μέσα από οργανωμένα δίκτυα και κινήματα βάσης (ιδιαίτερα το κίνημα Treatment Action Campaign της Νότιας Αφρικής), την απόρριψη της προσφοράς, και εισηγήθηκαν την εισαγωγή παρόμοιων φαρμάκων από την Ταϊλάνδη, την Ινδία και τη Βραζιλία, στο 5% της τιμής των αντίστοιχων που προωθούν οι ΗΠΑ. Όταν η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής επιχείρησε να υλοποιήσει την πρόταση, 39 φαρμακευτικές εταιρίες (γνωστές ως Big Pharma) που εκπροσωπούνταν από την Ένωση Φαρμακευτικών Εταιριών προσέφυγαν εναντίον της, με το αιτιολογικό ότι παραβίαζε το νόμο του ΠΟΕ περί ευρεσιτεχνίας. Μετά από δυναμικές κινητοποιήσεις οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο θέμα του AIDS, οι φαρμακευτικές εταιρίες απέσυραν την αγωγή, και έτσι η Νότια Αφρική μπορεί να αγοράζει φθηνότερα φάρμακα από χώρες στις οποίες η τιμή τους δεν επιβαρύνεται από δικαιώματα ευρεσιτεχνίας . Ο αγώνας εναντίον της Big Pharma είναι ίσως ένας από τους πιο σημαντικούς στην πρόσφατη ιστορία των αντιστάσεων στην Αφρική, επειδή ανάγκασε τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να αντιμετωπίσει το θέμα της προστασίας των πατεντών στα φάρμακα.
Το Παναφρικανικό Κίνημα για το AIDS (PATAM) είναι ένα σχήμα-ομπρέλα που συμπεριλαμβάνει δίκτυα, οργανώσεις και κινήματα που δραστηριοποιούνται στο ζήτημα της εξασφάλισης φθηνών φαρμάκων για το AIDS στις χώρες της Αφρικής. Μια από τις προσπάθειές του είναι να συνδέσει το AIDS με μια σειρά διαφορετικών ζητημάτων, όπως για παράδειγμα οι ρυθμίσεις στο παγκόσμιο εμπόριο και οι επιπτώσεις τους στη διαθεσιμότητα των φαρμάκων. Το κίνημα συνεργάζεται με οργανώσεις στη Βραζιλία –μια από τις χώρες που παράγουν φθηνά αντιρετροϊκά φάρμακα–, οι οποίες αγωνίζονται κατά των Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου με τις ΗΠΑ (FTA’s), συμφωνίες που στερούν στις φτωχές χώρες τη δυνατότητα να προμηθεύονται φθηνά φάρμακα.
Το TAC, το κίνημα για τη θεραπευτική αγωγή ατόμων που είναι φορείς του HIV/AIDS στη Νότια Αφρική, το οποίο πρωτοστάτησε στην εκστρατεία εναντίον της «Big Pharma», χρησιμοποιεί ένα σύνολο δράσεων παθητικής αντίστασης, διαδηλώσεων και δικαστικών διαμαχών για να πετύχει τους στόχους του. Τα στελέχη του κινήματος δεν διέπονται από ιδιαίτερα ριζοσπαστικές απόψεις· ο γραμματέας του, μάλιστα, είναι πιστό μέλος του Αφρικανικού Κογκρέσου, ενώ το ίδιο το κίνημα έχει στενές σχέσεις με την COSATU. Παρ’ όλα αυτά δεν δίστασε να συγκρουστεί με τη κυβέρνηση, καταθέτοντας αγωγή εναντίον της –την οποία και κέρδισε– για την απόφασή της να μην παράσχει φάρμακα σε έγκυες γυναίκες με HIV, με το αιτιολογικό ότι το τελευταίο δεν σχετίζεται άμεσα με τον ιό του AIDS!
Οι συμμαχίες που διατηρεί το TAC σε παγκόσμιο επίπεδο –με προεξάρχουσα τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα του Βελγίου– αποτέλεσαν τον καθοριστικότερο παράγοντα άσκησης πίεσης, τόσο προς τις φαρμακευτικές εταιρίες όσο και προς την κυβέρνηση της Πραιτόρια, αφού η αρνητική, σε ΗΠΑ και Ευρώπη, δημοσιότητα για οποιαδήποτε φαρμακευτική εταιρία λόγω των δραστηριοτήτων της στην Αφρική, αποτελεί αναμφισβήτητα ένα ισχυρό όπλο στα χέρια των ακτιβιστών. Μέσα στο πλαίσιο των αντιφάσεων, ωστόσο, που συναντώνται συχνά σε τέτοια κινήματα, βλέπουμε ότι οι συμβιβασμοί που έχει κάνει κατά καιρούς το TAC αντιμετωπίστηκαν επικριτικά ακόμα και από τους διεθνείς του συμμάχους, παρ’ όλο που οι βόρειες οργανώσεις –ειδικά όταν πρόκειται για μεγάλες ΜΚΟ – πιέζουν συνήθως προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν της ριζοσπαστικοποίησης των κινημάτων.



Εκστρατεία για το χρέος και τις ιστορικές αποζημιώσεις

Το χρέος των αφρικανικών χωρών ανέρχεται σήμερα στα $300 δις και συνεχίζει να αυξάνεται κατά $20 δις τον χρόνο. Παρ’ όλο που η Αφρική πλήρωσε δύο φορές την αξία αυτού του χρέους κατά την περίοδο 1980-1996, βρίσκεται σήμερα τρεις φορές περισσότερο χρεωμένη από ό,τι ήταν το 1980! Οι επιπτώσεις ενός τόσο μεγάλου χρέους είναι, μεταξύ άλλων, η διαρροή τεράστιων ποσών του κοινωνικού πλεονάσματος για πληρωμή αποκλειστικά των τόκων και η εξαναγκαστική υπακοή στους νεοφιλελεύθερους όρους του ΔΝΤ και της ΠΤ.
Η εκστρατεία για το ζήτημα του χρέους είναι αρκετά εκτεταμένη στην Αφρική και εστιάζεται κυρίως στην απαίτηση για άμεση διαγραφή του, για απάλειψη των όρων του ΔΝΤ και της ΠΤ, και για αποζημιώσεις που αφορούν αφαίρεση ζωής, στέρηση ελευθερίας και υφαρπαγή ιδιοκτησίας κατά την εποχή της δουλείας και της αποικιοκρατίας. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τελευταία διεκδίκηση, από τη σκοπιά της οποίας οι πραγματικοί οφειλέτες δεν είναι οι αφρικανικές χώρες, αλλά τα κράτη και οι εταιρίες που επωφελήθηκαν τόσο από τη δουλεία όσο και από την αποικιοκρατία. Διότι, αν συμφωνούσαμε με το επιχείρημα του νεοφιλελευθερισμού ότι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι εμπορευματοποιήσιμη, τότε η απλήρωτη εργασία, η κλεμμένη γη και οι φυσικοί πόροι, η στέρηση της ελευθερίας και πολλά άλλα, θα συνέθεταν ένα οικονομικό πακέτο που, αν έπρεπε να πληρωθεί, θα οδηγούσε σε πτώχευση τις χώρες της Δύσης… Το αίτημα για αποζημιώσεις, εκτός από ηθική, έχει και νομική βάση καθώς και πολλά προηγούμενα: οι Εβραίοι έλαβαν 60 δις δολάρια για τα εγκλήματα των Ναζί στο Ολοκαύτωμα, η Ιαπωνία 1,2 εκατομμύρια για τις 120.000 Γιαπωνέζων που οι ΗΠΑ έκλεισαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β΄Π.Π., οι ιθαγενείς της Βορείου Αμερικής 1,3 δις από τις ΗΠΑ και 1,5 από τον Καναδά, κ.ο.κ.
Το πρώτο παναφρικανικό συνέδριο για τις αποζημιώσεις πραγματοποιήθηκε στη Νιγηρία το 1993 από μια οργάνωση που λεγόταν Group of Eminent Per-sons (ομάδα επιφανών ατόμων), η οποία συστάθηκε από την Αφρικανική Ένωση (τότε Οργάνωση για την Αφρικανική Ενότητα) και από την κυβέρνηση της Νιγηρίας. Το 1999, ένα συνέδριο (Truth Commission Conference) που απαρτιζόταν από μέλη 9 αφρικανικών χωρών (ΗΠΑ, ΜΒ και 3 χώρες της Καραϊβικής), τις υπολόγισε στο αστρονομικό ποσό των 777 τρις δολαρίων. Το θέμα τέθηκε και στο Παγκόσμιο Συνέδριο κατά του ρατσισμού του ΟΗΕ, που έγινε το 2001 στο Ντουρμπάν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πολλές αφρικανικές χώρες είχαν τότε υποστηρίξει το αίτημα σε επίπεδο κρατών, αλλά ελλείψει πραγματικής πολιτικής βούλησης το ζήτημα δεν προχώρησε. Μέχρι το 2003, το GEP είχε ελάχιστη επιτυχία στη συγκρότηση ενός κινήματος για τις αποζημιώσεις, πέρα από την όλη ρητορική. Κάποιες ΜΚΟ που δραστηριοποιούνταν στο θέμα της διαγραφής του χρέους υποστήριξαν το αίτημα, αλλά μόνο λεκτικά.
Σήμερα ωστόσο το θέμα τίθεται ξανά από οργανώσεις και κινήματα βάσης στην Αφρική, συζητιέται σε κάθε Αφρικανικό και Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ και συνδέεται με άλλες εκστρατείες και δίκτυα τόσο παναφρικανικά, όπως αυτό για το AIDS και το ελεύθερο εμπόριο, όσο και διεθνή, όπως η εκστρατεία Ιωβηλαίο 2000. Αυτά επιτρέπουν κάποια αισιοδοξία· το κίνημα περιέχει όλα τα συστατικά της επιτυχίας: παναφρικανική και παγκόσμια δικτύωση, σύνδεση με άλλα ζητήματα και καυτά προβλήματα της ηπείρου, στέρεη νομική θεμελίωση, συμμετοχή των κινημάτων βάσης και ριζοσπαστικότητα των διεκδικήσεων.



Ιωσηφίνα Ιακωβίδου


Πηγές:

Bond, Patrick, Embryonic African Anti-capitalism, 2003.

Federici, Silvia, The Debt Crisis, Africa and the New Enclosures, 1990.

Friedman, Steven and Shauna Mottiar, A Moral to the Tale: The Treatment Action Campaign and the Politics of HIV/AIDS, 2004.

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ Τα ιδεολογικά ρεύματα της υποσαχάριας Αφρικής την περίοδο της αποαποικιοποίησης

Η περίοδος του αντιαποικιακού αγώνα και της αποαποικιοποίησης είναι ίσως η πλέον σημαντική της νεώτερης ιστορίας της υποσαχάριας Αφρικής. Σε αυτήν ένα μοντέλο πολιτικής οργάνωσης (αυτό που επέβαλε η αποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός) καταρρέει, και (όπως η κυρίαρχη ιστοριογραφία υποστηρίζει), επιχειρείται η συγκρότηση ενός αντίστοιχου εναλλακτικού, που φιλοδοξεί να επαναθεμελιώσει τις τοπικές κοινωνίες σε όλα τα επίπεδα. Η διαδικασία αυτή δεν γίνεται σε ιδεολογικό κενό, αντίθετα ένα σύνολο από καινοτόμα ιδεολογικά ρεύματα, έχοντας ως φορέα αστικά κυρίως στρώματα και πολιτικές ελίτ, διατρέχουν από άκρου εις άκρον την ήπειρο και θέτουν τις βάσεις της μετέπειτα πορείας της.

Τα προαποικιακά κοσμοείδωλα.

Σημαντικό για την ανάδειξη της καινοτομίας των νέων ρευμάτων είναι μια συνοπτική αναφορά στα προαποικιακά κοσμοείδωλα που κυριαρχούν στον χώρο της υποσαχάριας Αφρικής. Με τον κίνδυνο της γενίκευσης και των πολιτισμικών στρεβλώσεων (σε άλλα κείμενα του αφιερώματος αναπτύσσονται κριτικές για το πώς η δυτική σκέψη κατασκευάζει στερεοτυπικά ερμηνευτικά σχήματα, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό της διαμέσου της αντιπαραβολής της με τον κατασκευασμένο ¨Άλλο¨), μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προαποικιακή υποσαχάρια Αφρική κυριαρχείται από αγροτοκτηνοτροφικούς πολιτισμούς της σπάνης και της αυτοκατανάλωσης, καθοριζόμενους λίγο ως πολύ από γεωγραφικές – περιβαλλοντικές συνθήκες . Παραγωγική μονάδα είναι η πυρηνική οικογένεια, ενώ τομείς όπως οι κατασκευές και το εμπόριο δεν έχουν την έκταση εκείνη που θα τους επέτρεπε να παρέμβουν διαρθρωτικά στην οικονομική πραγματικότητα. Η πολιτική οργάνωση είναι ιδιότυπη (υπάρχουν θεωρίες που μιλούν για κοινωνίες χωρίς εξουσία), ενώ η νοηματοδότηση του υποκειμένου εξαντλείται στο επόμενο επίπεδο συλλογικότητας από την πυρηνική οικογένεια που είναι η φυλή (και σε αυτό το σημείο υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις οι οποίες παρουσιάζονται σε άλλα κείμενα του παρόντος αφιερώματος). Η αποικιοκρατία αρχικά και ο ιμπεριαλισμός κατόπιν, εισήγαγαν πραγματικά ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση της περιοχής. Πέραν του δουλεμπορίου, (το πρόβλημα του οποίου δεν ήταν η έκταση αλλά οι έριδες που διέσπειρε μεταξύ των φυλών), το κύριο εγχείρημα των δυτικών μητροπόλεων ήταν η περιφερειοποίηση της περιοχής, η ένταξή της δηλαδή -με ιδιαίτερα άνισους όρους- στον οικονομικό σχεδιασμό των μητροπολιτικών αστικών τάξεων, κάτι που απαιτούσε τον μετασχηματισμό των αυτοκαταναλωτικών κοινωνιών σε ανταλλακτικές. Το εγχείρημα είχε επιτυχία όσον αφορά την αρπαγή φυσικών πόρων, και αξιοσημείωτα αποτελέσματα όσον αφορά τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Εμφανίστηκαν πόλεις (στα δυτικά κυρίως παράλια), οι οποίες διεκπεραίωναν το αποικιακό εμπόριο (εξαγωγή πρώτων υλών προς τη μητρόπολη, εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων από αυτήν) παράλληλα με μια στοιχειώδη βιομηχανική δραστηριότητα. Επιπλέον μέσα σε αυτές εμφανίστηκαν νέα κοινωνικά υποκείμενα, όπως αστικές και εργατικές τάξεις, τεχνίτες, ελεύθεροι επαγγελματίες, καθώς και ιδιωτική και κρατική υπαλληλία (από τις κρατικές δομές που προσπάθησαν να συγκροτήσουν οι αποικιακές διοικήσεις). Ωστόσο το εγχείρημα συγκρότησης μιας εξαρτημένης εμπορευματικής οικονομίας ποτέ δεν ολοκληρώθηκε για το σύνολο της περιοχής. Η αγροτοκτηνοτροφική ενδοχώρα, παρόλη την ανταλλαγή προϊόντων με τις πόλεις, παρέμεινε στην παραγωγή προϊόντων προς άμεση και ίδια κατανάλωση (αξιών χρήσης δηλαδή), με κέντρο τις μικροκαλλιεργητικές οικογένειες. Ο Arrighi υποστηρίζει ότι η αποδέσμευση των αγροτών από τη γη τους και η μετατροπή τους σε ελεύθερη εργατική δύναμη ποτέ δεν συνέβη , με αποτέλεσμα να διατηρείται το μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας σε μια περίπου κολεκτιβιστική οικονομική οργάνωση και στο αντίστοιχο με αυτήν πολιτισμικό εποικοδόμημα (οικογένεια σαν βιωματικός χώρος, φυλή σαν φορέας νοηματικής θέσμισης, και σχετική με αυτές κουλτούρα και θρησκεία που συμβολοποιούν τα -ρητά και άρρητα- χαρακτηριστικά των δύο πρώτων).

Τα πολιτικά υποκείμενα – φορείς των αντιαποικιακών αντιλήψεων.

Στην περίοδο λοιπόν που αναπτύσσονται οι αντιιμπεριαλιστικές αντιλήψεις, η υποσαχάρια Αφρική αποτελείται από ένα κράμα δύο κοινωνικών σχηματισμών με χαλαρή σχέση μεταξύ τους. Αφ’ ενός η ύπαιθρος που παραδοσιοκρατείται, και αφ΄ ετέρου οι πόλεις που περιλαμβάνουν νεωτερικές δραστηριότητες και νεωτερικά κοινωνικά υποκείμενα. Ο κόσμος των τελευταίων είναι ένας κόσμος όπου ένας εξωτερικός παράγοντας (οι επιβαλλόμενοι από τη μητρόπολη θεσμοί οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής εξουσίας), καθορίζουν τις επιτόπου σχέσεις. Το στοιχείο αυτό θα αποτελέσει τον άξονα γύρω από τον οποίο θα συγκροτήσουν τα υποκείμενα των πόλεων μια αφρικανικού τύπου νεωτερική συνείδηση, απεμπολώντας ή παραφράζοντας άλλα στοιχεία συγκρότησης συνείδησης, όπως οι ταξικές αντιθέσεις. Την τελική και ρητή έκφραση της θέλησης αυτής (τη διατύπωση του πολιτικού λόγου δηλαδή), θα αναλάβουν κατά μία έννοια, είτε διάφορες πολιτικές οργανώσεις (με μικρή πάντα επιρροή), είτε μεμονωμένες προσωπικότητες, είτε διάφορες ελίτ. Σημαντικό είναι ότι όλοι οι προαναφερόμενοι έχουν μικρή ή μεγάλη σχέση με τον εξωτερικό της Αφρικής χώρο. Είτε ως διωκόμενοι λόγω της πρώιμης αντιαποικιακής τους δράσης, είτε ως μέλη της Αφρικανικής διασποράς, έρχονται σε επαφή με τις πολιτικές αντιλήψεις που κυκλοφορούν στις δυτικές μητροπόλεις της Ευρώπης, στις ΗΠΑ, αλλά και στον κόσμο του (λεγόμενου) υπαρκτού σοσιαλισμού. Η επαφή αυτή είναι καθοριστική, καθώς θα αποτελέσει το στοιχείο εκείνο που σε πρώτη φάση θα συγκροτήσει τον πολιτικό τους λόγο, ο οποίος όμως με το πέρασμα του χρόνου και τη συνδιαλλαγή του με την Αφρικανική πραγματικότητα, θα μετασχηματιστεί ριζικά, καταλήγοντας σε ιδεολογικά υβρίδια.

Η ριζοσπαστικότητα και ο υβριδικός χαρακτήρας των ιδεολογικών ρευμάτων.

Με βάση το περιεχόμενο τους τα ιδεολογικά ρεύματα μπορούν να χωριστούν σε τρείς κατηγορίες. Αρχικά είναι εκείνα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως αντιλήψεις συντηρητικής επαναθεμελίωσης (σε φυλετική ή θρησκευτική βάση). Κατά δεύτερον εκείνα που έχουν νεωτερικό χαρακτήρα και ριζοσπαστικό κοινωνικό περιεχόμενο. Τρίτον τα επίσης νεωτερικής κοπής, αστικοδημοκρατικά.
Στην πρώτη κατηγορία μπορεί να καταταχθεί το πρώτο χρονικά ιδεολογικό ρεύμα που εμφανίζεται. Είναι αυτό του αφρικανικού εθνικισμού στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το ρεύμα αυτό θεωρεί το σύνολο των μαύρων κατοίκων, όχι μόνο της αφρικανικής ηπείρου αλλά και των απομακρυσμένων λόγω δουλεμπορίου πληθυσμών, ως ενιαία συλλογικότητα, η οποία βρίσκεται υπό φυλετική κατοχή. Το ζητούμενο για την αντίληψη αυτή είναι η δημιουργία ενός ελεύθερου έθνους που να περιλαμβάνει τους απανταχόθεν μαύρους, αντιτάσσοντας με αυτόν τον τρόπο στον ρατσισμό των λευκών τη φυλετική ενότητα των μαύρων. Το σχετικό κίνημα εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ (όπου και ανακοινώθηκε ο σχηματισμός αφρικανικού έθνους εντός των ΗΠΑ με πρόεδρο τον πρωτεργάτη του κινήματος Τόμας Γκάρβεϋ), απ΄ όπου και εισήχθη στην Αφρική. Η υβριδικότητα και η καινοτομία της αντίληψης αυτής συνίσταται στο ότι προσπαθεί να συλλάβει την έννοια του έθνους (μιας συλλογικότητας η οποία εντάσσει εντός της ανθρώπους που δεν έρχονται σε καθημερινή προσωπική επαφή), με όρους φυλής (μιας συλλογικότητας στην οποία εντάσσονται άνθρωποι που έχουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό άμεση σχέση). Ο αφρικάνικος εθνικισμός στην πρώιμη τουλάχιστον εκδοχή του (όπως τον περιέγραψε ο Γκάρβεϋ) συνοδευόταν από έκδηλο αντιμαρξισμό και έντονη εχθρότητα απέναντι στην (αμερικάνικη τουλάχιστον) αριστερά. Πέραν της φυλετικής ενότητας, δεν ανέδειξε κανένα κοινωνικό ζήτημα και είχε περιορισμένη επιτυχία καθώς η συλλογικότητα η οποία επικαλούταν (το έθνος) δεν κατάφερε ποτέ να γίνει μια έννοια προσιτή όχι μόνο στην προαποικιακή αλλά και στην μετααποικιακή, ακόμα και στην σημερινή Αφρική.
Παράλληλα με τον αφρικανικό εθνικισμό, ο οποίος είχε μια αξιοπρόσεκτη παρουσία στην αρχή του τουλάχιστον, εκδηλώθηκαν και μικρότερα κινήματα συντηρητικής επαναθεμελίωσης, τοπικής όμως εμβέλειας. Τα κινήματα αυτά είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα και προέβαλαν μεσσιανικές αντιλήψεις για τις επιδιώξεις τους (για παράδειγμα μια χιλιαστική αίρεση ισχυριζόταν πως ο ερχομός στην Αφρική μιας ομάδας ελεύθερων αμερικάνων μαύρων χιλιαστών θα έφερνε το τέλος του ρατσισμού). Οι περιοχές που εκδηλώνονται τα κινήματα αυτά και διαχέονται οι σχετικές αντιλήψεις, είναι η δυτική Αφρική (ισλαμικά κινήματα) και η κεντρική (χριστιανοί χιλιαστές). Τα κινήματα αυτά καταγγέλλουν κυρίως τον ρατσισμό σαν ασύμβατο με το περιεχόμενο των θρησκειών που ευαγγελίζονται, και δεν καταπιάνονται με την αποικιοκρατία σαν πολιτικό σύστημα. Γενικά δεν εγείρουν πολιτικά αιτήματα, ούτε παρουσιάζουν έντονη κινηματική δράση, περιοριζόμενα στο κήρυγμα του λόγου τους. Όπως και ο αφρικάνικος εθνικισμός, έτσι και οι αντιλήψεις αυτές στις επόμενες δεκαετίες θα σαρωθούν κυριολεκτικά από την ανάπτυξη των αφρικανικού τύπου σοσιαλιστικών αντιλήψεων.
Το τελευταίο ρεύμα που μπορεί να τοποθετηθεί στην κατηγορία των θεμελιωτικών ιδεολογιών είναι αυτό της νεγροσύνης (negritude). Δεν πρόκειται για μια καθαρή πολιτική ιδεολογία από την οποία μπορεί να εξαχθεί άμεσα κάποιο πολιτικό πρόγραμμα, παρόλα αυτά αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλές αντιαποικιακές ιδεολογίες. Πρόκειται για μια προσπάθεια ανάδειξης της αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας (όπως υποστηρίζει) των προαποικιακών αφρικανικών πολιτισμών, οι οποίοι είχαν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (κοινοκτημοσύνη, εξισωτική κοινωνική οργάνωση, έλλειψη αντιθέσεων και συγκρούσεων, κ.α) τα οποία αλώθηκαν από την είσοδο στην ήπειρο της δυτικής νεωτερικότητας . Πρωτοεμφανίζεται στις Γαλλικές αποικίες, σχετικά αργά (1930 και μετά), και αποτελεί απάντηση στην προσπάθεια της πολιτισμικής ενσωμάτωσης (mission civilisatrice) που ιστορικά επιχειρεί ο Γαλλικός ιμπεριαλισμός για τις αποικίες του.
Στο πέρασμα μεταξύ επαναθεμελιωτικών αντιλήψεων και αντίστοιχων κοσμικών με ριζοσπαστικό περιεχόμενο, είναι το ιδεολογικό ρεύμα του Παναφρικανισμού. Εμφανίζεται λίγο μετά τον Αφρικανικό εθνικισμό το 1920 – 1930, στις περιοχές των βρετανικών αποικιών. Η κεντρική του ιδέα (η ενότητα της αφρικανικής ηπείρου) πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, αρκετά πριν από την προαναφερόμενη περίοδο κατά την οποία μετασχηματίζεται σε πολιτική ιδεολογία, ενώ προσπαθεί -¬¬ανεπιτυχώς τελικά- να μετασχηματιστεί σε πολιτισμική ταυτότητα. Ο Παναφρικανισμός μοιάζει με τον αφρικανικό εθνικισμό καθώς επιχειρεί και αυτός να κατασκευάσει μια καινοτόμο συλλογικότητα, διαφέρει όμως με τον τελευταίο όσον αφορά το είδος της. Στον παναφρικανισμό η συλλογικότητα συγκροτείται από τη γεωγραφία (αυτή καταδεικνύει ότι ο Αφρικανικός χώρος είναι ένας ενιαίος σχηματισμός, αδιαφορώντας για τις διαφορετικότητες των πάμπολλων πολιτισμών και των φυλών που περιλαμβάνει), ενώ στον αφρικανικό εθνικισμό συγκροτείται κυρίως από το χρώμα. Διαφέρει επίσης στο ότι αντιμετωπίζει τον ρατσισμό με καθαρά πολιτικά κριτήρια (δεν προβάλλει έντονα την έννοια του φυλετισμού), ενώ παράλληλα αναδεικνύει ένα σύνολο από κοινωνικά ζητήματα. Η καινοτομία του συνίσταται στο ότι, προκειμένου να περιγράψει την προτεινόμενη απ΄ αυτόν Αφρικανική ταυτότητα, είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην οντολογία, στην αναζήτηση δηλαδή ορισμών διαφόρων εννοιών (Αφρική, Αφρικανός) που τις θεωρεί καθολικές (σε αυτό το σημείο μοιάζει με τη νεώτερη δυτική μεταφυσική), κάτι όμως παντελώς ξένο για τους εμπειρικούς αφρικάνικους πολιτισμούς που δεν σχετίζονται με την αφηρημένη σκέψη. Η καινοτομία αυτή αποτέλεσε το λόγο περιορισμού του σε καθαρά πολιτική ιδεολογία (ενότητα των λαών της ηπείρου κατά της αποικιοκρατίας), καθώς δεν κατάφερε να υποδείξει ούτε ένα καθολικό κοινό σημείο για το σύνολο των αφρικανικών πολιτισμών (ο αφρικανικός εθνικισμός έλυνε το πρόβλημα αυτό μιλώντας για κοινό χρώμα). Η προσγείωση αυτή φάνηκε ξεκάθαρα στο 5ο Παναφρικανικό συνέδρια του Μάντσεστερ (1945), όπου η αδυναμία πολιτισμικής θεμελίωσης εξώθησε τους Παναφρικανιστές της περιόδου να εισαγάγουν σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά σε αυτόν. Στην ουσία, εικοσιπέντε χρόνια μετά την εμφάνισή του το ρεύμα αυτό δένεται με τον Αφρικανικό σοσιαλισμό (παρακάτω) και μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα και το αυτό.
Ο αφρικανικός σοσιαλισμός είναι σίγουρα το σημαντικότερο ιδεολογικό αντιαποικιακό ρεύμα της υποσαχάριας Αφρικής. Στην ουσία εμφανίζεται στη δεκαετία του ‘40, ωστόσο οι ρίζες του πάνε λίγο πιο πίσω. Ήδη από τον μεσοπόλεμο η ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ είχε προσπαθήσει να αποκτήσει σχέσεις και να βοηθήσει οργανωτικά και υλικά διάφορες αντιαποικιακές ομάδες όπου υπήρχαν, ή να δημιουργήσει πυρήνες εκεί που δεν υπήρχαν. Αυτή η προσπάθεια είχε μια σχετική επιτυχία (στις εργατικές τάξεις και κυρίως στη νεολαία των πόλεων), η οποία βοήθησε τα κινήματα αυτά οργανωτικά και τα μπόλιασε με τις Λενινιστικές αρχές της αυτοδιάθεσης των λαών. Από το 1933 και μετά, παρουσιάστηκαν προβλήματα λόγω της αλλαγής της στάσης της Σοβιετικής Ένωσης, και το μέτωπο που προσπάθησε να συγκροτήσει ενάντια στην Γερμανία με τις αντιφασιστικές αποικιακές χώρες (Γαλλία, Αγγλία). Η μετατροπή των αποικιοκρατών σε συμμάχους διέκοψε τη σχέση αυτή, δημιουργώντας παράλληλα την ανάγκη για ιδεολογικό μετασχηματισμό. Η ανάγκη για μια Αφρικανική μετάφραση/παράφραση του Μαρξισμού, η οποία δεν προέρχεται μόνο από τον προαναφερθέντα λόγο , οδήγησε στην ανάπτυξη του αφρικανικού σοσιαλισμού. Αυτό το ρεύμα σκέψης θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει κανενός τύπου ελευθερία (εθνική, κοινωνική, ατομική), χωρίς οικονομική ανεξαρτησία (στο επίπεδο του κράτους). Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό στα μελλοντικά απελευθερωμένα κράτη είναι η οικονομική ανάπτυξη, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως με την εκβιομηχάνιση. Το οικονομικό μοντέλο που προτείνει είναι η μικτή οικονομία, με παράλληλη κατοχύρωση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό του Παναφρικανισμού και του Αφρικανικού σοσιαλισμού ήταν η αποκήρυξη της βίας και η ανάληψη θετικών ενεργειών (απεργίες, πολιτική ανυπακοή, κ.α) σαν μέσο πάλης. Είναι το πρώτο ρεύμα που πέραν της αποαποικιοποίησης αναδεικνύει όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά ζητήματα όπως για παράδειγμα η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας, και με αυτή την έννοια είναι και αυτό καινοτόμο. Ο καινοτόμος χαρακτήρας του ενισχύεται από την υβριδική του φύση (μπορεί να θεωρηθεί ως μια σύνθεση παραφρασμένου Λενινισμού με παραφρασμένες διαφωτιστικές αξίες). Αρκετοί από τους μελλοντικούς ηγέτες των ανεξάρτητων αφρικανικών κρατών ήταν οπαδοί του αφρικανικού σοσιαλισμού (και του παναφρικανισμού), με σημαντικότερους τον Νκρούμα της Γκάνας (μπορεί να θεωρηθεί και ο ιδρυτής), τον Νιερρέρε της Τανζανίας, κ.α.

Επίλογος
Η αφρικανική κοινωνία των ησυχαστικών πολιτισμών γνώρισε τρία κύματα εισόδου της δυτικής νεωτερικότητας. Το πρώτο, η αποικιοκρατία, δε κατάφερε παρά μόνο να κουρσέψει τα παράλια. Το δεύτερο, ο Ιμπεριαλισμός προσπάθησε να κάνει όλη την ήπειρο περιφέρεια της δύσης και να εγκαταστήσει νεωτερικούς θεσμούς. Και τα δύο απέτυχαν. Το τρίτο, οι μετααποικιακές κυβερνήσεις, προσπάθησαν να χειραφετήσουν την Αφρική μέσα από την οικονομική ανάπτυξη, μια ανάπτυξη που ανεξάρτητα από τη ρητορική των κυβερνήσεων είχε καπιταλιστικό χαρακτήρα. Μέχρι το 1980 φαίνεται πως κάτι πετύχαιναν. Μετά, ο καλπάζων νεοφιλελευθερισμός κατέστρεψε ότι υπήρχε μέχρι τότε, οδηγώντας την Αφρική σήμερα στη χειρότερη κατάσταση που έχει βρεθεί ποτέ. Για τις πολιτικές επιλογές των μετααποικιακών κυβερνήσεων, μεγάλο ρόλο διαδραμάτισαν οι τρέχουσες αντιλήψεις της περιόδου. Οι προκλητικά καινοτόμες για την Αφρικανική πραγματικότητα ιδέες (ο όρος Αφρικανική νεωτερικότητα είναι ιδιαίτερα δόκιμος), αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση για την εξέλιξη αυτή.



Μανώλης Χατήρης

ΟΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΥΠΕΥΘΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής.

Το μεταπολεμικό παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα πρόβαλλε την οικονομική θεωρία της «ανάπτυξης» και του εκσυγχρονισμού ως μια καθολική θεωρία, που η εφαρμογή της θα οδηγούσε την ανθρωπότητα -με τρόπο βέβαιο και γραμμικό- σε αέναη πρόοδο και ευημερία. Τον πυρήνα της αποτελούσαν σχέδια για ευρείας κλίμακας επενδύσεις στον βιομηχανικό τομέα και σε έργα υποδομής, τα οποία θα υλοποιούσε ένα ισχυρό συγκεντρωτικό κράτος. Με αυτόν τον τρόπο, δινόταν η δυνατότητα στη χώρα να απογειωθεί από μια παραδοσιακή αγροτική οικονομία σε μια «σύγχρονη» βιομηχανική. Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα, όπως και το «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός» του 1958 του Μάο ήταν μια εκδοχή της ίδιας άποψης, πάνω σε αυτόχθονες σοσιαλιστικές γραμμές.

Τα μεταποικιακά έθνη σε γενικές γραμμές αρχικά αποδέχτηκαν αυτή τη συνταγή. Είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα σε μια δυτικού τύπου οικονομία της αγοράς και ένα μαρξιστικό συγκεντρωτικό μοντέλο σινο-σοβιετικού τύπου. Και οι δύο επιλογές όμως προϋπέθεταν ότι η «ανάπτυξη» ήταν επιθυμητή. Τα δυτικά κράτη ανέλαβαν να υποστηρίξουν την προσπάθεια εκσυγχρονισμού των βιομηχανικά υπανάπτυκτων χωρών με τη χορήγηση δανείων. Όταν όμως, σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα στην υποσαχάρια Αφρική ο πλούτος δεν επιτεύχθηκε και ακολούθησε πληθωρισμός και φτώχεια, η στρατηγική αυτή οδήγησε σε κρίση υπερχρέωσης, στην οποία οι χώρες-οφειλέτες κατέληξαν να πληρώνουν περισσότερα σε τόκους από όσα είχαν ποτέ δανειστεί.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία της αφρικανικής κρίσης μέχρι τα μέσα, περίπου, της δεκαετίας του ’70. Προφανέστατα απουσιάζουν πολλές σημαντικές παράμετροι, που πρέπει να συνεκτιμηθούν για μια ουσιαστική κατανόηση των αιτίων που οδήγησαν σε αυτή. Παρακάτω δίνουμε χώρο σε αριστερούς Αφρικανούς μελετητές, που επιχειρούν την ανατομία της περιόδου.

Ωστόσο, άποψη για το θέμα, είχαν και έχουν οι ίδιοι οι δανειστές. Το 1981 η Παγκόσμια τράπεζα παρουσιάζει την Έκθεση Μπέργκ, η οποία στοιχειοθετεί τη θέση του οργανισμού για την αφρικανική οικονομική κρίση. Προβαίνει σε οξεία κριτική προς τις αφρικανικές κυβερνήσεις. Υπερτιμημένο εθνικό νόμισμα, παραμέληση της αγροτικής οικονομίας, προστατευτική βιομηχανική πολιτική, υπέρμετρη κρατική παρεμβατικότητα συνιστούν αυτά που στο εξής θα ονομάζονται «κακές πολιτικές» και «φτωχή διακυβέρνηση». Σημαντική υποτίμηση του νομίσματος, κατεδάφιση του βιομηχανικού προστατευτισμού, προσανατολισμός του αγροτικού τομέα στις εξαγωγές και πριμοδότηση του ιδιωτικού τομέα έναντι του δημόσιου -όχι μόνο στη βιομηχανία αλλά και στην παροχή υπηρεσιών- υπεδείχθησαν ως «καλές πολιτικές» που μπορούν να διασώσουν την υποσαχάρια Αφρική από τα δεινά της.

Η διάγνωση αυτή δεν έμεινε χωρίς απάντηση. Η οξύτερη αμφισβήτηση ήρθε από τις ίδιες τις αφρικανικές κυβερνήσεις. Στην απόφαση της Συνόδου του Λάγος, η οποία δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά, οι ηγέτες του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας απέδωσαν την κρίση σε μια σειρά από εξωτερικούς παράγοντες. Ανάμεσά τους, οι επιδεινούμενοι όροι στην αγορά των πρώτων υλών, ο αυξανόμενος προστατευτισμός των δυτικών οικονομιών, η εκτόξευση των επιτοκίων και η χειροτέρευση των όρων εξυπηρέτησης του χρέους. Η λύση, κατά τη γνώμη τους, βρισκόταν όχι στην καλύτερη «αξιοποίηση» των μηχανισμών της παγκόσμιας αγοράς, αλλά στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των εθνικών πόρων και την ενίσχυση της αμοιβαίας συνεργασίας των αφρικανικών χωρών. Στο Σχέδιο Δράσης του Λάγος αποτυπωνόταν καθαρά η επίδραση της θεωρίας της εξάρτησης αλλά και η αίσθηση της ισχύος, που τα Αφρικανικά κράτη αντλούσαν από την πρόσφατη ολοκλήρωση της αποαποικιοποίησης. Ούτε η επίδραση της θεωρίας της εξάρτησης, ούτε η αίσθηση της ισχύος θα διαρκούσαν πολύ.

Το 1983-84 και εν μέσω της ραγδαία επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης, ξηρασία και λιμός πλήττουν με τρομακτικό μένος την υποσαχάρια Αφρική. Την επόμενη χρονιά, ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας που συγκαλείται στην Αντίς Αμπέμπα, σε οξεία αντίθεση με το Σχέδιο του Λάγος, θα αναγνωρίσει τις ευθύνες των αφρικανικών κυβερνήσεων και τα περιορισμένα όρια των δυνατοτήτων τους να επιλύσουν την κρίση. Θα συμφωνήσουν να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει η έκθεση Μπεργκ και θα ζητήσουν τη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας για την αντιμετώπιση του δυσβάστακτου χρέους.

Οι ασκοί του Αιόλου έχουν πλέον ανοίξει. Πολύ σύντομα θα αρχίσει η εφαρμογή μιας σειράς μέτρων, υπό την ονομασία «προγράμματα δομικής προσαρμογής» (ΠΔΠ). Σε αυτά περιλαμβάνονται όλοι οι όροι της έκθεσης Μπεργκ. Αλλάζει και η μορφή χρηματοδότησης. Η διεθνής βοήθεια για τα κρατικά έργα αντικαθίσταται από εσωτερικές επενδύσεις πολυεθνικών εταιρειών μαζί με μικρής κλίμακας κοινωνικά προγράμματα, που εφαρμόζονται από τις ΜΚΟ με χρηματοδότηση από δυτικά φιλανθρωπικά ιδρύματα. Τα οικονομικά μέτρα συχνά -δηλαδή επιλεκτικά- θα συνοδευτούν από φιλολογία-πιέσεις για την «καλή» και «κακή» διακυβέρνηση, το ζήτημα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι ασθενείς αστικές τάξεις και οι παραδοσιακές ολιγαρχίες των χωρών θα κληθούν να εφαρμόσουν τα νεοσυντηρητικά προγράμματα, στο όνομα της εξυπηρέτησης του χρέους και της «αξιοποίησης» της παγκοσμιοποίησης. Ταυτισμένες περισσότερο με τη Δύση παρά με τους λαούς που κυβερνούν, διευκολύνουν τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης των πολυεθνικών εταιρειών με αντάλλαγμα έναν πολυτελή τρόπο διαβίωσης και γενικότερα την ενίσχυση της ταξικής τους θέσης.

Τα αποτελέσματα της εφαρμογής των προγραμμάτων δομικής προσαρμογής εκτόξευσαν τη φτώχεια, την ανεργία, την ερήμωση της υπαίθρου. Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων σημείωσαν δραματική πτώση -κατά 60%- μεταξύ 1986 και 1993. Οι μισθοί κατέρρευσαν, ενώ ο πληθωρισμός καλπάζει. (Ένα τυχαίο παράδειγμα: Στην Τανζανία οι πραγματικοί μισθοί του 1990 αντιπροσώπευαν το 13% των πραγματικών τιμών του 1980. Μεταξύ του 1986 και 1989 η αύξηση του εθνικού δείκτη καταναλωτή ανήλθε στο 650%.) Οι ιδιωτικοποιήσεις οδηγούν την παιδεία και την υγεία σε πλήρη κατάρρευση. Οι όποιες κατακτήσεις της εθνικιστικής περιόδου στους τομείς αυτούς εξανεμίζονται. Χιλιάδες είναι οι νεκροί από το AIDS και τις επιδημίες. Η παιδική εργασία και εκμετάλλευση φτάνει στο απόγειό της.

Και η ανάπτυξη; Η αποπληρωμή του χρέους; Τουλάχιστον, έστω και με αυτό το κόστος, τα ΠΔΠ εκπλήρωσαν τους επίσημα διακηρυγμένους στόχους τους;

Ο Ντέμπα Μούσσα Ντεμπέλε, Διευθυντής του Φόρουμ για έναν Εναλλακτικό Αφρικανικό Δρόμο στο Ντακάρ της Σενεγάλης απαντά σε αυτά τα ερωτήματα, στο άρθρο του « Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα στην Αφρική: ένας καταστροφικός απολογισμός», αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύουμε .


Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα στην Αφρική: «ένας καταστροφικός απολογισμός»

Φέτος το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα κλείνουν 60 χρόνια ζωής. Μέσα από τον προπαγανδιστικό τους μηχανισμό, και οι δύο αυτοί οργανισμοί θα επιχειρήσουν να υπογραμμίσουν τη «βοήθειά» τους προς την Αφρική. Στην πραγματικότητα όμως από την δεκαετία του 70 και πέρα, οι οργανισμοί αυτοί έχουν σταδιακά μετατραπεί στους βασικούς αρχιτέκτονες πολιτικών, γνωστών ως η «Συμφωνία της Ουάσιγκτον», που ευθύνονται για τις χειρότερες ανισότητες και την έκρηξη της φτώχειας στον κόσμο, και ειδικότερα στην Αφρική.

Όταν άρχισαν να επεμβαίνουν στην ήπειρο, στα τέλη της δεκαετίας του 70 με αρχές της δεκαετίας του 80, ισχυρίστηκαν ότι είχαν σαν στόχο την «επιτάχυνση της ανάπτυξης» και την «επίλυση της κρίσης του χρέους» που χτύπησε τις χώρες της Αφρικής στα τέλη της δεκαετίας του 70, σαν αποτέλεσμα των έντονων διακυμάνσεων στις τιμές των αγαθών και την εκτόξευση των επιτοκίων. Το φάρμακο που πρότειναν, τα λεγόμενα προγράμματα σταθεροποίησης και διαρθρωτικών προσαρμογών (S.A.P.) πέτυχαν το ακριβώς αντίθετο, και συνέβαλαν στην επιδείνωση του εξωτερικού χρέους και της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης.

Το 1980, στο ξεκίνημα της παρέμβασής τους, η σχέση του χρέους προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και την εξαγωγή αγαθών και υπηρεσιών ήταν 23,4% και 65,2% αντιστοίχως. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1990, είχαν επιδεινωθεί στο 63% και 210% αντίστοιχα! Το 2000, η σχέση χρέους προς ΑΕΠ έφτανε το 71% ενώ η σχέση χρέους προς εξαγωγή προϊόντων και υπηρεσιών είχε κάπως «βελτιωθεί» στο 80,2% σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η επιδείνωση των δεικτών του χρέους αντανακλάται στην αδυναμία πολλών αφρικανικών κρατών να εξυπηρετήσουν το εξωτερικό τους χρέος. Το 1999, τα καθυστερούμενα έφταναν το 30% του συνολικού χρέους της ηπείρου, αντί του 15% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό στην δεκαετία του 90 και αντί του 5% που ήταν το ποσοστό στις αναπτυσσόμενες χώρες εν γένει. Σαν επιστέγασμα της κρίσης, οι αφρικανικές χώρες λαμβάνουν ελάχιστα νέα δάνεια, παρεκτός για να εξοφλήσουν παλιότερα χρέη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, από το 1988 και πέρα, η σχέση των συσσωρευμένων καθυστερούμενων προς τα «νέα» χρέη να ξεπερνάει το 65%.

Μεταξύ 1980 και 2000, οι χώρες της υποσαχάριας Αφρικής έχουν καταβάλει πάνω από 240 δις. $ για να υπηρετήσουν το χρέος, ήτοι τέσσερις φορές το χρέος που είχαν το 1980. Και όμως, παρά την οικονομική αιμορραγία, οι χώρες της υποσαχάριας Αφρικής χρωστάνε πλέον σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερα απ’ ότι χρωστούσαν 20 χρόνια πριν! Ένα από τα πιο συγκλονιστικά παραδείγματα αυτού του φαινομενικού παράδοξου είναι η περίπτωση του νιγηριανού χρέους. Το 1978, η χώρα δανείστηκε $5 δις. Το 2000 είχε αποπληρώσει 16$, και όμως συνεχίζει να χρωστάει 31$ σύμφωνα με τον πρώην Πρόεδρο Ομπασάντζο.

Η Νιγηρία είναι ένα καλό παράδειγμα της δομικής φύσης της κρίσης που απορρέει από το αφρικανικό χρέος και της ανισορροπίας ισχύος που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία και τις οικονομικές σχέσεις. Αυτό το πλαίσιο εξάλλου είναι που παρείχε τη δυνατότητα στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα να αυξήσουν την επιρροή τους στις αφρικανικές χώρες.


Το κόστος της φιλελευθεροποίησης του εμπορίου

Σύμφωνα με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, μία από τις πηγές της κρίσης της Αφρικής είναι το εσωστρεφές εμπορικό σύστημα της ηπείρου, που χαρακτηρίζεται από την προστασία των εγχώριων αγορών, τις επιχορηγήσεις, τις υπερτιμημένες ισοτιμίες και άλλες «στρεβλώσεις» που κάνουν τις αφρικανικές εξαγωγές λιγότερο «ανταγωνιστικές» στις παγκόσμιες αγορές. Στη θέση όλων αυτών, προτείνουν ένα εμπορικό σύστημα ανοιχτό και φιλελεύθερο, με ελάχιστους ή καθόλου δασμολογικούς φραγμούς. Σύμφωνα και με τους δύο παραπάνω οργανισμούς, ένα τέτοιο εμπορικό σύστημα, σε συνδυασμό με μια στρατηγική ανάπτυξης των εξαγωγών, θα έθεταν την Αφρική σε σταθερή τροχιά οικονομικής ανάκαμψης.

Στην πραγματικότητα, το κόστος που απορρέει από την φιλελευθεροποίηση του εμπορίου έχει κατά πολύ υπερβεί τα δυνητικά «οφέλη» που θ’ αποκόμιζαν, υποτίθεται, οι αφρικανικές χώρες από την εν λόγω φιλελευθεροποίηση. Κατ’ αρχάς, η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου μεταφράστηκε σε σημαντικές απώλειες φόρων, καθώς πολλές χώρες εξαρτώνται από την φορολόγηση των εισαγωγών ως βασική πηγή φορολογικών εσόδων. Έτσι, η κατάργηση, ή η μείωση της δασμολογίας οδήγησε σε μείωση των κρατικών εσόδων.

Μα μία από τις πιο αρνητικές συνέπειες της φιλελευθεροποίησης του εμπορίου υπήρξε η κατάρρευση πολλών εγχώριων βιομηχανιών, που στάθηκαν ανίκανες να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των ισχυρών και επιχορηγούμενων ανταγωνιστών τους από τις βιομηχανικές χώρες. Πρακτικά, ο βιομηχανικός τομέας της Αφρικής συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων θυμάτων των λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών.

Από τη Σενεγάλη μέχρι τη Ζάμπια, από το Μάλι μέχρι την Τανζανία, από την Ακτή Ελεφαντοστού μέχρι την Ουγκάντα, ολόκληροι κλάδοι της εγχώριας βιομηχανίας εξαφανίστηκαν, με τρομαχτικές συνέπειες. Όχι μόνο η συμβολή του βιομηχανικού τομέα στο ΑΕΠ συνέχισε να πέφτει, αλλά και ο αριθμός των απασχολούμενων στον βιομηχανικό τομέα συρρικνώθηκε δραματικά. Στη Σενεγάλη, περισσότερο από το ένα τρίτο των βιομηχανικών εργατών έχασαν τη δουλειά τους στη δεκαετία του 80. Η τάση ενισχύθηκε παραπέρα στη δεκαετία του 90, σαν συνέπεια των σαρωτικών πολιτικών ιδιωτικοποιήσεων και φιλελευθεροποίησης του εμπορίου που επέβαλαν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, ειδικά μετά την υποτίμηση του Φράγκου Δυτικής Αφρικής το 1994. Στην Γκάνα, το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό έπεσε από 78.700 άτομα το 1987 στα 28.000 το 1993. Στην Ζάμπια, μόνο στον τομέα της υφαντουργίας πάνω από το 75% των εργατών έχασαν τις δουλειές τους μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, σαν αποτέλεσμα της ολικής αποσύνθεσης του κλάδου την περίοδο της προεδρίας του Τσιλούμπα. Ανάλογη τάση παρατηρείται και σε άλλες χώρες, όπως στην Ακτή Ελεφαντοστού, την Μπουρκίνα Φάσο, το Μάλι, το Τόγκο, την Ζάμπια, την Τανζανία κλπ.


Ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας

Η Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (United Nations Conference on Trade and Development UNCTAD) αναφέρει ότι περισσότερο από το 70% των αφρικανικών εξαγωγών απαρτίζονται από πρωτογενή προϊόντα, εκ των οποίων πάνω από το 62% είναι εντελώς ακατέργαστα. Έτσι δικαιολογείται η ανάγκη για ακόμα μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση προκειμένου οι αφρικανικές εξαγωγές να γίνουν πιο «ανταγωνιστικές», και οι αφρικάνικες οικονομίες πιο «ελκυστικές» στις άμεσες ξένες επενδύσεις.

Στο όνομα του «συγκριτικού πλεονεκτήματος», η στρατηγική ανάπτυξης των εξαγωγών υποχρεώνει τις αφρικανικές χώρες να ανταγωνίζονται αγρίως για ένα μερίδιο των αγορών και άρα να τις πλημμυρίζουν με όλο και μεγαλύτερες ποσότητες από τα παραγόμενα αγαθά τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια όξυνση της «πτητικότητας» (διακύμανσης) των τιμών, δύο φορές πιο έντονη από την αντίστοιχη στην ανατολική Ασία και τέσσερις φορές μεγαλύτερη απ’ αυτήν που δοκίμασαν οι βιομηχανικές χώρες στις δεκαετίες 70,80 και 90.

Συμπέρασμα

Σύμφωνα με την UNCTAD, αν οι εμπορικοί όροι στην Αφρική είχαν παραμείνει ως είχαν το 1980:
- Το μερίδιο της Αφρικής στο παγκόσμιο εμπόριο θα ήταν δυο φορές μεγαλύτερο από το σημερινό.
- Το ποσοστό των επενδύσεων θα είχε αυξηθεί κατά 6% ετησίως στις μη πετρελαιοεξαγωγικές χώρες
- Θα είχε καταγραφεί 1,4% ετησίως επιπλέον ρυθμός ανάπτυξης
Θα είχε αυξηθεί κατά 50% τουλάχιστον το κατά κεφαλή ΑΕΠ στα 478$ το 1997 αντί των 323$ που καταγράφτηκαν εκείνη τη χρονιά.




NEPAD: Παναφρικανική ανάπτυξη ευθυγραμμισμένη με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα

Η Νέα Σύμπραξη για την Αφρικανική Ανάπτυξη (NEPAD), ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2001 στην Αμπούτζα της Νιγηρίας. Πρωτεργάτης αυτής της συνεργασίας ο Τάμπο Μπέκι, Πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, της ισχυρότερης οικονομίας της αφρικανικής ηπείρου και ταυτόχρονα της «από ηθική άποψη ηγέτιδας χώρας», μετά τη σχετικά πρόσφατη νίκη της επί του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Μαζί του ο Μπουτεφλίκα της Αλγερίας, ο Ομπασάντζο της Νιγηρίας και ο Γουαντέ της Σενεγάλης. Οι ιδρυτές της NEPAD, την παρουσιάζουν ως μια ακόμη ενσάρκωση των οραμάτων του Παναφρικανισμού, μια νέα προσπάθεια για την αφρικανική ενοποίηση με στόχο την οικονομική ανάπτυξη και συνολικότερα την «αναγέννηση» της Αφρικής.

Τι είναι ο Παναφρικανισμός;

Ο Παναφρικανισμός, η αντίληψη των Αφρικανών της διασποράς και των αυτοχθόνων ότι μοιράζονται κοινούς στόχους, διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά διαδικασία. Προσεγγίστηκε με διαφορετικό τρόπο από τους στοχαστές που τον θεμελίωσαν, ανάλογα προς την ιστορική στιγμή αλλά και τον τόπο, από τον οποίο κατάγονταν ή δρούσαν. Κατά κύριο λόγο, δεν αποτελεί μια ενιαία σχολή σκέψης, αλλά ένα κίνημα για την κοινωνική και πολιτική ισότητα, για την κατάργηση των ρατσιστικών διακρίσεων, για την απελευθέρωση από την οικονομική εκμετάλλευση. Αναγνωρίζει ότι οι Αφρικανοί είναι διαιρεμένοι μεταξύ τους, περιθωριοποιημένοι και αποξενωμένοι είτε στη διασπορά είτε στην ίδια τη χώρα τους. Ότι η Αφρική έχει τύχει ιστορικής υπερεκμετάλλευσης, με το δουλεμπόριο και τον αποικιακό ζυγό μέχρι την νεοαποικιοκρατία και τα νεοφιλελεύθερα προγράμματα.

Ο Παναφρικανισμός συναντήθηκε και ευθυγραμμίστηκε με τις πολιτικές κατευθύνσεις του αφρικανικού σοσιαλισμού. Επιχείρησε να δώσει απάντηση στην υπανάπτυξη, μέσω της κινητοποίησης των ίδιων δυνάμεων, την επιφυλακτική αντιμετώπιση των όποιων πατερναλιστικών ξένων σχεδίων, την αλληλεγγύη και την παναφρικανική συνεργασία. Ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας, που ιδρύθηκε στις 25 Μάη του 1963, από τον Κουαμέ Νκρούμα, Πρόεδρο της Γκάνας, τον Νάσερ της Αιγύπτου, τον Λέοπολντ Σενγκόρ της Σενεγάλης, τον Σεκού Τουρέ της Γουινέας και τον Μπεν Μπελά της Αλγερίας, ήταν μια προσπάθεια θεσμοθέτησης του παναφρικανικού οράματος, ο απολογισμός και η αξιολόγηση του οποίου ξεφεύγει από τις προθέσεις του παρόντος άρθρου.

NEPAD και παγκοσμιοποίηση

Ο κυρίαρχος λόγος επαναλαμβάνει συνεχώς το γνωστό μότο: η Αφρική είναι περιθωριοποιημένη από τη νέα παγκοσμιοποίηση. Αυτό συμβαίνει από δικό της λάθος, αφού «βυθίστηκε» σε υπερβολικό εθνικισμό, μετά την αποαποικιοποίησή της. Ο δρόμος για την έξοδο από την κρίση είναι προφανής και εύκολος· αυτός που ακολούθησαν οι λεγόμενες «ασιατικές τίγρεις», με τα γνωστά εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το ακόμη μεγαλύτερο, χωρίς φραγμούς, άνοιγμα των οικονομιών της στο ξένο κεφάλαιο είναι ο δρόμος για την ανάπτυξη και την ενσωμάτωσή της στην παγκόσμια αγορά.

Είναι αλήθεια ότι ο Μπέκι ξεκίνησε με την απόρριψη του «αφροπεσιμιστικού» λόγου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «οι Αφρικανοί πρέπει και μπορούν να οικειοποιηθούν το μοντερνισμό». Πρότεινε τη NEPAD ως ένα σχέδιο δραστικής αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της ένταξης της ηπείρου στο παγκόσμιο σύστημα και την ακύρωση της θέσης της ως μιας εξαιρετικά αδύναμης και περιφερειακής συνιστώσας. Σύντομα, όμως, αποσαφήνισε ότι «η πολιτική δημοκρατία και η οικονομική ανάπτυξη» θα επιτευχθεί με την ένταση του προσανατολισμού στην οικονομία της αγοράς και σε συνεργασία με τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Αν και στο ιδρυτικό κείμενό της, η NEPAD αναγνωρίζει τα μεγάλα εμπόδια που ορθώνει στις χώρες της Αφρικής το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, τελικά, σε ότι αφορά τις προτάσεις της για το εμπόριο, την κίνηση κεφαλαίου, την τεχνολογία και τα δικαιώματα ευρεσιτεχνιών, ευθυγραμμίζεται με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Παράλληλα, για μία ακόμη φορά επαναλαμβάνει το απλοϊκό σχήμα: αν η Αφρική βάλει τάξη στο σπίτι της, οι παραδοσιακοί εμπορικοί εταίροι θα επιχορηγήσουν την ανάπτυξή της!

Είναι σαν οι εμπνευστές της NEPAD να αντέστρεψαν στο μυαλό τους όλη την ιστορία των σχέσεων της Αφρικής με τη Δύση. Σαν μα μην αποτελεί η παγκοσμιοποίηση ήδη μια πραγματικότητα με τραγικές συνέπειες, από την οποία έπρεπε να έχουν αντλήσει κάποια διδάγματα.

Η Αφρικανική Αριστερά έχει ασχοληθεί εξαντλητικά με το θέμα. Στο τεύχος μας αυτό αλλά και σε επόμενα, δημοσιεύουμε άρθρα που φωτίζουν διάφορες πλευρές του.

Εμείς εισαγωγικά, απλά υποστηρίζουμε ότι το όραμα του Παναφρικανισμού και το σχέδιο της NEPAD δεν τέμνονται. Το μόνο κοινό σημείο τους είναι η υιοθέτηση -ως μέσου- της συνεργασίας των αφρικανικών κρατών. Ωστόσο, ο οικονομικός και πολιτικός προσανατολισμός τους βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση. Επί πλέον, η πρόταση της NEPAD δεν παρουσιάζει κάτι καινούργιο. Επιμένει σε δοκιμασμένες και αποτυχημένες συνταγές και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα ελπιδοφόρο σχέδιο για την Αφρική.

Στη συνέχεια, παραθέτουμε δύο άρθρα. Το πρώτο, είναι απόσπασμα από την παρέμβαση του Πάτρικ Μποντ στο συνέδριο, που έγινε στο Ντούρμπαν της Νότιας Αφρικής, με θέμα «Προς μια Αφρική χωρίς σύνορα». Αντικείμενο της ομιλίας του ήταν ο «Νοτιαφρικανικός υποϊμπεριαλισμός» και στο απόσπασμα, που δημοσιεύουμε, αναφέρεται στην αποκαλυπτική διαδικασία δημιουργίας της NEPAD και την κριτική που ασκεί η Αριστερά στο πρόγραμμά της.

Το δεύτερο, είναι του Ίσσα Σίβζι, καθηγητή της Νομικής στο πανεπιστήμιο Νταρ ες Σαλαάμ της Τανζανίας με θέμα «Καλή διακυβέρνηση, κακή διακυβέρνηση και η αναζήτηση της δημοκρατίας στην Αφρική».

Θεωρούμε αναγκαία την παρουσίαση αυτού του κειμένου, γιατί το ζήτημα της «καλής διακυβέρνησης» και της δημοκρατίας κατέχει εξέχουσα θέση στην πολιτική αντιπαράθεση, που βρίσκεται σε εξέλιξη. Σε μια περιοχή που έχει δοκιμαστεί από συγκεντρωτικά αυταρχικά καθεστώτα και τα στρατιωτικά πραξικοπήματα είναι στην ημερήσια διάταξη για πάνω από μισό αιώνα, το θέμα αυτό δεν μπορεί κανείς να το αντιπαρέλθει εύκολα. Τη στιγμή μάλιστα, που ο κυρίαρχος λόγος αποσυνδέει τη δημοκρατία από την κοινωνική διαπάλη και το ζήτημα της εξουσίας και την υποβιβάζει στο επίπεδο της καλής διοίκησης.

Τέλος, να πούμε πως τα ΠΔΠ μετρούν σχεδόν τριάντα χρόνια ζωής και η NEPAD επτά. Δεν ΘΑ κριθούν, ήδη κρίνονται. Κανένα κοινωνικό φαινόμενο, από την έκρυθμη κατάσταση στην Κένυα, τις εξεγέρσεις στις παραγκουπόλεις, τα φαινόμενα ρατσιστικής βίας στη Νότια Αφρική και το ένοπλο αντάρτικο στο Δέλτα του Νίγηρα -για να αναφέρουμε κάποια- δεν μπορούν να αποτιμηθούν χωρίς να συνυπολογιστεί το ασφυκτικό οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, που δημιούργησε η εφαρμογή των νεοσυντηρητικών προγραμμάτων. Πολύ δε περισσότερο ,αγνοώντας αυτόν τον παράγοντα, δεν μπορεί να δοθεί καμία ουσιαστική απάντηση στο ζήτημα της φτώχειας, το οποίο τόσο συχνά απασχολεί το τελευταίο διάστημα, τις περισσότερες φορές, με «ανώδυνο» τρόπο.


Staking claims through NEPAD

Οι καταβολές της NEPAD είναι αποκαλυπτικές. Στο τέλος της δεκαετίας του ’90, ο Μπέκι ξεκίνησε μια εκστρατεία «Αφρικανικής Αναγέννησης», διανθισμένη με μπόλικη συγκινητική ποίηση και πέραν τούτου ουδέν. Το άνευ περιεχομένου περίγραμμα απέκτησε σκελετό κατά τη συνάντηση του Μπέκι με τον Κλίντον τον Μάη του 2000, καθώς και στη σύνοδο του G8 στην Οκινάβα τον Ιούλη, στη συνάντηση κορυφής του ΟΗΕ για το μιλένιουμ τον Σεπτέμβρη και στη διάσκεψη της Ε.Ε. που ακολούθησε στην Πορτογαλία . Ο σκελετός σαρκώθηκε το Νοέμβρη του 2000 με τη συμβολή διαφόρων οικονομολόγων και εγκρίθηκε αμέσως μετά, κατά την επί τούτου επίσκεψη του προέδρου της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζέιμς Γουέλφενσον στη Νότιο Αφρική σε «αδιευκρίνιστη τοποθεσία» υπό το φόβο της επανάληψης των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας που είχαν «αμαυρώσει» το ταξίδι του διευθύνοντα συμβούλου του ΔΝΤ Χερστ Κέλερ στο Γιοχάνεσμπουργκ λίγους μήνες πριν. Σ’ αυτή τη φάση, ο Μπέκι κατάφερε να προσεταιριστεί δύο ακόμα ηγέτες από τα καθοριστικής σημασίας Βόρεια και Δυτικά τμήματα της Ηπείρου: τον Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα της Αλγερίας και τον Ολουσέγκουν Ομπασάντζο της Νιγηρίας. Αμφότεροι εξάλλου αντιμετώπιζαν εντός του οίκου τους τακτικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας καθώς και διάφορες πολιτειακές, στρατιωτικές, θρησκευτικές και φυλετικές συγκρούσεις.

Στις αρχές του 2001, στο Νταβός, ο Μπέκι ξεκαθάρισε ποιων τα συμφέροντα επρόκειτο να υπηρετήσει η NEPAD: «Είναι σημαδιακό το γεγονός ότι η πρώτη επίσημη σύσκεψη σχετικά με την ανάπτυξη αυτού του προγράμματος λαμβάνει χώρα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Προϋπόθεση εξάλλου για την επιτυχία του είναι να το «αγοράσουν» τα μέλη αυτού του εκπληκτικά ζωντανού φόρουμ!». Έτσι, το διεθνές κεφάλαιο θα ωφεληθεί τα μέγιστα από τις κατασκευαστικές ευκαιρίες στον κλάδο των υποδομών με βάση το κοινοπρακτικό μοντέλο δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, τις ιδιωτικοποιημένες κρατικές υπηρεσίες, τις διαρθρωτικές αλλαγές, τις εντατικοποιημένες νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διεθνή ιδιοκτησία και λοιπά επιμέρους σχέδια της NEPAD, όλα συντονιζόμενα από ένα νοτιοαφρικάνικο γραφείο επανδρωμένο με νεοφιλελεύθερα στελέχη πρόθυμα να παίξουν το ρόλο του οικονομικού και γεωπολιτικού θυρωρού.

Όταν το πρόγραμμα του Μπέκι συγχωνεύτηκε με μια αντίστοιχη πρωτοβουλία του νεοφιλελεύθερου Σενεγαλέζου Προέδρου Αμπντουλαγιέ Γουαντέ, κέρδισε και την σχετική έγκριση στη συνάντηση της Οργάνωσης Αφρικανικής Ενότητας τον Ιούνη του 2001 (Το 2002 η Ο.Α.Ε. μετεξελίχτηκε στην Αφρικανική Ένωση).

Η NEPAD λανσάρεται επισήμως στις 23 Οκτώβρη 2001 στην Αμπούτζα της Νιγηρίας, σε συνάντηση Αφρικανών ηγετών. Τον Φλεβάρη του 2002, οι παγκόσμιες ελίτ πανηγυρίζουν για τη NEPAD, από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ της Νέας Υόρκης μέχρι τη συνάντηση κορυφής των αυτοαποκαλούμενων «προοδευτικών ηγετών» (συμπεριλαμβανομένου του Μπλαιρ) που μαζεύτηκαν στη Στοκχόλμη για να σφυρηλατήσουν τον Τρίτο Δρόμο. Τα μάτια των ελίτ στρέφονται τότε προς την «ουλή» του κόσμου (η περιγραφή του Μπλαιρ για την Αφρική), ελπίζοντας πως η NEPAD θα καταφέρει να παίξει το ρόλο ενός ικανοποιητικού τσιρότου. Ωστόσο το περιοδικό Institutional Investor (Θεσμικός Επενδυτής) επισημαίνει ότι το πρόγραμμα που το G8 «παραπλανητικά βάφτισε ως Σχέδιο Δράσης για την Αφρική», στην πραγματικότητα αντιστοιχεί σε μια τσιγγούνικη υποστήριξη εκ μέρους των βασικών δωρητών με την προσθήκη «μόλις 1 δις. $ για την ανακούφιση του χρέους» ενώ το G8 «απέτυχε να πάρει απόφαση περιορισμού των επιδοτήσεων των εγχώριων αγροτικών προϊόντων (που ορθώνουν τείχος τις αφρικανικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων) και παρέλειψε να προσφέρει πρόσθετη βοήθεια προς την ήπειρο». Ο Μπέκι είχε ζητήσει 64 δις. $ ετησίως ως πρόσθετη βοήθεια, δάνεια και επενδύσεις, πλην όμως, όπως σημείωναν οι νοτιοαφρικάνικοι κυριακάτικοι Times, «οι ηγέτες των πλουσιότερων χωρών του κόσμου αρνήθηκαν να παίξουν μπάλα». Έτσι λοιπόν, από τη μια πλευρά η NEPAD υιοθετήθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες από την ιδρυτική διάσκεψη κορυφής της Αφρικανικής Ένωσης, την Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αέναη Ανάπτυξη (World Summit on Sustainable Development -WSSP ή αλλιώς W$$D όπως καταγράφτηκε συνθηματικά στα πανό) καθώς και τη διάσκεψη κορυφής του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Από την άλλη, η ψευτολατρεία της NEPAD δεν κατάφερε να μεταφραστεί σε μια μακροπρόθεσμη και μη ανατρέψιμη ανακούφιση για την ήπειρο.

Λίγο πριν τη συνάντηση του G8 στο Εβιάν της Γαλλίας το 2003, το περιοδικό «Θεσμικός Επενδυτής» δίνει τον τόνο: «Όπως και άλλες αφρικανικές πρωτοβουλίες όλα αυτά τα χρόνια, έτσι κι αυτή ξεστράτισε κι έπεσε στο χαντάκι». Πάνω από 100.000 ακτιβιστές διαδήλωσαν ενάντια στο G8 στις γειτονικές πόλεις της Γενεύης και της Λοζάννης. Προς μεγάλη απελπισία του Μπέκι, σ’ αυτούς προστέθηκαν και αφρικανοί ακτιβιστές. Λίγο πριν τη σύνοδο κορυφής του G8, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ Μισέλ Καμντέσσους, Γάλλος εκπρόσωπος του G8 στην Αφρική, εξηγούσε την γοητεία της NEPAD ως εξής: «Οι Αφρικανοί ηγέτες ήρθαν προς εμάς με την πεποίθηση ότι η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί κατάρα γι αυτούς, αλλά μάλλον το αντίθετο, κάτι από το οποίο μπορούν να προκύψουν θετικά πράγματα… Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι διαφορά βγαίνει απ αυτό».

Με αυτά τα δεδομένα, η αφρικανική Αριστερά έχει εκφράσει βαθύ σκεπτικισμό απέναντι στις βασικές στρατηγικές της NEPAD. Μια περιεκτική κριτική προέκυψε από μια διάσκεψη του Συμβουλίου για την Ανάπτυξη και την Κοινωνική Επιστημονική Έρευνα στην Αφρική (Codestria) και το Δίκτυο Τρίτος Κόσμος-Αφρική τον Απρίλη του 2002. Σύμφωνα με την απόφαση της διάσκεψης, τα βασικά ελαττώματα της NEPAD είναι τα εξής:

Α. Το νεοφιλελεύθερο οικονομικό πλαίσιο στον πυρήνα του προγράμματος, που αναπαράγει τις πολιτικές δομικής προσαρμογής των δύο προηγούμενων δεκαετιών και παραβλέπει τα καταστροφικά αποτελέσματα αυτών των πολιτικών.
Β. Ότι παρά τη διακηρυγμένη αναγνώριση του κεντρικού ρόλου του αφρικανικού λαού, ο αφρικάνικος λαός δεν έχει συμμετάσχει πουθενά στη σύλληψη, το σχεδιασμό και τη διατύπωση της NEPAD.
Γ. Ότι παρά τη διακηρυγμένη έγνοια για κοινωνική ισότητα των φύλων, τα προγράμματα υιοθετούν κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση των γυναικών.
Δ. Ότι παρά την επίκληση των αφρικανικών τους καταβολών, βασικός στόχος των προγραμμάτων είναι οι ξένοι δωρητές, και ειδικότερα το G8.
Ε. Ότι το δημοκρατικό όραμα υποτάσσεται στην ανάγκη δημιουργίας μιας λειτουργικής αγοράς.
Στ. Ότι υποβαθμίζουν τους θεμελιώδεις εξωτερικούς παράγοντες που ευθύνονται για την κρίση στην Αφρική, και κατά συνέπεια δεν προωθούν κανένα ουσιαστικό μέτρο διαχείρισης και μείωσης των αρνητικών επιδράσεων αυτού του περιβάλλοντος πάνω στις αναπτυξιακές προσπάθειες της Αφρικής. Αντίθετα, οι δεσμεύσεις με θεσμούς και οργανισμούς. όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, κλπ. θα εγκλωβίζουν πάρα πέρα τις αφρικανικές οικονομίες μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον.
Ζ. Ότι οι μέθοδοι κινητοποίησης των μέσων θα οδηγήσει σε παραπέρα αποσύνθεση των αφρικανικών οικονομιών απ’ αυτήν στην οποία έχουν ήδη οδηγηθεί από τις δομικές προσαρμογές και τις οδηγίες του ΠΟΕ.

Η ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Στις 6 Μαρτίου του 1957 η Γκάνα αποτινάσσει από πάνω της τον αποικιακό ζυγό και ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της. Είναι η πρώτη πράξη της εποποιίας των αφρικανικών λαών, που μέσα στο σύντομο -ιστορικά- διάστημα δύο περίπου δεκαετιών, θα οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση το σύστημα της αποικιοκρατίας, το οποίο οι αυτοκρατορίες, εξαντλημένες από το δυσβάσταχτο βάρος δύο παγκόσμιων πολέμων, αδυνατούν να συντηρήσουν. Εξ άλλου, η αναδυθείσα νέα υπερδύναμη, οι ΗΠΑ, διεκδικεί «χώρο» στην παγκόσμια σκηνή και το πλαίσιο της αποικιακής κυριαρχίας την κάνει να ασφυκτιά.

Με την απελευθέρωσή τους, της γης οι κολασμένοι, εισέρχονται σε μία νέα φάση που συγκλονίζεται από τις ιλιγγιώδεις ελπίδες ότι η πολιτική ανεξαρτησία θα οδηγήσει στην οικονομική χειραφέτηση, την ευημερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η πλειονότητα των νεοπαγών κρατών, επηρεασμένη και από το γενικότερο επαναστατικό κλίμα που κυριαρχούσε στην παγκόσμια σκηνή τη δεκαετία του ’60, θα υιοθετήσει σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Όπως παρατηρεί ο Αντώνης Λιάκος: «Πράγματι, μετά τη Ρωσική επανάσταση, για περίπου 60 χρόνια η πολιτική γλώσσα, μέσω της οποίας αρθρώθηκαν τα εθνικά και κοινωνικά αιτήματα των αποικιοκρατούμενων εθνών, ήταν ο μαρξισμός. Αυτή η γλώσσα εξασφάλιζε την επικοινωνία, αλλά και τη μετάφραση του τοπικού στο εθνικό και του εθνικού στο καθολικό».

Ποιος είναι ο απολογισμός 50, σχεδόν, χρόνων ανεξαρτησίας; Τι οικοδομήθηκε στη θέση των πρώην αποικιών, ποιοι δρόμοι ακολουθήθηκαν για την πολυπόθητη ανάπτυξη, τι απέγινε το χειραφετητικό όραμα των απελευθερωτικών κινημάτων; Από ποιο σημείο, σήμερα, ατενίζει το μέλλον της η αφρικανική ήπειρος;

Τα τελευταία 30 χρόνια, οι διάφοροι αναλυτές, χρησιμοποιούν εύστοχα τον όρο «αφρικανική τραγωδία», για να περιγράψουν την κατάσταση της πλήρους οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής εξουθένωσης, στην οποία έχει περιέλθει η περιοχή αυτή. Ο Φώτης Τερζάκης, στο άρθρο του «Υπάρχει ελπίδα για την Αφρική» επιχειρεί μια περιεκτική αναφορά στα στοιχεία που συνιστούν την κρίση αυτή. Εμείς θα αρκεστούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά, ότι η υποσαχάρια Αφρική παραμένει εξαρτημένη από την εξόρυξη και τον πρωτογενή τομέα, με ανύπαρκτες σχεδόν δυνατότητες βιομηχανικής ανάπτυξης. Το χρέος της είναι το μεγαλύτερο του κόσμου και διαρκώς αυξάνεται. Τα 300 από τα 500 εκατομμύρια Αφρικανών ζουν μέσα στην απόλυτη φτώχεια. Ο υποσιτισμός, το πρόβλημα της μη πρόσβασης σε «καθαρό» νερό, το AIDS και η έξαρση των επιδημιών συνθέτουν μια εικόνα εφιαλτική. Όλα αυτά, αποτυπώνονται, στο προσδόκιμο ζωής, έναν δείκτη στον οποίο χωρίς περιστροφές συμπυκνώνονται οι όροι ζωής των κατοίκων οποιασδήποτε περιοχής. Με στοιχεία του 2002 ένας Αφρικανός ζει, κατά μέσον όρο, 14 χρόνια λιγότερο από τον κάτοικο της επόμενης φτωχότερης περιοχής -της Νότιας Ασίας- και 30 από τον αντίστοιχο των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών. Μεταξύ του 1995 και 1998 σε 31 αφρικανικές χώρες ο μέσος όρος ζωής μειώθηκε. Στη Ζιμπάμπουε και την Ουγκάντα, κυρίως λόγω του ΑIDS, το προσδόκιμο ζωής το 1998 έπεσε κάτω από το αντίστοιχο του 1960.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, με την Αφρική;


Η κυρίαρχη ερμηνεία.

Στη δεκαετία του ’60, λίγο μετά την ανακήρυξη των πρώτων ανεξάρτητων κρατών, ο Μονερό ισχυριζόταν: «Η επανάσταση είναι μια απάτη. Στην πραγματικότητα δεν έχει γίνει. Οι Αφρικανοί ελεεινοί ήταν κάτω από την αποικιοκρατία, ελεεινοί είναι και κάτω από την ανεξαρτησία. Μια επανάσταση δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια παροδική αναστάτωση μέσα στην κυκλοφορία των ελίτ, και η αφρικανική επανάσταση δεν σημαίνει τίποτα άλλο από την υποκατάσταση μιας ελίτ λευκής από μια ελίτ μαύρη ή μελαψή. Οι πελώριες μάζες των Αφρικανών παραμένουν ότι ήταν ανέκαθεν: καταπονημένες από τις αρρώστιες, πεινασμένες και δίχως ελπίδα.»

Σήμερα, η κυρίαρχη ερμηνεία για την αφρικανική κρίση δεν διαφέρει ουσιαστικά από την άποψη του Μονερό. Ισχυρίζεται ότι η Αφρική είναι εγγενώς καθυστερημένη, προσκολλημένη ηλίθια στην «παράδοση» και για αυτό καταδικασμένη σε μόνιμη υπανάπτυξη. Ο Αριστείδης Σήτας αναφέρεται στο φαινόμενο του «αφροπεσιμισμού», που τη θέλει να αποτελεί «μια ήπειρο των ισλαμικών φονταμενταλισμών στο βόρειο μέρος της, συσσώρευσης χάους και αναρχίας, εστία επιδημιών κι ασθενειών, ανομβρίας κι ελλείψεων, πραξικοπημάτων και γενοκτονιών στο νότιο. Κοντολογίς, η Αφρική αναπαρίσταται σαν το τρομερό ρατσιστικοποιημένο «άλλο» της υφηλίου». Η εικόνα της χώρας των «φυλών», του παρελθόντος και του εξωτισμού αποτελεί, μια προσέγγιση οριενταλιστική, που κάποιος θα την χαρακτήριζε απλώς «ρομαντική», αν δε συνόδευε πεισματικά όλα τα ιμπεριαλιστικά εγχειρήματα. Από το τέλος της δεκαετίας του ’70 η εισαγωγή των νεοσυντηρητικών προγραμμάτων υποστηρίζεται από μια επίμονη συζήτηση για την «κακή διακυβέρνηση» και τις «κακές πολιτικές» που εμποδίζουν τα κράτη να κινηθούν στο πνεύμα του δυτικού εκσυγχρονισμού. Η ευθύνη για την κρίση επιρρίπτεται στις διεφθαρμένες αφρικανικές ελίτ και προσδιορίζεται με συγκεκριμένο, βεβαίως, τρόπο το περιεχόμενο της «καλής διακυβέρνησης» και της «δημοκρατίας», οι οποίες επιβάλλεται δίχως αναβολή να εφαρμοστούν.


Η «δική» μας προσέγγιση

Ο Πάτρικ Μποντ, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσμπουργκ, ισχυρίζεται ότι «από τη σκοπιά της αντικαπιταλιστικής αντίστασης, οι οικονομικά περισσότερο περιθωριοποιημένες περιοχές παρουσιάζουν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή κινητοποιείται δυναμικά μεγαλύτερος αριθμός στρατευμένων ακτιβιστών, αλλά γιατί οι δοκιμασίες και τα εμπόδια που πρέπει να υπερβούν καθώς και η συνειδητοποίηση που εκφράζουν, μας δίνουν μαθήματα ζωτικής σημασίας σχετικά με την ανισότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης».

Συμφωνώντας με την οπτική αυτή, υποστηρίζουμε ότι η μελέτη των εξελίξεων στην αφρικανική ήπειρο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Γιατί, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι αναλυτές είτε δεν ασχολούνται με αυτήν, θεωρώντας την «περιττή» και «πλεονάζουσα» -προφανώς για τα συμφέροντα της καπιταλιστικής συσσώρευσης- είτε το κάνουν με τρόπο οριενταλιστικό, η πραγματικότητα είναι ότι αποτέλεσε και αποτελεί πεδίο μεγάλων συγκρούσεων. «Παρακολούθησε» όλες τις κρίσιμες καμπές του εικοστού αιώνα. Προσφέρει ένα συγκλονιστικό παράδειγμα της αποτυχίας των νεοσυντηρητικών προγραμμάτων και πειραματισμών.

Στο αφιέρωμά μας, που θα συνεχιστεί και σε επόμενα τεύχη, θα επιχειρήσουμε:

● Να αντικρούσουμε το ρατσιστικό, οριενταλιστικό ιδεολόγημα περί αφρικανών υπανθρώπων, λαών χωρίς ιστορία, χωρίς πολιτισμό και φυσικά χωρίς μέλλον. Ειδικά στο παρόν τεύχος, φιλοξενούμε δύο άρθρα που προσεγγίζουν το ζήτημα των «φυλών» ως -κατά κύριο λόγο- δυτική επινόηση, ως ευρωπαϊκή κατασκευή.
● Να παρουσιάσουμε τα ιδεολογικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στην υποσαχάρια Αφρική από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, πολύ πριν ο κομμουνισμός ασκήσει τη δική του επιρροή στη σκέψη και την πολιτική πρακτική. Να μιλήσουμε για το έργο εξαιρετικών στοχαστών και ταυτόχρονα μεγάλων αγωνιστών ενάντια στην αποικιοκρατία, όπως ο Φανόν, ο Καμπράλ, ο Νκρούμα, ο Λουμούμπα, ο Σανκάρα, ο Πάντμορ και πολλών ακόμη. Αυτών, που παρά τις σημαντικά διαφορετικές μεταξύ τους προσεγγίσεις, συγκρότησαν ένα μεγάλο επίτευγμα της αφρικανικής πολιτικής σκέψης του εικοστού αιώνα, τον αφρικανικό σοσιαλισμό.
● Να παρακολουθήσουμε τα πρώτα βήματα των νέων ανεξάρτητων κρατών, ιδιαίτερα αυτών που ακολούθησαν μια ευρεία πολιτική κρατικού σοσιαλισμού, με ότι αυτό σημαίνει. Δηλαδή, να μιλήσουμε για τις δυσκολίες συγκρότησης του «κράτους-έθνους», μέσα στο γεωπολιτικό πλαίσιο της ιστορικά αυθαίρετης διαίρεσης της Αφρικής. Για τον αγώνα της «οικονομικής ανεξαρτησίας» μέσα από το μονόδρομο της «ανάπτυξης». Για την οικοδόμηση του συγκεντρωτικού-αυταρχικού κράτους. Για την ανάδυση των νέων ηγεμονικών ελίτ. Και, φυσικά, για το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα όλα αυτά: τον Ψυχρό Πόλεμο, την εδραίωση της οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και των πολυεθνικών εταιρειών, τη μοιραία πετρελαϊκή κρίση του 1974.
● Να μιλήσουμε για τη νεοαποικιοκρατία, που αντιπροσωπεύει το βορειοαμερικανικό στάδιο της αποικιοκρατίας, δηλαδή της αυτοκρατορίας χωρίς αποικίες. Ο έλεγχος των υποτελών χωρών διασφαλίζεται με οικονομικούς τρόπους, μέσω των πολυεθνικών εταιρειών, των διεθνών εμπορικών αγορών και των υπερεθνικών οικονομικών οργανισμών. Την ηγετική τους τάξη αποτελεί μια ελίτ, που λειτουργεί σε συνεργασία με το διεθνές κεφάλαιο για το δικό της συμφέρον. Είναι αυτή που ο Νιγηριανός αγωνιστής Κεν Σάρο Βίβα θα αποκαλέσει «τερατώδη εγχώρια αποικιοκρατία».
● Κυρίως, όμως, να διατυμπανίσουμε ότι αυτό που βύθισε την αφρικανική ήπειρο στην εξαθλίωση και την απελπισία, αυτό που μετέτρεψε την αφρικανική κρίση σε τραγωδία είναι η εφαρμογή, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, των λεγόμενων προγραμμάτων «δομικής προσαρμογής». Μέσω αυτών, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, στο όνομα της αποπληρωμής του χρέους, επέβαλλαν πολιτικές λιτότητας, με έμφαση στις ιδιωτικοποιήσεις και τον εξαγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας, με περικοπές στα δημόσια οικονομικά προγράμματα και τον τερματισμό των κοινωνικών παροχών. Παρά την τεράστια αποτυχία αυτών των προγραμμάτων -τόσο προφανή που μέχρι και η ίδια η Παγκόσμια Τράπεζα, σε μια στιγμή αυτοκριτικής, μίλησε για «ισχνή κατανόηση των αφρικανικών συνθηκών»- οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές συνεχίζονται και ανανεώνονται. Η Νέα Σύμπραξη για την Αφρικανική Ανάπτυξη (NEPAD), επιχειρεί την οικονομική και πολιτική συνεργασία των αφρικανικών χωρών, ευθυγραμμισμένης με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα.
● Τέλος, να γνωρίσουμε -κατά το δυνατόν- και να παρουσιάσουμε, το άλλο πρόσωπο της Αφρικής. Αυτό, της αντίστασης και των αγώνων. Ξεκινώντας από τις αντιαποικιακές εξεγέρσεις του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας με τις εθνικοαπελευθερωτικές εξεγέρσεις, τα μαζικά κινήματα -άλλοτε αγροτικά και άλλοτε αυτά που ξεπήδησαν από τα υποβαθμισμένα αστικά γκέτο- με τα ισχυρά συνδικάτα, με τα αυτοαποκαλούμενα «μαρξιστικά-λενινιστικά» κόμματα και καταλήγοντας στα σύγχρονα κινήματα ενάντια στο χρέος, τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις πολυεθνικές του πετρελαίου. Αναδεικνύοντας τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο των γυναικείων και φοιτητικών κινημάτων.

7 Ιουλ 2008

1948- 2008: Εξήντα χρόνια Νάκμπα

Η εξηκοστή επέτειος από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (14 Μαΐου 1948) αποτέλεσε καλή αφορμή για να επιχειρήσει η ισραηλινή κυβέρνηση μια μεγάλη εκστρατεία δημοσίων σχέσεων με στόχο τον εξωραϊσμό της -όχι και τόσο καλής- εικόνας του σιωνιστικού κράτους. Από την άλλη όμως έδωσε τόσο στους Παλαιστίνιους όσο και στα κινήματα αλληλεγγύης την ευκαιρία να θυμίσουν (ή και να γνωστοποιήσουν) τις απαρχές του παλαιστινιακού ζητήματος και της αιτίες που προκάλεσαν και συνεχίζουν να συντηρούν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Αν και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι σχεδόν ποτέ ξεκάθαρο ποιος είναι ο νικητής της επικοινωνιακής αναμέτρησης, εντούτοις, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι Παλαιστίνιοι και τα κινήματα κατάφεραν παρά τον τρομερά άνισο συσχετισμό δυνάμεων να εμποδίσουν το Ισραήλ να προωθήσει την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση του στο βαθμό που τουλάχιστον θα το ήθελε. Το Ισραήλ δεν είναι ένα κράτος «όπως όλα τα άλλα» πράγμα που μπορεί να πιστοποιηθεί εύκολα αν εξετάσουμε τη γένεση και τη μετέπειτα πορεία του μέχρι σήμερα.
Πρώτα από όλα, το σιωνιστικό σχέδιο δεν είναι ένα πρόγραμμα εθνικής απελευθέρωσης, αλλά μια αποικιοκρατική επιχείρηση στενά συνδεδεμένη με τα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντοτε οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν το Ισραήλ ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης μέσα στη στρατηγικής σημασίας Μέση Ανατολή). Το βασικό σιωνιστικό σύνθημα υπήρξε πάντοτε το «μια γη χωρίς λαό για ένα λαό χωρίς γη». Οι Εβραίοι είχαν κάθε δικαίωμα να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη μιας και αυτή ουσιαστικά ήταν ακατοίκητη. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ολωσδιόλου διαφορετική. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα δεν αφήνει αμφιβολίες για το αν η Παλαιστίνη… κατοικούταν πριν από την έλευση των πρώτων σιωνιστών εποίκων στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα οθωμανικά αρχεία παρέχουν αδιάσειστα τεκμήρια για τη ζωή μιας αραβικής αγροτικής κοινωνίας με ιδιαίτερη σύνδεση με τη γη της Παλαιστίνης. Όμως και η ίδια η στάση των σιωνιστών από την πρώτη στιγμή της έλευσης τους στην Παλαιστίνη δεν αφήνει αμφιβολίες, ούτε για την πραγματική κατάσταση «επί του εδάφους», ούτε και για τον θεμελιωδώς ρατσιστικό και αποικιοκρατικό χαρακτήρα του σιωνιστικού κινήματος.
Κεντρική θέση στο σιωνιστικό σχέδιο είχε πάντοτε η άρνηση εργασίας στους Άραβες. Όπως έχει δείξει με ενάργεια ο Ελίας Σανμπάρ στο «Figures du Paléstinien», η τυπική διαδικασία οικοδόμησης ενός εβραϊκού εποικισμού (ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα) αποτελούταν από τους εξής σταθμούς: α) Αγορά από τον Παλαιστίνιο τσιφλικά της καλλιεργήσιμης γης στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το χωριό των παλαιστινίων αγροτών που την εποινικίαζαν .β) Ανύψωση συρματοπλεγμάτων και πύργων παρατήρησης γύρω από την αγορασμένη γη. γ) Εκδίωξη των Παλαιστίνιων αγροτών από τη γη τους που νομιμοποιούταν τυπικά από το οθωμανικό φεουδαρχικό δίκαιο. δ) Μετεγκατάσταση εβραίων εποίκων. Στη συνέχεια ανάλογη διαδικασία έγινε και στα αστικά κέντρα με τα σιωνιστικά συνδικάτα για να διασφαλίζουν τη μη πρόσληψη Αράβων στις εβραϊκές επιχειρήσεις. Όπως σημειώνει ο Σανμπάρ, το αποικιοκρατικό σχέδιο στην Παλαιστίνη μοιάζει πολύ περισσότερο με αυτό που εφάρμοσαν οι δυτικοί άποικοι στη Βόρεια Αμερική παρά με αυτό που ακολούθησαν οι Ισπανοί στη Λατινική Αμερική. Ευθύς εξαρχής, στόχος των σιωνιστών δεν υπήρξε η κατάκτηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και η συνεπακόλουθη χρησιμοποίηση των ιθαγενών ως φτηνή εργατική δύναμη. Ο πραγματικός στόχος ήταν πάντοτε ο διωγμός των ιθαγενών (για να γίνει επιτέλους η Παλαιστίνης μια γη χωρίς λαό) και η αντικατάσταση τους με έναν καινούργιο εβραϊκό λαό που θα μεταφερόταν από αλλού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μεν κατατρεγμένοι Εβραίοι θα λυτρώνονταν επιτέλους, η δε γη των Πατριαρχών θα εξιλεωνόταν τελικά μετά από χιλιετίες «ξένης κατοχής». Στο σιωνιστικό σχέδιο οι Παλαιστίνιοι είναι ο Ινδιάνοι της Μέσης Ανατολής, μια ομάδα ανθρώπων που δεν λογίζονται ως τέτοιοι αλλά ως κομμάτι της άγριας φύσης της περιοχής που θα πρέπει εντέλει να υποταχτεί στις «δυνάμεις του πολιτισμού και της προόδου».
Αυτή η επιχείρηση εξιλασμού της γης θα πάρει τη μορφή της ανοιχτής εθνοκάθαρσης κατά τη διάρκεια των δύο αραβοϊσραηλινών πολέμων που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στις 29 Νοεμβρίου 1947 η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το σχέδιο διαμελισμού της (υπό βρετανική κατοχή μέχρι τότε) ιστορικής Παλαιστίνης σε δύο κράτη (ένα εβραϊκό και ένα αραβικό). Σύμφωνα με το σχέδιο, οι εβραίοι που αντιπροσώπευαν το 32% του συνολικού πληθυσμού έπαιρναν το 56% της ιστορικής Παλαιστίνη. Η περιοχή της Ιερουσαλήμ κηρυσσόταν corpus separatum υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Οι Άραβες απέρριψαν το σχέδιο και έτσι η μακροχρόνια αραβοϊσραηλινή διαμάχη (σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου είχαμε εξαιρετικά αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις) μετεξελίχθηκε σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση. Στις 14 Μάη 1948 ο Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσει την ανεξαρτησία του κράτους του Ισραήλ και αμέσως οι Αραβικές χώρες εμπλέκονται στον πόλεμο. Όπως αναμενόταν, το πολύ καλύτερα εξοπλισμένο και οργανωμένο Γισούβ συνέτριψε τους Άραβες (με τον όρο Γισούβ που στην κυριολεξία σημαίνει οικισμός, αναφερόμαστε στο σιωνιστικό κράτος εν κράτει που προηγήθηκε του κράτους του Ισραήλ). Μετά την ανακωχή, το Ισραήλ κατείχε πια το 78% της ιστορικής Παλαιστίνης συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Ιερουσαλήμ. Το υπόλοιπο 22% (συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ) θα το κατακτήσει με τον πόλεμο με τον πόλεμο των έξι ημερών τον Ιούνιο του 1967. Η ήττα όμως στον πόλεμο δεν θα γινόταν η Νάκμπα (Καταστροφή) των Παλαιστινίων αν δεν συνοδευόταν από το μαζικό διωγμό των Παλαιστινίων από τις εστίες τους.
Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 700.000 Παλαιστίνιοι (σε ένα συνολικό πληθυσμό που δεν υπερέβαινε τις 850.000) διώχτηκαν από τα σπίτια τους κάτω από την τρομοκρατία της σιωνιστική πολιτοφυλακής Χαγκάνα και άλλων ανάλογων ένοπλων ομάδων. Περισσότερα από 400 παλαιστινιακά χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η σιωνιστική προπαγάνδα διατείνεται ότι οι Παλαιστίνιοι έφυγαν οικειοθελώς από τα σπίτια τους κατόπιν παρότρυνσης της ηγεσίας τους. Το επιχείρημα είναι βέβαια έωλο γιατί αν όντως είχαν φύγει επειδή το ήθελαν οι ίδιοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν ανά πάσα στιγμή, πράγμα που δεν έχει γίνει εδώ και εξήντα χρόνια. Επιπλέον, χάρη κυρίως στους αντιεθνικιστές νέους ισραηλινούς ιστορικούς έχουμε και την επιστημονική τεκμηρίωση των παλαιστινιακών μαρτυριών για τη Νάκμπα. Ο Ιλάν Πάπε στην «Ιστορία της Σύγχρονης Παλαιστίνης» (μετάφραση Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδόσεις Κέδρος) μας δίνει μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα για το πώς ακριβώς εκκενώθηκε η Παλαιστίνη από τους Παλαιστίνιους:
«Η Ταντούρα, το μεγαλύτερο από τα έξι εναπομείναντα χωριά, παγιδεύτηκε μέσα στο εβραϊκό έδαφος όπως το «κόκκαλο στο λαιμό» σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του πολέμου της ταξιαρχίας Ακεξαντρόνι. Στις 23 Μαΐου είχε έρθει η δική της μέρα. Η Ταντούρα ήταν ένα παλιό παλαιστινιακό χωριό, μεγάλο για τα δεδομένα της περιόδου, με πληθυσμό 1.500 κατοίκων και εξαρτώμενο από τη γεωργία και την αλιεία. Δυο τρεις προύχοντες, μεταξύ των οποίων ο μουχτάρ, επικεφαλής του χωριού, δέχτηκαν όρους παράδοσης εκ μέρους των Εβραίων αξιωματικών των υπηρεσιών πληροφοριών. Τους απέρριψαν, υποπτευόμενοι, ορθά όπως φαίνεται, ότι η παράδοση θα οδηγούσε στην εκδίωξη. Αρχικά ο Εβραίος διοικητής σκέφτηκε να στείλει ένα βαν με ένα μεγάφωνο και να καλέσει τους ανθρώπους να παραδοθούν, αλλά δεν το έκανε. Τη νύχτα της 22ας Μαΐου το χωριό δέχτηκε επίθεση και από τις τέσσερις πλευρές του… Η έλλειψη συντονισμού οδήγησε στην πλήρη περικύκλωση του, έτσι ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων έπεσε στα χέρια της δύναμης κατοχής.
Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στην παραλία. Εκεί οι άντρες διαχωρίστηκαν από τις γυναίκες και τα παιδιά που εξορίστηκαν στο γειτονικό Φουρέιντι\ς… Διακόσιοι άντρες από την ηλικία των δεκατριών ετών μέχρι τριάντα σφαγιάστηκαν από την ταξιαρχία Αλεξαντρόνι και άλλες δυνάμεις. Η εκδίκηση και η εσκεμμένη επιθυμία να σκοτώσουν άντρες σε μάχιμη ηλικία ήταν το κίνητρα αυτής της αιματοχυσίας.»
Αργότερα, με το ψήφισμα 194 ο ΟΗΕ απαίτησε τον επαναπατρισμό όλων των Παλαιστίνιων προσφύγων. Το Ισραήλ βέβαια κώφευσε και αναγνωρισμένο πια από τη διεθνή κοινότητα, προχώρησε στην ολοκλήρωση της εθνοκάθαρσης. Η επιχείρηση σβησίματος κάθε αραβικού αποτυπώματος στη γη ολοκλήρωσε ένα σχέδιο του οποίου τα πρώτα μέρη ήταν η σφαγή και ο διωγμός. Στις 18 Ιουλίου 1949 ο Μπεν Γκουριόν συγκροτεί την πρώτη επιτροπή γεωγράφων και ιστορικών με καθήκον να αλλάξουν όλα τα τοπωνύμια από αραβικά σε εβραϊκά. Μαζί με την εξαφάνιση των Παλαιστίνιων θα πρέπει να εξαφανιστεί και η μνήμη της Παλαιστίνης. Για να φτάσουμε έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 όπου η ισραηλινή πρωθυπουργός Γκόλντα Μέγιερ θα δηλώσει: «Οι Παλαιστίνιοι; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο πρώτος σκοπός της παλαιστινιακής αντίστασης (αυτής της μεγάλης εξέγερσης που ξεπήδησε από τα προσφυγικά στρατόπεδα στις αραβικές χώρες) θα είναι να δείξει σε όλον τον κόσμο ότι η Παλαιστίνη εξακολουθεί να υπάρχει, ότι οι Παλαιστίνιοι επιμένουν να ζουν. Αυτή προσπάθεια να σπάσει η σιωπή και να μη σβηστεί η μνήμη παραμένει σταθερά του παλαιστινιακού κινήματος μέχρι σήμερα, εξήντα χρόνια μετά τη Νάκμπα.
Εξήντα χρόνια μετά το 1948 η μνήμη επιμένει. Και θα συνεχίσει να επιμένει όσο η Παλαιστίνη θα παραμένει μια χαίνουσα πληγή.

Γιάννης Αλμπάνης

6 Ιουλ 2008

Μικρό χρονικό για το Κοσσυφοπέδιο από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και μετά...

Η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων, αλλά στην πραγματικότητα το αναζωογόνησε. Ως αποτέλεσμα των πιέσεων που άσκησε η ΗΠΑ για μήνες, η ανακήρυξη ήρθε σε στιγμή προβλέψιμη και χωρίς να πιάσει κανέναν απροετοίμαστο.
Αυτό που ωστόσο δεν έγινε ιδιαίτερα αισθητό, καλυπτόμενο σε μεγάλο βαθμό από τον θόρυβο των πανηγυρισμών και την παραπλανητική εικόνα των μακρο-αναλύσεων για το μέλλον των Βαλκανίων, ήταν η πολύ καλά προετοιμασμένη αντίδραση των Σέρβων του Κοσσόβου. Σε συντονισμό με το Βελιγράδι, όχι μόνο δεν απέμειναν στο περιθώριο των εξελίξεων αλλά βρέθηκαν να πρωταγωνιστούν, εκθέτοντας τον σχεδιασμό και την επιχειρησιακή ικανότητα της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στο Κόσσοβο.
Τις μέρες αμέσως μετά την ανακήρυξη στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο, λειτούργησε με εξαιρετική επιτυχία ένας μηχανισμός που σκοπό είχε να ακυρώσει, συμβολικά αρχικά και στη συνέχεια πρακτικά, την αλβανική απόπειρα απόσχισης. Στελεχωμένος με μέλη της μυστικής αστυνομίας, η οποία χρηματοδοτείται από το Βελιγράδι και είναι εγκατεστημένη στο βόρειο Κόσσοβο από το τέλος του πολέμου, με νεολαίους μέλη ακροδεξιών οργανώσεων και Σέρβους Κοσσοβάρους αποφασισμένους για όλα, ο μηχανισμός αυτός κατάφερε να δημιουργήσει εστίες ελεγχόμενης έντασης.
Τις πρώτες μέρες, οι καθημερινές διαδηλώσεις στη βόρεια Μιτροβίτσα, οι νυχτερινές ανατινάξεις βομβών μπροστά από κτίρια των διεθνών δυνάμεων και οι εμπρησμοί αυτοκινήτων έδιναν την εντύπωση μιας σύγκρουσης εν τη γενέσει της. Το αποτέλεσμα ήταν να αποχωρίσει από τη βόρεια Μιτροβίτσα η προπαρασκευαστική αποστολή της ΕUROLEX, της ευρωπαϊκής αποστολής στο Κόσσοβο, καθώς και να μειωθεί το προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή. Αυτό το κενό διοικητικής εξουσίας, συμβολικό περισσότερο, έσπευσε να καλύψει το Βελιγράδι εγκαινιάζοντας παράρτημα του σέρβικου υπουργείου για το Κόσσοβο και τα Μετόχια στη βόρεια Μιτροβίτσα. Οι δύο οργανωμένες και σφοδρότατες επιθέσεις στα συνοριοφυλάκια του Γιάρινιε και της Μπάνια, στις οποίες συμμετείχαν ντόπιοι Σέρβοι, απέδειξαν επίσης τον ιδιαίτερα υψηλό βαθμό ετοιμότητας και αποφασιστικότητάς τους.
Έτσι, για πρώτη φορά οι Σέρβοι διεμήνυαν ότι όχι μόνο δεν τα παρατούν αλλά πως πρόκειται να παλέψουν σκληρά για ό,τι θεωρούν δικό τους. Στη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας από την ανακήρυξη, οι Σέρβοι αστυνομικοί της πολυεθνικής αστυνομίας των Ηνωμένων Εθνών σταμάτησαν να δέχονται εντολές από την Πρίστινα και αποκατέστησαν την επαφή τους με το Βελιγράδι. Στην πλειοψηφία τους οι αστυνομικοί αυτοί μισθοδοτούνται από τη σερβική κυβέρνηση, ενώ παραμένουν μέλη της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών, η οποία αδυνατεί να τους αποσύρει φοβούμενη το κενό αστυνόμευσης που θα δημιουργηθεί στις περιοχές στις οποίες μονό οι Σέρβοι μπορούν να εργασθούν.
Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας, το βόρειο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου έμοιαζε θεσμικά αποσπασμένο από το υπόλοιπο Κόσσοβο και δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα στην εφαρμογή των περαιτέρω σχεδίων της διεθνούς κοινότητας για το Κοσσυφοπέδιο. Η τεράστια παρεξήγηση για τη μεταβίβαση της διοίκησης από την UNMIK στην Ευρωπαϊκή αποστολή, η οποία δεν έχει λυθεί ακόμη, και για τις δικαιοδοσίες της καθεμιάς μετά την ανακήρυξη είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα και των εξελίξεων στο βόρειο Κόσσοβο.
Η απουσία ουσιαστικού ελέγχου της περιοχής, η συνοχή και η πλήρης αποδοχή της απόσπασης της απόπειρας θεσμικού και πολιτικού αποκλεισμού του βορείου Κοσσυφοπεδίου από τους Σέρβους του Κοσσόβου, οδήγησαν στη μεταβίβαση, από πλευράς διεθνούς κοινότητας, της ευθύνης της περιοχής στη στρατιωτική δύναμη της KFOR, η οποία ήταν ουσιαστικά και η μόνη που μπορούσε να παραμείνει ενεργή.
Το αποτέλεσμα ήταν η στρατιωτικοποίηση της ζώνης από τη βόρεια Μιτροβίτσα έως και τα βόρεια σύνορα του Κοσσόβου. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, εικόνες πάνοπλων στρατιωτών που σταματούσαν λεωφορεία με φοιτητές από το Βελιγράδι έξω από τη Μιτροβίτσα, και τα μπλόκα από βαριά τεθωρακισμένα άρματα έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας της περιοχής. Όχι μόνο αυτό δεν βοήθησε στο να αποσυμπιεστεί η ένταση αλλά αποκάλυψε τον πραγματικό ρόλο της Νατοϊκής δύναμης στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο που δεν είναι άλλος από αυτόν του στρατού κατοχής.
Τα σοβαρά επεισόδια της 17ης Μαρτίου, ένα μήνα μετά την ανακήρυξη, με ένα νεκρό αστυνομικό των Ηνωμένων Εθνών και πολλούς τραυματίες, διεθνείς και Σέρβους, διέψευσαν και αυτούς που θεωρούν ότι η ένταση θα εξομαλυνθεί με το πέρασμα του χρόνου. Τη νύχτα μετά τα επεισόδια, η βόρεια Μιτροβίτσα έμοιαζε με προσφάτως απελευθερωμένη πόλη. Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, θέλοντας να αποφύγουν περισσότερα επεισόδια, είχαν αποχωρίσει στο νότιο τμήμα της πόλης, ενώ στο βόρειο περιπολούσαν Σέρβοι αστυνομικοί με πολιτικά, γνωστοί και ως «Φύλακες της Γέφυρας».
Η πραγματική διαίρεση του Κοσσυφοπεδίου επιτεύχθηκε ουσιαστικά εκείνη τη νύχτα· η επίσημη θα προκύψει αργότερα, όταν τα τεχνητά εμπόδια που την καθυστερούν –η επιμονή της διεθνούς κοινότητας και κυρίως των ΗΠΑ να αναβάλουν το αναπόφευκτο– καμφθούν με το πέρασμα του χρόνου. Όσο ωστόσο καθυστερεί, τόσο πιο βίαιο θα είναι και το ξέσπασμα που θα την προκαλέσει.
Το νέο μόρφωμα που αναδύεται μέσα σε αυτή την πραγματικότητα είναι φορέας σοβαρών προβλημάτων που του κληρονόμησαν τα λάθη και τα ελαττώματα αυτών που το διαφέντευαν τα προηγούμενα χρόνια.
Η οικονομία δεν δείχνει την παραμικρή τάση ανάνηψης, ενώ ταυτόχρονα κεφάλαια και εταιρίες πλιατσικολογούν ό,τι μπορεί να έχει αξία. Πρόκειται για τη συνωμοσία της νεόκοπης τοπικής ελίτ με τη διεθνή διοίκηση του μορφώματος, η οποία λειτουργεί εις βάρος των πολλών.
Οι αδιαφανείς ιδιωτικοποιήσεις προχωρούν σταθερά και τα προβλήματα στις παμπάλαιες υποδομές διογκώνονται, αυξάνοντας την έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος και καθαρού νερού. Το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται άμεσα με την τοπική πολιτική ελίτ λυμαίνεται την περιοχή, ενώ η διαφθορά αποτελεί πια δομικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, οι μισοί σχεδόν Αλβανοί στο Κοσσυφοπέδιο ζουν κοντά στο όριο της φτώχιας και ακόμη ένα 20% σε συνθήκες εξαθλίωσης. Η κοινωνία φυτοζωεί με τα εμβάσματα των ξενιτεμένων συγγενών και την ελεημοσύνη που στέλνει η διεθνής κοινότητα, ενώ η ανεργία σκαρφαλώνει –προς το παρόν βρίσκεται στο 50%. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειματικό κατά 95%, με τις περισσότερες εισαγωγές να προέρχονται ακόμη και σήμερα από τη Σερβία. Με τα δεδομένα αυτά, η συνέχεια προβλέπεται δυσοίωνη. Ο συνδυασμός πολιτικής κρίσης και δυσλειτουργικής κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην περιοχή.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι νεολαίοι έλκονται, για ακόμη μια φορά, από ριζοσπαστικές φωνές που προτείνουν τις χειρότερες δυνατές λύσεις για την επίλυση των προβλημάτων. Ενώ ο πραγματικός ένοχος υποκρίνεται ότι όλα βαίνουν καλώς, στην κυριολεξία στρουθοκαμηλίζοντας –όπως συνήθως κάνουν και οι οργανισμοί της διεθνούς κοινότητας–, τα τελευταία αποθέματα ειρήνης εξανεμίζονται.
Αυτό που θα απομείνει είναι μια πραγματικότητα ανάπηρη που, ανεξάρτητα από το πως θα εξελιχθούν οι πολιτικές και η διπλωματία, θα ζει εις βάρος της κοινωνίας. Όσο για τους νεότερους –περισσότεροι από τους μίσους κάτοικους της περιοχής είναι κάτω των 25 ετών–, θα ζουν αποκλεισμένοι σε μια περιοχή όπου η δυστυχία τους θα είναι προεξοφλημένη, όντας τα μεγάλα θύματα ενός άχρηστου πολέμου και μιας μεταπολεμικής παρωδίας που κατέστησαν το Κοσσυφοπέδιο μια μαύρη τρύπα στη καρδιά των Βαλκανίων.

Πολωνία: Ταύρος σε υαλοπωλείο

Είχαμε αργήσει ψάχνοντας το κτίριο. Η συναυλία πρέπει να έχει ήδη αρχίσει, υποθέσαμε. Δεν ανησυχούσαμε όμως – οι προσδοκίες μας δεν ήταν μεγάλες έτσι και αλλιώς. Τα μέλη της μπάντας ήταν ερασιτέχνες φοιτητές που αγαπούσαν τη ρέγκε· σε τέτοιες συναυλίες πηγαίνεις περισσότερο για την ατμόσφαιρα παρά για την ποιότητα της μουσικής. Η πολυτεχνειούπολη του Γκντάνσκ δεν είναι μεγάλη, όμως όλα τα κτίρια μοιάζουν μεταξύ τους. Μόλις το βρήκαμε τρέξαμε και χτυπήσαμε στην είσοδο. Η πρώτη έκπληξη μάς περίμενε εκεί. Μας άνοιξαν 2 φουσκωτοί μαυροντυμένοι τύποι με ενδοεπικοινωνία στα αυτιά και αντίστοιχο ύφος. Θυμήθηκα αμέσως τους γορίλες της παραλιακής στην Αθήνα. Ο Κάρλος μου περιέγραψε το αντίστοιχο αργεντίνικο πρότυπο πορτιέρη στο Μπουένος Άιρες. Ήταν η «ασφάλεια» του χώρου, διαπιστώσαμε άφωνοι πληρώνοντας το εισιτήριο και περνώντας τους μεταλλικούς μύλους(!). Για να προχωρήσουμε έπρεπε οι γορίλες αυτοί να μας ψάξουν με ανιχνευτές μετάλλου (όσο και αν έψαξα για εγκληματικότητα στα πολωνέζικα πανεπιστήμια δεν βρήκα τίποτα), και να αφήσουμε υποχρεωτικά τα μπουφάν μας στην γκαρνταρόμπα επί πληρωμή  σε διαφορετική περίπτωση απλά δεν επιτρεπόταν να μπούμε. Η αρχική καλή μας διάθεση είχε ήδη διαταραχτεί.
Η συναυλία πράγματι είχε αρχίσει. Υπήρχε πολύς κόσμος μπροστά που έδειχνε να περνάει καλά και αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και εμείς βάζοντας την εικόνα της εισόδου πίσω μας. Αλλά δυστυχώς η είσοδος δεν ήταν η εξαίρεση.
Αντίγραφα των γοριλλών υπήρχαν παντού. Έδειχναν σαν να ήταν οι άρχοντες του χώρου. Κάμερες σε όλες τις γωνιές (ακόμα και στις τουαλέτες). Και όμως οι μόνοι που έδειξαν να τα παρατηρούν όλα αυτά ήμασταν εμείς. Κατά τα άλλα συνεχίζαμε να βρισκόμαστε σε συναυλία σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι λέξεις freedom και independence που όλοι τραγουδούσαν μας φανήκαν σχεδόν άκαιρες. Τα μπλουζάκια της Τζαμάικα και του Μάρλευ άστοχα. «Ήμασταν πράγματι σε φοιτητικό χώρο;» αναρωτιόμασταν.
Η όλη αίθουσα έμοιαζε αποστειρωμένη, τρομερά καθαρή και τακτοποιημένη. Πάνω από την σκηνή υπήρχε το λογότυπο γνωστού αναψυκτικού. Οι «υπερβολικές» αντιδράσεις ήταν απαγορευμένες. Κάποια στιγμή ένας μικροκαβγάς ήταν αρκετός ώστε οι γορίλες να αναλάβουν δράση και να πετάξουν τους «άτακτους» έξω από το κτίριο χωρίς πολλά πολλά. Όλοι θεώρησαν φυσική την εξέλιξη. Μερικοί μάλιστα την επικρότησαν και έπειτα συνέχισαν να χορεύουν τραγουδώντας για την ελευθερία και τη μάνα γη. Από που όμως τους πέταξαν έξω; Από το πανεπιστημιακό άσυλο; Aπό τον χώρο που υποτίθεται αποφασίζουν αυτόνομα; Που η αυτοοργάνωση είναι δικαίωμα, και που η καταστολή και κάθε είδους αστυνομικός έλεγχος δεν επιτρέπεται;
Καθώς φεύγαμε στη μέση της συναυλίας αρχίσαμε να ψαχνόμαστε τι έχει συμβεί πράγματι στη χώρα σε σχέση με την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας παιδείας. Μετά από λίγες μέρες ψαξίματος διαπιστώσαμε τα πιο βασικά.

1. Η Πολωνία εισήγαγε ήδη από το 1990(!) νόμο για την ιδιωτικοποίηση της παιδείας και την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Αμέσως μετά δηλαδή την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού.
2. Το άσυλο ισχύει στα χαρτιά και με πολλούς περιορισμούς. Παρόλο που απαιτείται δικαστική εντολή και άδεια από τις πανεπιστημιακές αρχές, η αστυνομία δεν τηρεί ούτε αυτούς τους βασικούς κανόνες. Πρόσφατα έγινε εισβολή χωρίς άδεια σε φοιτητική εστία για τη δίωξη «εγκληματία» που αντάλλαζε ταινίες και μουσικά αρχεία στο ίντερνετ!!
3. Ο ιδιωτικός τομέας δραστηριοποιείται πλέον με χορηγίες, σπόνσορες και χρηματοδότηση, με τα αντίστοιχα ανταλλάγματα φυσικά –συμμετοχή στο μάνατζμεντ και στην έρευνα.
4. Ένας στους 4 φοιτητές πληρώνει δίδακτρα με το ποσοστό να μεγαλώνει κάθε χρόνο, ενώ έχουν περικοπεί κατά πολύ τα επιδόματα βοηθείας στους απόρους φοιτητές.
5. Τα πανεπιστήμια και οι καθηγητές αξιολογούνται συνεχώς και η χρηματοδότηση εξαρτάται από την αξιολόγηση αυτή καθώς και στις ικανότητες κάθε μάνατζερ πρύτανη, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Τα χρήματα για έρευνα είναι της πλάκας. Πολλά ιδιωτικά πανεπιστήμια θεωρούνται καλύτερα από τα δημόσια σε επίπεδο σπουδών.
6. Όλα σχεδόν τα δημόσια πανεπιστήμια λόγω του ανταγωνισμού και της ελλιπούς χρηματοδότησης έχουν εφαρμόσει την επί πληρωμή εναλλακτική φοίτηση το Σαββατοκύριακο, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν ιδιωτικά ιδρύματα.

Η εικόνα αυτή δεν ισχύει φυσικά μόνο για την παιδεία. Στις πρώην «λαϊκές δημοκρατίες», ο καπιταλισμός μπήκε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. Δικαιώματα που οι καπιταλιστές προσπαθούν να καταργήσουν εδώ και δεκαετίες στη δύση (παιδεία, υγειά, κοινωνική ασφάλιση), εδώ χάθηκαν σε 2-3 χρονιά στις αρχές του 1990 χωρίς καθόλου αντίσταση. Ως δούρειος ίππος για αυτό λειτούργησε το μίσος για το προηγούμενο καθεστώς, καθώς και η καπιταλιστική γυαλάδα η οποία δυστυχώς δεν είναι χρυσός. Δεν είναι τυχαίο ότι η Πολωνία (και όλες οι υπόλοιπες χώρες με την αντίστοιχη fast-food μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο) είναι από τις πλέον αμερικανόφιλες χώρες, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Και παρά το γεγονός ότι η συνειδητοποίηση της σημερινής κατάστασης έχει αρχίσει να χτίζει κάποια μικρά οχυρά αντίστασης, πολλές σημαντικές μάχες έχουν ήδη χαθεί αυτά τα 20 τελευταία χρόνια.

idealkrush

Γαλλία : οι εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά σε απεργία

Το πρώτο κύμα της απεργίας ξεκίνησε στις 15 Απριλίου, στις 6 το πρωί και στην πλειονότητα των λεγόμενων κλάδων «έντασης εργασίας» όπου απασχολούνται, σχεδόν αποκλειστικά, εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά. Σε οικοδομές, εστιατόρια, ξενοδοχεία και συνεργεία καθαρισμού, σκούπες, δίσκοι και μυστριά μπήκαν στην άκρη για να σηκωθούν τα πανώ της απεργίας, που σε πολλές περιπτώσεις ανήγγειλαν και την ταυτόχρονη κατάληψη του χώρου από τους απεργούς. Για πρώτη φορά, στις-στους απεργούς καταγράφονται και τα λεγόμενα επαγγέλματα κατ’οίκον, οικιακοί βοηθοί, φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, όπου σημειώνεται μεγάλη συμμετοχή γυναικών. Η έναρξη του πρώτου κύματος πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη του συνδικάτου της CGT και της συλλογικότητας για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των χωρίς χαρτιά Droits Devant (Τα δικαιώματα μπροστά), για να κερδίσει στη συνέχεια και αυτή των ανεξάρτητων συνδικάτων βάσης Solidaires και της αναρχικής CNT. Στο κέντρο της κινητοποίησης, το σπάσιμο του φόβου και της σιωπής πάνω στην άγρια εκμετάλλευση και τις άθλιες συνθήκες που υφίστανται οι εργαζομένοι χωρίς χαρτιά: αυθαιρεσία των εργοδοτών που ποτέ δεν λείπει και που χρησιμοποιεί συστηματικά το φόβο για τον εξαναγκασμό των εργαζομένων σε εξαντλητικά ωράρια χωρίς καταβολή των δεδουλευμένων, σε ελλειπή μέτρα προστασίας τους στην εργασία, σε άθλιες συνθήκες στέγασης, χωρίς να ξεχνάμε τον αποκλεισμό τους από μια σειρά κοινωνικών παροχών (ασφάλιση, ταμείο ανεργίας, επιδόματα ενοικίου και παιδιών, δώρα, επίδομα αδείας) ενώ πληρώνουν φόρους και καταβάλλουν εισφορές όπως το σύνολο των εργαζομένων. Σε αυτό το πλαίσιο, το αίτημα που μπόρεσε να συμπυκνώσει όλες τις διεκδικήσεις ήταν ένα: άμεση νομιμοποίηση χωρίς διακρίσεις όλων των εργαζομένων χωρίς χαρτιά.
Όμως η κυβέρνηση δεν φαίνεται να είναι καθόλου σύμφωνη με αυτό το αίτημα, ιδιαίτερα στο βαθμό που ετοιμάζει την τελική τροπολογία του νέου νόμου για τη μετανάστευση, σύμφωνα με τον οποίο χιλιάδες οικογένειες μεταναστών θα αναγκαστούν να πάρουν την επόμενη πτήση τσάρτερ. Έτσι, και μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσουν και τις πιο άθλιες μεθόδους για τη διάσπαση και τη χειραγώγηση του κινήματος, αυτό που προτείνουν, πάντα σε ένα πλαίσιο «καλής θέλησης» και «κατανόησης», είναι η εξέταση κατά περίπτωση των 1000 αιτήσεων που έχουν κατατεθεί στη Νομαρχία. Μέχρι σήμερα μόνο οι 100 από αυτές έχουν εξεταστεί και οι λύσεις που προτείνονται, ιδιαίτερα ετερογενείς προς αποφυγή μιας μαζικής νομιμοποίησης, κυμαίνονται από την πλήρη νομιμοποίηση μέχρι την έκδοση κάρτας εργασίας η οποία θα λήγει μαζί με τη σύμβαση εργασίας. Είναι αποκαλυπτικό ότι, όταν αμέσως μετά την εκδήλωση του πρώτου απεργιακού κύματος το «παρισινό συντονιστικό των χωρίς χαρτιά» επιχείρησε να καταθέσει στη Νομαρχία άλλες 1000 αιτήσεις που είχε συγκεντρώσει, η τελευταία το παρέπεμψε στην CGT, συμπληρώνοντας ότι είναι ο μόνος φορέας με τον οποίο δέχεται να συνδιαλλαγεί. Το κατάφωρο αυτό ψέμα δεν εμπόδισε το συντονιστικό να καταλάβει το κεντρικό κτίριο της CGT στο Παρίσι με αίτημα την ενσωμάτωσή τους στις διαπραγματεύσεις και ενώ η τελευταία προσπαθούσε για μέρες να εξηγήσει ότι ο μόνος δρόμος που είχε να προτείνει ήταν αυτός της απεργίας. Όπερ και εγένετο, παρά τις εσωτερικές στο κίνημα αντιπαραθέσεις – που επίσης δεν λείπουν ποτέ – και από τις 20 Μάη εκδηλώθηκε το δεύτερο απεργιακό κύμα έχοντας τις περισσότερες φορές να αντιμετωπίσει από τις απειλές και τη βία των αφεντικών (κόψιμο νερού, κλείσιμο τουαλέτας στην κατάληψη του κτιρίου της επιχείρησης, εμπόδιση εξόδου με την απειλή ότι δεν θα ξαναμπούν), μέχρι και την εμφανή εχθρότητα των πελατών που, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν δίστασαν να στείλουν τους απεργούς εκεί από όπου έρχονται.
Και ενώ πολλές φορές, η απεργία συμπεριλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων μιας επιχείρησης, στην πλειοψηφία τους αφρικανοί, παρά τα κροκοδείλια δάκρυα των αφεντικών ότι δεν γνώριζαν την κατάσταση τους – μέγα ψέμα αφού εδώ και ένα χρόνο υποχρεούνται να έχουν ελέγξει τα χαρτιά τους – είναι σαφές ότι οι εν λόγω κλάδοι λειτουργούν μόνο χάρη στο καθεστώς σύγχρονης δουλείας που υφίστανται οι εργαζόμενοι για να μπορεί το αφεντικό, τις περισσότερες φορές ιδιοκτήτης της νιοστής θυγατρικής στην διεκπεραίωση ενός έργου, να κερδίζει ακόμη. Όμως οι απεργοί, εκτός της βίας, κοινωνικής και κρατικής, συναντούν και μια ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεγγύη από τον κόσμο της γειτονιάς, τους συλλόγους και βέβαια τα συνδικάτα που αναφέραμε παραπάνω.
Τέλος, δεν έλειψαν ούτε και οι απεργίες πείνας, κυρίως εκεί όπου οι εργαζόμενοι βρέθηκαν μόνοι τους και όπου η απεργία δεν ήταν δυνατή. Είναι συνεπώς σε αυτό το σημείο που το ζήτημα τίθεται με τη μεγαλύτερη ένταση: την ίδια στιγμή που η αλληλεγγύη στην τόλμη και την αγωνιστικότητα των απεργών και των συνδικάτων που τους στηρίζουν κορυφώνεται, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τι γίνεται εκεί όπου οι εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά βρίσκονται απομονωμένοι και πολλές φορές αποστερημένοι από την υποστήριξη των ίδιων των συναδέλφων τους, νόμιμων μεταναστών ή ντόπιων. Δεν είναι τυχαίο ότι η απάντηση της κυβέρνησης, δια στόματος του υπουργού μετανάστευσης Μπρίς Ορτεφέ, όταν βρέθηκε ενώπιον του ζητήματος της εκμετάλλευσης στην οποία εκθέτει τους εργαζομένους η στέρηση των χαρτιών τους, ήταν ότι δεν μπορούμε να δώσουμε χαρτιά σε αυτούς που δεν έχουν, όταν η ανεργία σε αυτούς που έχουν αγγίζει το 20%. Κυνισμός είπατε ;