Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.

4 Φεβ 2008

«… λευκοί άνδρες που σώζουν μελαψές γυναίκες από μελαψούς άνδρες…»

Η παραπάνω διατύπωση της Gayatri Chakravorty Spivak αποτυπώνει με πολύ συμπυκνωμένο τρόπο ένα επίμαχο ζήτημα το οποίο αποτελεί, αφ’ ενός, αυτό που θα λέγαμε «καυτή πατάτα» για μεγάλο μέρος της Αριστεράς και, αφ’ ετέρου, ένα θέμα στο οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν γίνεται πραγματικός διάλογος στο πλαίσιο του συγκεκριμένου χώρου. Το ζήτημα αυτό παίρνει συγκεκριμένη μορφή στη συζήτηση περί μαντίλας, πέπλου κ.λπ.
Υπάρχουν δύο απόψεις που, με προγραμματική βεβαιότητα και οι δύο, καταθέτουν την απολυτότητά τους: σύμφωνα με την πρώτη, όταν υπάρχει τέτοιας βαρβαρότητας κατοχή και όταν η βασική δύναμη αντίστασης είναι τα ισλαμικά κινήματα, τότε αποτελεί πολυτέλεια να ασχολείται κανείς με «λεπτομέρειες», όπως η θέση των γυναικών σε αυτά τα κινήματα ή στις συγκεκριμένες κοινωνίες. Η άποψη αυτή, από τη μια πλευρά, ενίοτε αποδέχεται, διά της προσπεράσεως, μια ουσιοποιητική αντίληψη που λέει ότι «μπορεί στο Ισλάμ (όχι στις συγκεκριμένες πατριαρχικές κοινωνίες…) η γυναίκα να καταπιέζεται, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα» και, από την άλλη πλευρά, αναπαράγει σε νέα συμφραζόμενα τη λογική της «κύριας αντίθεσης» (η οποία εν προκειμένω είναι η αντίθεση κατοχή-αντίσταση), με ό,τι σημαίνει και συνεπάγεται αυτό. Η δεύτερη άποψη εγκλωβίζεται σε μια δυτικοκεντρική λογική οικουμενικότητας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αναπαράγοντας επίσης ισλαμοφοβικά πρότυπα και θυματοποιώντας εξ ορισμού γυναίκες οι οποίες κραυγάζουν ότι «ουδείς μας υποχρέωσε, εμείς επιλέξαμε να καλυφθούμε με μαντίλα», και τελικά αντικαθιστώντας την προσπάθεια για πραγματική κατανόηση με την ασφάλεια της απόρριψης.

Η Αριστερά «του παρελθόντος» και το φολκλόρ του παρόντος
Το τελευταίο διάστημα αναπτύχθηκε στην ευρωπαϊκή Αριστερά μια αντίληψη η οποία, στο όνομα της πολιτικής συμμαχίας με τα κινήματα αντίστασης της Μέσης Ανατολής, επιλέγει να αγνοήσει ορισμένες πλευρές αυτών των κινημάτων, τις οποίες κρίνει ως δευτερεύουσες μπροστά στην «κύρια»: την αντίσταση στον ιμπεριαλισμό. Μάλιστα, σε αυτά τα συμφραζόμενα, έχουν ακουστεί και φωνές που επεκτείνουν αυτό τον άκριτο θαυμασμό από τα κινήματα σε καθεστώτα και κυβερνήσεις, όπως π.χ. του Ιράν. Έτσι, στο πλαίσιο αυτής της «σοβιετικού τύπου» αλληλεγγύης υπάρχουν σύντροφοι και συντρόφισσες που φτάνουν μέχρι και να υπερασπιστούν τη μαντίλα ή ακόμη και τη θρησκεία ως ενοποιητικό παράγοντα και κινητήριο δύναμη των κινημάτων αντίστασης στον ιμπεριαλισμό. Ξαφνικά το Ισλάμ μετατρέπεται σε μια, σχεδόν εν τοις όροις, αντιιμπεριαλιστική θρησκεία, 40 χρόνια μετά τον Ροντινσόν και το Ισλαμισμός και καπιταλισμός… Ταυτόχρονα, παραγνωρίζονται άλλες πλευρές αυτών των κινημάτων (π.χ. οικονομικές προτάσεις, οι οποίες ενίοτε μόλις και μετά βίας θα εντάσσονταν στο πλαίσιο μιας δικής μας κεντροδεξιάς).
Ένα πρώτο πολιτικό επιχείρημα που αναπτύσσεται για να υποστηρίξει αυτή τη θέση αφορά την ανυπαρξία Αριστεράς στις περιοχές της Μέσης Ανατολής και, συνεπώς, τη μοναδικότητα των κινημάτων αυτών ως φορέων αντίστασης. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό είναι ελαφρώς ψευδές, καθώς στην Παλαιστίνη υπάρχει Αριστερά (μέρος της μάλιστα συμμάχησε με τη Χαμάς), στον Λίβανο επίσης (το Κ.Κ. επίσης συμμάχησε με τη Χεζμπολά), ενώ η Αριστερά στο Ιράν είχε κάποιες μικρές δυσκολίες συνύπαρξης με το αντιιμπεριαλιστικό καθεστώς της χώρας… Δεν είναι σωστό να περιφέρουμε παντού και πάντα την ιστορική μνήμη, κάνοντας το παρόν να λυγίζει διαρκώς κάτω από το βάρος της, ούτε όμως είναι καλό να τη διαγράφουμε εντελώς, και όταν συζητάμε για την ήττα της Αριστεράς στις περιοχές αυτές καλόν θα είναι να θυμόμαστε τον ρόλο που έπαιξαν και η Χαμάς και η Χεζμπολά σε αυτή την ήττα. Εν πάση περιπτώσει, η στάση κομματιών της Αριστεράς στις περιοχές αυτές (όπως, π.χ., του Λαϊκού Μετώπου στην Παλαιστίνη) φαίνεται να βλέπει κάτι περισσότερο από εκείνα τα κομμάτια της ευρωπαϊκής Αριστεράς, που συγχέουν τη συμμαχία με την ταύτιση.
Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν για την ανάγκη κομματιών της Αριστεράς να αναζητούν κατά καιρούς μια «νέα Μέκκα» στην οποία να αναφέρονται. Η λογική αυτή καταργεί μια βασική συνιστώσα της αλληλεγγύης (την κριτική ματιά) με αποτελέσματα που πολλές φορές έχουν κυμανθεί μεταξύ τραγικού και αστείου – όλοι μας έχουμε δει και θυμόμαστε «νέες Μέκκες» να θαμπώνουν και να σβήνουν, τη στιγμή που οι (τέως) διαπρύσιοι υποστηρικτές ψελλίζουν «εξηγήσεις». Επιπλέον, η αντίληψη αυτή επαναλαμβάνει εν πολλοίς λάθη που κάνει και η ακριβώς αντίθετή της: μεταφέρει τη συζήτηση από το κοινωνικό (το πλαίσιο συγκεκριμένων ανδροκρατικών κοινωνιών και συγκεκριμένων ανδροκρατικών ερμηνειών του Ισλάμ) στο θρησκευτικό (έστω και με όρους αποδοχής) και εν τέλει συζητά με τους όρους που επιβάλλουν αυτοί που, για συγκεκριμένους λόγους, έχουν επιλέξει αυτή τη στιγμή να μας ρωτούν, με τον πιο πιεστικό τρόπο, «είστε υπέρ ή κατά του Ισλάμ;».

Η φεμινιστική ρητορική ως αποικιακό πρόταγμα
Στις 16 Μαΐου του 1958, τέσσερα χρόνια πριν από το τέλος του πολέμου της Αλγερίας και την απελευθέρωση της χώρας από τη γαλλική αποικιοκρατία, οι Γάλλοι στρατηγοί οργάνωσαν μια διαδήλωση στο Αλγέρι για να δείξουν την αποφασιστικότητά τους να μείνει η Αλγερία γαλλική. Ένα από τα στιγμιότυπα που προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στους παρευρισκόμενους ήταν όταν Γαλλίδες κυρίες αποκάλυψαν τελετουργικά τα πρόσωπα Αλγερινών γυναικών που συμμετείχαν στη διαδήλωση, συμβολοποιώντας την ελευθερία που έφερνε η Δύση στις καταπιεσμένες, από τη μαντίλα πάντα, γυναίκες της Αλγερίας…[1]
Η, χαρακτηριστική μεν αλλά όχι μοναδική, περίπτωση δεν αποτελούσε απλώς μια συγκινητική έμπνευση των Γάλλων αποικιοκρατών. Οι Άγγλοι έμεναν στην Ινδία για να σώνουν τις Ινδές από το σάτι, το κάψιμο μαζί με τον πεθαμένο άντρα τους, και από τον παιδικό γάμο, την εποχή που στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου άνθιζε η παιδική πορνεία και οι γυναίκες εργάτριες πέθαιναν από φυματίωση στα εργοστάσια, την εποχή που στη Βουλή των Κοινοτήτων κάποιος αντιπρόσωπος έθετε το ζήτημα οι παντρεμένες γυναίκες να μην τυγχάνουν μεταχείρισης «χειρότερης από τα οικιακά ζώα» (1853). Το «εκσυγχρονιστικό πακέτο» του λόρδου Μπέντινγκ περιελάμβανε, εκτός από την απαγόρευση του σάτι, εισαγωγή στην Ινδία ενός αγγλόπνευστου ποινικού κώδικα, την καθιέρωση της αγγλικής κ.λπ. Στην Αίγυπτο, οι Άγγλοι μάχονταν κατά της κάλυψης του προσώπου, ποτέ όμως για το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση. Είναι πολύ πρόσφατες, και δεν χρειάζονται υπενθύμιση, οι «συγκινητικές» δημαγωγίες της Λόρα Μπους και της Σέρι Μπλερ υπέρ των γυναικών του Αφγανιστάν (ή και του Ιράν, ίσως, ποτέ όμως της Σαουδικής Αραβίας): μια υποκριτική υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών που ενδύεται τη ρητορική ενός –κίβδηλου, προφανώς– φεμινισμού ή, καλύτερα, μιας καινούργιας εκδοχής «αποικιακού φεμινισμού».
Η συγκεκριμένη χρήση ενός αποικιακού φεμινιστικού λόγου έχει ιστορία:

Το θέμα των γυναικών απέκτησε μια νέα εξέχουσα θέση στις δυτικές προσλήψεις του Ισλάμ κατά το 19ο αιώνα, όταν, δηλαδή, οι Ευρωπαίοι επιβλήθηκαν αποικιοκρατικά σε μουσουλμανικές χώρες. Με τρόπο ειρωνικό, σε αυτή τη νέα έμφαση στις γυναίκες του Ισλάμ, συνέβαλε η γλώσσα του φεμινισμού που επίσης αναπτύχθηκε με ιδιαίτερη ορμή αυτή την περίοδο. […] Το ανδροκεντρικό βικτωριανό κατεστημένο προσεταιρίζεται επιλεκτικά και στρατηγικά τον λόγο του φεμινισμού, τον αναδιοργανώνει και τον θέτει στην υπηρεσία της αποικιοκρατίας. Η ιδέα ότι ‘άλλοι’ άνδρες, οι άνδρες στις αποικιοκρατούμενες κοινωνίες πέρα από τα σύνορα της πολιτισμένης Δύσης, καταπιέζουν τις γυναίκες αξιοποιείται ως ηθικό άλλοθι της αποικιοκρατίας. [2]

Βέβαια, η «υπεράσπιση των γυναικών» από τους αποικιοκράτες δεν αποτελούσε απλώς μια υποκρισία αλλά συχνά είχε κι άλλους, πιο περίπλοκους, στόχους. Για παράδειγμα, η επίθεση των αποίκων στην πολυγυνία στην Αφρική έγινε κυρίως διότι η περίσσεια εργατικών χεριών, που απέρρεε από την ευρεία δομή της πολυγυνικής οικογένειας, αποτελούσε ευθεία απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα των αποίκων. Έτσι, «οι μαύρες γυναίκες έγιναν το έδαφος πάνω στο οποίο οι λευκοί άνδρες πολέμησαν τους μαύρους άνδρες για τον έλεγχο της γης και της εργασίας τους». [3]
Η μεταφορά της αντιπαράθεσης στο επίπεδο (αποικιακού) φεμινισμού – φονταμενταλισμού (ισλαμικού, κυρίως) ουσιοποιεί μια αντιπαράθεση Δύσης – Ισλάμ, αναπαράγοντας την άλλη πλευρά του «πολέμου των πολιτισμών». Για τον λόγο της κυριαρχίας, βέβαια, είναι πολλοί οι λόγοι που κάνουν προτιμητέα την πολιτισμική πλαισίωση του πολέμου, αντί για την πολιτική ή την οικονομική. Έτσι, η χρησιμοποίηση του φεμινισμού ως αποικιακού σχεδίου (έστω και ως στρατηγική πολιτική κατάχρηση του «πολιτισμικού»), η «αποικιακή κληρονομιά» στο πλαίσιο μιας ταχύτατης διαδικασίας «επαναποικιοποίησης»[4], ο «αποικιακός φεμινισμός» κατά τη Leila Ahmed, προσφέρει πάντα ένα ισχυρό επιχείρημα για την ανάγκη σωτηρίας των γυναικών από την καταπίεση του Ισλάμ. Βλέπουμε έτσι συχνά την εικόνα που περιγράφει ο τίτλος του κειμένου αυτού. Ωστόσο, σπανίως αναρωτιόμαστε: Θέλουν πραγματικά αυτές οι γυναίκες «να σωθούν»; Και μάλιστα να σωθούν από τη Δύση;
Ένα χαρακτηριστικό αυτής της αντίληψης είναι η μόνιμη θυματοποίηση των γυναικών αυτών. Είναι χαρακτηριστική, σε πρόσφατη εκδήλωση, η στάση μέρους του ακροατηρίου απέναντι σε μια γυναίκα η οποία έλεγε και ξανάλεγε ρητά «εγώ επέλεξα να καλυφθώ, πριν από δέκα χρόνια». Η στάση αυτή, υποτίθεται πάντα στο όνομα κάποιας φεμινιστικής οπτικής, καταργεί και αρνείται εντελώς την υποκειμενικότητα των γυναικών αυτών, τη δική τους επιλογή να υπάρξουν με τον δικό τους τρόπο ως υποκείμενα της κοινωνικής αλλαγής.
(Δεν χρειάζεται να πούμε πως αυτή η φοβικότητα αφορά αποκλειστικά το Ισλάμ, μιας και σύντροφοι και συντρόφισσες που φώναζαν θυμωμένα εναντίον των κινημάτων αυτών που «επιβάλλουν τη μαντίλα» έχουν συνυπάρξει χωρίς δεύτερη κουβέντα, στο πλαίσιο των Φόρουμ ή των κινητοποιήσεων για το G-8, με κάθε εκδοχή καθολικών και προτεσταντών, με κάθε απόγονο της Ιεράς Εξέτασης και των Πουριτανών, αρκεί «να αποδέχεται το πλαίσιο»… Και εν πάση περιπτώσει, άλλο αυτοί και άλλο «οι μουλάδες»…)
Η γενίκευση είναι απαραίτητη προϋπόθεση αυτής της αντίληψης. Τίθενται, έτσι, ερωτήματα σχετικά με τις «γυναίκες στο Ισλάμ» τα οποία ηχούν εντελώς παράλογα αν αντιστραφούν για να κατευθυνθούν προς τις «γυναίκες στον Χριστιανισμό». Επίσης απαραίτητη προϋπόθεση είναι η στρεβλή ανάγνωση. Συνδέονται με το Ισλάμ πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση μαζί του (π.χ. η εκτομή των γεννητικών οργάνων των γυναικών, που αποτελεί προϊσλαμικό έθιμο) ή που αποτελούν συνάντηση του Ισλάμ με τοπικά έθιμα.
Μια απάντηση για τη στρατηγική κατάχρηση του φεμινισμού ως ιμπεριαλιστικού σχεδίου δίνει η Judith Butler:

Το γεγονός ότι αυτή η διάκλειση της ετερότητας συντελείται στο όνομα του «φεμινισμού» ασφαλώς είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να ανησυχούμε. Ο ξαφνικός προσηλυτισμός της κυβέρνησης Μπους στον φεμινισμό, για να μεταμορφώσει αναδρομικά την απελευθέρωση της γυναίκας σε ορθολογική αιτιολόγηση της στρατιωτικής δράσης της κατά του Αφγανιστάν, είναι ένα σημάδι της έκτασης στην οποία ο φεμινισμός, ως ρητορικός τρόπος, επιστρατεύεται στην υπηρεσία της προσπάθειας να αποκατασταθεί η υπόθεση της πρωτοκοσμικής αδιαπερατότητας. Για άλλη μια φορά βλέπουμε το θέαμα των «λευκών ανδρών που προσπαθούν να σώσουν μελαψές γυναίκες από μελαψούς άντρες», όπως περιέγραψε κάποτε η Gayatri Chakravorty Spivak την πολιτισμικά ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του φεμινισμού. Ο ίδιος ο φεμινισμός, σε αυτές τις περιστάσεις, ταυτίζεται ξεκάθαρα με την επιβολή αξιών σε πολιτισμικά συμφραζόμενα τα οποία πεισματικά αρνούμαστε να γνωρίσουμε. Θα ήταν σίγουρα λάθος να μετρήσουμε την πρόοδο του φεμινισμού με βάση την επιτυχία του ως αποικιακού σχεδίου. Μοιάζει να είναι πιο κρίσιμο από ποτέ το να αποσυνδέσουμε τον φεμινισμό από την πρωτοκοσμική έπαρσή του και να χρησιμοποιήσουμε τους πόρους της φεμινιστικής θεωρίας και του φεμινιστικού ακτιβισμού για να ξανασκεφτούμε το νόημα του δεσμού, της σύνδεσης, της συμμαχίας, της σχέσης, όπως είναι φαντασιωμένες και βιωμένες στον ορίζοντα ενός εγχειρήματος αντιιμπεριαλιστικής ισότητας. [5]

Είναι μάλλον περιττό να υπενθυμίσουμε πως ο φεμινισμός δεν συνιστά μια απαράλλακτη ουσία που διασχίζει τους αιώνες αλλά έχει συγκεκριμένα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία διαμορφώνεται η κάθε εκδοχή του. Πολλές φορές, π.χ., ακόμη και απλή υπεράσπιση των δικαιωμάτων στριμώχνεται κάτω από την ταμπέλα του φεμινισμού. Είναι νόμιμο, επομένως, το ερώτημα τι είναι κάθε στιγμή φεμινισμός και, ως εκ τούτου, σε ποιο βαθμό αναπαράγει ή δεν αναπαράγει τον κυρίαρχο ευρωκεντρικό λόγο.
Γιατί πάντα υπάρχει και η άλλη πλευρά: σε κάποιο συνέδριο των Συνδικάτων της Νότιας Αφρικής (COSATU), όταν οι γυναίκες σύνεδροι έθεσαν θέμα για παρενοχλήσεις και κακοποιήσεις γυναικών μέσα στα συνδικάτα υπήρξε εντονότατη αντίδραση από άνδρες συνέδρους που κατήγγειλαν τα συμπτώματα του «αστικού ιμπεριαλιστικού φεμινισμού», ενώ παρόμοια αντιμετώπιση είχαν και γκέι και λεσβίες σύνεδροι. Είναι εύκολο λοιπόν η κατηγορία του «ιμπεριαλιστικού φεμινισμού» να γίνει καραμέλα. Η Anne McClintock προσπαθεί να σχηματοποιήσει μια απάντηση σχετικά με τον «πληθυντικό» χαρακτήρα του φεμινισμού:

Δεν υπάρχει μόνο ένας φεμινισμός, όπως δεν υπάρχει και μία μόνο πατριαρχία. Ο φεμινισμός είναι ιμπεριαλιστικός όταν θέτει τα συμφέροντα και τις ανάγκες των προνομιούχων γυναικών που ζουν στις ιμπεριαλιστικές χώρες πάνω από τις τοπικές ανάγκες των χωρίς ισχύ γυναικών και ανδρών, δανειζόμενος από το πατριαρχικό προνόμιο. […] Η Chandra Mohanty αμφισβητεί την ιδιοποίηση των αγώνων των έγχρωμων γυναικών από τις λευκές γυναίκες, ειδικά μέσω της χρήσης της κατηγορίας της «Γυναίκας του Τρίτου Κόσμου» ως μοναδικού, μονολιθικού και παραδειγματικά θυματοποιημένου υποκειμένου.
Ωστόσο, η καταγγελία κάθε φεμινισμού ως ιμπεριαλιστικού διαγράφει από τη μνήμη τις μακρόχρονες ιστορίες της αντίστασης των γυναικών σε τοπικές και ιμπεριαλιστικές πατριαρχίες. […] Αν όλοι οι φεμινισμοί χλευάζονται ως παθολογία της Δύσης, υπάρχει ο πολύ πραγματικός κίνδυνος οι δυτικές, λευκές φεμινίστριες να παραμείνουν ηγεμονικές, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτές οι γυναίκες έχουν συγκριτικά προνομιακή πρόσβαση στη δημοσιότητα, στα διεθνή Μ.Μ.Ε., στην εκπαίδευση και στο χρήμα. Μεγάλο μέρος από αυτόν τον φεμινισμό μπορεί κάλλιστα να είναι ακατάλληλος για γυναίκες που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες. Οι έγχρωμες γυναίκες, από την πλευρά τους, ζητούν το δικαίωμα να διαμορφώσουν έναν φεμινισμό που να ταιριάζει στον δικό τους κόσμο.

Μήπως αυτή η κριτική οριοθέτηση σημαίνει την αποδοχή των σκοταδιστικών προταγμάτων διαφόρων μουσουλμανικών (ή χριστιανικών κ.λπ.) ομάδων, στο όνομα του σχετικισμού; Ασφαλώς όχι. Θέλει απλώς να υπενθυμίζει πως μιλάμε για κοινωνίες που είναι εν πολλοίς δημιουργήματα του «αποικιοκρατικού ανδρισμού» – είναι χαρακτηριστική η βροχή των νόμων της αγγλικής αποικιοκρατίας στην Αφρική, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, που απαγόρευαν τον γάμο μεταξύ λευκών και ντόπιων γυναικών, τη στιγμή που οι άποικοι οργάνωναν θεσμούς που ρύθμιζαν την πορνεία, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη των ντόπιων κοινωνιών να προστατεύσουν τις γυναίκες τους από την αναγκαστική πορνεία. Το δίλημμα πορνεία και εμπορευματοποίηση των γυναικών ή προστασία τους με ευθύνη της κοινότητας είναι δημιούργημα της αποικιακής κυριαρχίας που θεμελίωσε σε μια νεωτερική βάση την πατριαρχία και τον ρατσισμό, δίνοντας σάρκα και οστά σε όλη τη λευκή φαντασίωση για την «ντόπια γυναίκα» (βιασμός, κυριαρχία κ.λπ.). Αυτά ήταν τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία αναπτύχθηκε, από τα κινήματα αποαποικιοποίησης, η εικόνα της γυναίκας ως Μητέρας του Έθνους κ.λπ. Επιπλέον, οι κοινωνίες του αποικιοποιημένου κόσμου, με το πέρας της αποικιοποίησης, κληρονόμησαν τόσο νομικά συστήματα όσο και κοινωνικά κανονιστικά πρότυπα που επέβαλαν μια συγκεκριμένη θέση για τις γυναίκες.
Η αλήθεια είναι πως ρεύματα ενός αριστερού και ριζοσπαστικού φεμινισμού έχουν πραγματευτεί επανειλημμένα όλα αυτά τα ζητήματα και μάλιστα έχουν διαμορφώσει θέσεις και στάσεις, όσον αφορά τη χρήση της φεμινιστικής ρητορικής στο πλαίσιο ενός αποικιακού λόγου. Ωστόσο, πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση υποκρύπτεται μια άλλη, αρκετά πιο δύσκολη. Μια συζήτηση που διαπραγματεύεται και αναρωτιέται για κάποια όρια της οικουμενικότητας, ανάμεσα στην απόλυτη οικουμενικοποίηση των δυτικών αξιών και στον απόλυτο σχετικισμό των «πολιτισμών» (συμπεριλαμβανομένου, ίσως, του «δυτικού κοσμικού πολιτισμού»). Η συζήτηση αφορά γενικά τους όρους με τους οποίους εμείς, οι πάντα λευκοί και λευκές, οι πάντα φορείς μιας βιωμένης ανωτερότητας, βλέπουμε τον Άλλο, τον οποιοδήποτε Άλλο, την οποιαδήποτε Άλλη. Αφορά το στενό μονοπάτι μεταξύ δυτικοκεντρισμού και σχετικισμού το οποίο οφείλει να αναζητήσει η Αριστερά. Είναι άραγε ο φεμινισμός μια δυτική-διαφωτιστική αντίληψη; Υπάρχει δυνατότητα συνύπαρξης με μια «ισλαμική φεμινιστική» αντίληψη (σύμφωνα με τη διατύπωση γυναικών από «εκεί») που αναπτύσσεται στο Ιράν ή ακόμη και στη Σαουδική Αραβία, στηριζόμενη σε μια επανερμηνεία των θρησκευτικών κανόνων και σε πολλούς και δύσκολους αγώνες; Οφείλει αυτός ο «ισλαμικός φεμινισμός» να υιοθετήσει τα διαφωτιστικά κανονιστικά πρότυπα του δυτικού φεμινισμού; Οφείλει να λησμονήσει την ευρωκεντρικότητα του διαφωτισμού και να τον αποδεχτεί «τοις μετρητοίς», για να έχει την τιμή να γίνει αποδεκτός από το δυτικό βλέμμα;
Από την άλλη πλευρά, μπορεί να υπάρχει ένας «ισλαμικός φεμινισμός»; Μπορεί να υπάρχει θρησκευτικός φεμινισμός ή μήπως, με δεδομένο ότι –πέρα από την κατάχρησή του– ο φεμινισμός αποτελεί ένα χειραφετητικό πρόγραμμα, πρόκειται για δύο αλληλοαναιρούμενες έννοιες; Ή, αλλιώς, υπάρχει Θεολογία της Απελευθέρωσης ή πρόκειται για ένα παγιδευτικό οξύμωρο; Και αν τέλος πάντων υπάρχει (και μάλιστα έχει γίνει και της μόδας κατά καιρούς στη Δύση, γεγονός που δεν αναιρεί τον πραγματικά σημαντικότατο ρόλο της στο κίνημα της Λατινικής Αμερικής), αν λοιπόν υπάρχει χριστιανική Θεολογία της Απελευθέρωσης, επιτρέπεται άραγε να υπάρχει και ισλαμική αντίστοιχη;
Τέλος, τι σημαίνει για ένα τοπικό κίνημα το να αναλαμβάνει κάποιο άλλο κίνημα από το εξωτερικό (από τη Δύση) να προβάλει με τον δικό του τρόπο το αίτημα που αυτό, από το ασφαλές εξωτερικό, κρίνει ως κυρίαρχο; Υπάρχει μεγάλη συζήτηση γι’ αυτό το θέμα – βλ., π.χ., Resistencias, τεύχος 6, σελ. 56, για μια χαρακτηριστική ιστορία που αφορά το LGBT κίνημα.
Εδώ, με μία έννοια, εντάσσεται και η ανάγνωση της μαντίλας από τον Φ. Φανόν ως «αδρανούς στοιχείου του γηγενούς πολιτισμικού σχηματισμού», με τις εξηγήσεις και τις κριτικές που έχει δεχτεί. «Στην αποικιοκρατική επίθεση ενάντια στο πέπλο οι αποικιοκρατούμενοι αντιπαραθέτουν τη λατρεία του πέπλου», γράφει ο Φ. Φανόν, απεικονίζοντας τη διπολική αφηγηματική σκευή την οποία διαμόρφωσε το γεγονός της αποικιοκρατίας.

Πέρα από τα καλυμμένα πρόσωπα και την αναζήτηση Μέκκας
Κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει λίγο παραπέρα από τις παραπάνω προγραμματικές βεβαιότητες.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να θυμόμαστε ότι η πολιτική δράση και η πολιτική συμμαχία ούτε απαιτεί ούτε προϋποθέτει ταύτιση. Η εν τοις όροις απόρριψη της Χεζμπολά και της Χαμάς καθώς και η άκριτη αποδοχή τους διαπράττουν το ίδιο ακριβώς λάθος: η πρώτη γενικεύει ως κριτήριο το καλυμμένο πρόσωπο (η υπερορατότητα του πέπλου) και η δεύτερη το εξαφανίζει (εξαφανίζοντας ταυτόχρονα και άλλα χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων), επιλέγοντας την αορατότητα (και την εθελοτυφλία) ως εργαλείο και προϋπόθεση πολιτικής συμφωνίας.
Δεύτερον, θα πρέπει να αποσυνδέσουμε το καλυμμένο πρόσωπο από το Ισλάμ. Μια ματιά σε πολλές μουσουλμανικές χώρες θα αρκούσε. Η Τουρκία είναι δίπλα μας. Η αντιπαράθεση με τη φοβική στάση που έχουν αναπτύξει οι ευρωπαϊκές κοινωνίες απέναντι στο Ισλάμ νομίζω πως πρέπει να αποτελεί καθήκον της Αριστεράς. Η ένδυση, η εμφάνιση συνολικότερα, είναι προϊόν των κανονιστικών προτύπων της κοινότητας στην οποία ζει το άτομο και γι’ αυτό το ίδιο άτομο, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ντύνεται διαφορετικά, έστω κι αν αυτό επιβάλλεται ή «επιβάλλεται»· ας αναλογιστούμε πόσοι από εμάς έχουμε πάει στο θέατρο ή σε έναν γάμο, ακόμη και πολιτικό, με σορτς.
Τρίτον, ας σκεφτούμε λίγο παραπάνω τη θέση των μουσουλμάνων, ανδρών και γυναικών, στην Ευρώπη. Η ισλαμοφοβία έχει πάρει τα «ψυχωτικά» χαρακτηριστικά που είχε κάποτε ο αντικομμουνισμός. Μάλιστα, στο φοβικό ή και διωκτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί πολλές φορές έχουν συμβάλει και αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις, επί τη βάσει διαφόρων επιχειρημάτων, σωστών ή μη· αιχμή του δόρατος, η κατάσταση των γυναικών (το «ζήτημα της μαντίλας») και τα δικαιώματα των γυναικών γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι πραγματικά μεγάλος ο αριθμός των γυναικών (πολλές από τις οποίες μάλιστα δηλώνουν φεμινίστριες) που αρθρώνουν έναν λόγο υπέρ της οικειοθελούς χρήσης της μαντίλας. Αντί να αποστρέψουμε το πρόσωπο με αποτροπιασμό, ας σκεφτούμε και αυτή την παράμετρο: Η (επανα)διεκδίκηση μιας ισλαμικής ταυτότητας και κυρίως της ορατότητάς της, βασικά ανάμεσα στους αποκλεισμένους νέους δεύτερης γενιάς, με ταυτόχρονη άρνηση/απόρριψη/λησμονιά των εθνικών ταυτοτήτων των γονιών και αποδοχή της «νέας» εθνικής ταυτότητας («δεν είμαι αλγερινής καταγωγής, είμαι Γαλλίδα πολίτις και θέλω να φοράω μαντίλα»), αντικατοπτρίζει τη διεκδίκηση μιας κοινότητας με στοιχεία κυρίως αμυντικά αλλά και επιθετικά, απέναντι σε μια συντριπτικά κυρίαρχη κουλτούρα που θεωρείται (και είναι) η βασική αιτία του κοινωνικού αποκλεισμού τον οποίο βιώνουν. Η διεκδίκηση μιας στοιχειώδους αξιοπρέπειας απέναντι στην ταπείνωση του γενικευμένου αποκλεισμού οδηγεί στην ανάγκη να εγγράφονται τα στοιχεία της κοινότητας σε δημόσιο χώρο, και μάλιστα με τρόπο επιδεικτικό, προκλητικό. Έτσι, η μαντίλα (όταν φοριέται οικειοθελώς, όπως συμβαίνει όμως πολύ συχνά πλέον) παίρνει χαρακτηριστικά τα οποία σε άλλα συμφραζόμενα έχει ένα μπλουζάκι με τον Τσε, ένα μαυροκόκκινο αστέρι στο πέτο, ένας μαύρος μπερές, ένα καρό μαντίλι. Αντίστοιχες παρατηρήσεις έχουν γίνει για τη χρήση της μαντίλας στον Λίβανο και αλλού: η μαντίλα δείχνει κυρίως την ένταξη σε μια κοινότητα παρά την πιστή τήρηση των ανάλογων θρησκευτικών κανόνων. (Και κάτι «λαϊκίστικο», για την ιστορία: Στη σύγχρονη εποχή, η πρώτη φορά που στην ιστορία μιας χώρας απαγορεύθηκε η δημόσια επίδειξη θρησκευτικών συμβόλων δεν ήταν η απαγόρευση της μαντίλας στη Repu-flique της Γαλλίας. Η πρώτη απαγόρευση αφορούσε τα χριστιανικά εξωτερικά σύμβολα και επιβλήθηκε από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.)
Τέταρτον, μάλλον χρειάζεται μια πιο συνολική θεώρηση του «απελευθερωτικού» και «εκπολιτιστικού» ρόλου της Δύσης. Όλη αυτή η φιλολογία έχει αναπτυχθεί στη βάση πραγμάτων «προφανών»: «γυναίκες με μπούρκα», δικτάτορες, παραβίαση δικαιωμάτων, πείνα κ.λπ. Εργαλεία μιας τέτοιας φιλολογίας δεν είναι μόνο τα «πολιτισμικά» στοιχεία αλλά και τα κοινωνικά. Σε τέτοιες αλαζονικές αντιλήψεις «σωτηρίας» πεινασμένων και διωκόμενων έχει στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό ο ανθρωπιστικός ιμπεριαλισμός πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Από τα παραπάνω έχει γίνει σαφές, νομίζω, πόσος αναστοχασμός χρειάζεται όσον αφορά όλη αυτή τη ρητορική της εξωγενούς σωτηρίας.

Ανάμεσα στη μία προγραμματική τοποθέτηση που επιλέγει να υποβαθμίσει το «δευτερεύον» θέμα της θέσης των γυναικών και στην άλλη, εξίσου προγραμματική και βέβαιη, τοποθέτηση που υποστηρίζει την οικουμενικοποίηση της δυτικής ματιάς και των δυτικών αξιών, δεν μπορεί παρά να υπάρχει και κάποιος άλλος δρόμος, κάποιο μονοπάτι ίσως, που να προσπαθεί να αναμετρηθεί με τους ίδιους τους όρους που διαμορφώνουν αυτή τη συζήτηση, η οποία μας καλεί και μας εγκαλεί διαρκώς: πάρτε θέση, με τη μαντίλα ή εναντίον της; Η προγραμματική βεβαιότητα των δύο πόλων αυτής της, εκβιαστικής στην πραγματικότητα, συζήτησης σε μεγάλο βαθμό επιβάλλεται, νομίζω, από εξωγενείς παράγοντες. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε να αμφισβητήσουμε ακριβώς τους όρους με τους οποίους διεξάγεται αυτή η συζήτηση.
Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, μπορεί κανείς να πει ότι διαφωνώ με την επιβολή της μαντίλας, διαφωνώ και με την απαγόρευσή της. Εγώ δεν θα φορούσα μαντίλα αλλά οι γυναίκες που τη φορούν είναι ισότιμοι σύμμαχοί μου, όχι θύματα που περιμένουν, εμένα τον δυτικό ή τη δυτική σωτήρα, να τις σώσω, να τις διδάξω το σωστό κ.λπ. Έχω διαφωνίες με ορισμένα κινήματα αντίστασης αλλά είναι σύμμαχοί μου. Κ.ο.κ., κ.ο.κ.
Προφανώς η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια· κουβαλάει ήδη πάνω από σαράντα-πενήντα χρόνια στην πλάτη της. Επίσης, το συγκεκριμένο αντικείμενο αυτής της συζήτησης δεν είναι το μοναδικό. Αντίστοιχη συζήτηση, με παρόμοια δίπολα (γοητεία από μακρινές Μέκκες και ως εκ τούτου υποταγή σε ενός είδους εξωτισμό vs. αιτήματος για οικουμενικοποίηση της δυτικής οπτικής και των δυτικών αξιών) έχει γίνει (έστω και σε ελάχιστη κλίμακα) και με άλλες «αφορμές» – π.χ. τους ιθαγενείς της Λατινικής Αμερικής και τα κινήματά τους. Παρ’ όλα αυτά, στα καθ’ ημάς, ο διάλογος μοιάζει να μην προχωράει, να μένει στατικά προσκολλημένος στις ευκολίες των προγραμματικών θέσεων. Είναι, με μια έννοια, απορίας άξιον, στις κρίσιμες στιγμές, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι και αντιμέτωπες με την πραγματικότητα και τις δυσκολίες που μας θέτει, με πόση ευκολία καταφεύγουμε στην ασφάλεια της βεβαιότητας, κατηγορώντας ασφαλώς την άλλη πλευρά για δογματισμό και λησμονώντας πως κάποιες φορές μερικά θέματα μένουν ανοιχτά γιατί πρέπει να μένουν ανοιχτά.

Κώστας Αθανασίου

Βιβλιογραφικές παραπομπές
1. Lila Abu-Lughod, “Do muslim women really need saving?”, American Anthropologist, 2002.
2. Αθηνά Αθανασίου, Ζωή στο όριο, εκδ. Εκκρεμές, 2007.
3. Anne McClintock, Imperial Leather: Race, Gender and Sexuality in the Colonial Context, Routledge, 1995.
4. M. Jacqui Alexander & Chandra Talpade Mohanty (επιμ.), Feminist Genealogies, Colonial Legacies, Democratic Futures, Routledge, 1997.
5. Judith Butler, Precarious Life, Verso, 2004.

Διακρίσεις και βία σε βάρος των γυναικών στο Ιράν

Ήταν πραγματική κατάπληξη να ακούσουμε εδώ στην Αθήνα να εκθειάζεται η κατάσταση των δικαιωμάτων των ιρανών γυναικών σε εκδήλωση που οργάνωσε η Ομάδα Αντιπληροφόρησης για τη Μέση Ανατολή με θέμα «Ισλάμ και Γυναίκα», για την οποία πληροφορηθήκαμε στο προηγούμενο τεύχος του Ρεζιστέντσιας. Και ήταν κατάπληξη επειδή γνωρίζουμε τις μισογύνικες βάσεις πάνω στις οποίες συγκροτήθηκε το καθεστώς του ισλαμικού φονταμενταλισμού στο Ιράν. Παρουσιάζουμε εδώ, συνεπώς, κάποια στοιχεία για τη σκληρή καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών στη χώρα αυτή και τη βία εναντίον τους, αλλά και κάποια στοιχεία από την Παλαιστίνη. Παράλληλα παρουσιάζουμε και τους σχετικούς αγώνες κάποιων γυναικών, πάντοτε μειοψηφιών, ενάντια στην πατριαρχία.

Κι αυτό είναι απλώς η ανταπόκρισή μας στις εκκλήσεις τους προς το διεθνές γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα, για αλληλεγγύη.

Τα δικαιώματα των γυναικών και ο αγώνας ενάντια στην πατριαρχία είναι μια αυταξία και ένα στοιχείο μέτρησης του ανθρώπινου πολιτισμού ή της βαρβαρότητας. Είναι γεγονός, ότι ενώ υπάρχει πατριαρχία σε όλο τον πλανήτη, τα δικαιώματα των γυναικών δεν είναι παντού τα ίδια, αλλά μιλώντας ειδικά για το Ιράν, η κατάσταση είναι απολύτως βάρβαρη.

Φυσικά, όλες οι γυναίκες δεν έχουν την ίδια άποψη για την ισότητα των δύο φύλων ή για την απελευθέρωση της γυναίκας. Επίσης, η ανδρική κυριαρχία στις οργανώσεις και στα κοινωνικά ρεύματα που μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό κατάφερε να συγκροτήσει την πολιτισμική ταυτότητα επαναφέροντας και αναζωογονώντας κάποια αρνητικά στοιχεία της παράδοσης, με ένα από τα σημαντικότερα την καθυπόταξη των γυναικών.

Κυρίαρχο και πρώτο παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης είναι ο μεσαίωνας του ισλαμικού φονταμενταλισμού που κατάφερε να επιβάλλει η κάστα των μουλάδων στο Ιράν συντρίβοντας την προοδευτική επανάσταση του 1979 εναντίον του Σάχη. Το γιατί αυτή η προοδευτική και λαϊκή επανάσταση κατέληξε στα χέρια των μουλάδων, είναι θέμα άλλης ανάλυσης. Το ελάχιστο όμως που μπορούν να κάνουν προοδευτικά ρεύματα, είτε αριστερά είτε όχι, είναι να μην εκχωρούν ποτέ, για κανένα λόγο και σε καμιά πλειοψηφία ή θεοκρατία κάποιες αξίες που πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνουν πανανθρώπινες.

Αγώνες των γυναικών στο Ιράν

42 γυναίκες και 28 άνδρες συνελήφθησαν στο Ιράν το 2006, για τη συμμετοχή τους στη διαδήλωση της 12ης Ιουνίου για να διεκδικήσουν δικαιώματα για τις γυναίκες. Οι συλλήψεις έγιναν προληπτικά, επιτόπου αλλά και τις επόμενες μέρες. Στη διαδήλωση, που είχε οργανωθεί μέσω ίντερνετ στην πλατεία Haft Tir της Τεχεράνης, συμμετείχαν χιλιάδες άτομα, στην πλειοψηφία γυναίκες αλλά και ακτιβιστές και ακτιβίστριες από τα φοιτητικά και άλλα κινήματα. Η επίθεση άρχισε πριν καν τις ομιλίες και διαλύθηκε από την αστυνομία, για να ανασυνταχθεί στην άλλη μεριά της πλατείας.. Εκτός από τις συλλήψεις ρίχθηκε σπρέι πιπεριού.

Τα αιτήματα της διαδήλωσής τους, ήταν:

1. Η απαγόρευση της πολυγαμίας
2. Ίσα δικαιώματα στο διαζύγιο
3. Ίσα δικαιώματα για τις μητέρες και τους πατέρες στην επιμέλεια των παιδιών
4. Ίσα δικαιώματα στο γάμο (όπως και το δικαίωμα των γυναικών να επιλέξουν την εργασία τους, να ταξιδεύουν ελεύθερα κ.λπ.).

5. Αύξηση της ηλικίας ενηλικίωσης των παιδιών στα 18 χρόνια (σήμερα τα κορίτσια θεωρούνται ενήλικες στα 9 και τα αγόρια στα 15 χρόνια τους, που τα καθιστά κατάλληλα να δικαστούν ως ενήλικες)
6. Ίση αξία της μαρτυρίας των γυναικών στο δικαστήριο με αυτή των ανδρών.
7. Κατάργηση των συμβολαίων προσωρινής απασχόλησης που έχουν δυσανάλογες και αρνητικές επιπτώσεις στις γυναίκες.

Εννέα γυναίκες απ’ αυτές που συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες σε ποινές από 6 έως 2 χρόνια, στις περισσότερες περιπτώσεις με πρόβλεψη να εκτίσουν ένα μέρος της ποινής τους, 1 έως 2 χρόνια και αναστολή για 5 χρόνια της υπόλοιπης ποινής, ώστε να μην υποπέσουν σε παρόμοια «αδικήματα». Κάποιες από αυτές καταδικάστηκαν και σε 10 βουρδουλιές, ποινή που βεβαίως προβλέπεται από το νόμο.

Την υπεράσπισή τους έχει αναλάβει η Shirin Ebadi, νομικός και βραβευμένη με Νόμπελ το 2003, η οποία έστειλε και σχετική ενημερωτική επιστολή στον Επίτροπο του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα Δικαιώματα, το 2006.

Μετά την επιβολή αυτών των ποινών ακολούθησε η έναρξη μιας καμπάνιας για την συγκέντρωση ενός εκατομμυρίου υπογραφών ενάντια στους νόμους της ανισότητας, που γίνεται μέσω ίντερνετ αλλά και με προσωπική προσπάθεια, που συχνά έχει ως αποτέλεσμα συλλήψεις. Για την καμπάνια http://weforchange.info/english/.

Η νομική κατωτερότητα των γυναικών

Η ενηλικίωση των κοριτσιών στο Ιράν είναι στα 9 χρόνια (πριν το παρόν καθεστώς ήταν τα 18 χρόνια) οπότε μπορούν οι γονείς τους να τα παντρέψουν. Οι γυναικείες οργανώσεις ζητούν να απαγορευτεί ο γάμος πριν τα 15. Η πολυγαμία είναι νόμιμη, και οι άνδρες μπορούν να έχουν τέσσερις γυναίκες και απεριόριστο αριθμό παλλακίδων, κάτι που ονομάζεται προσωρινός γάμος και μπορεί να διαρκεί και μόνο για ώρες. Ποια καλύτερη νομιμοποίηση και καθαγίαση της πορνείας μπορεί να σκεφθεί κανείς, ιδιαίτερα δε για τους κληρικούς; Οι γυναίκες δεν μπορούν να ταξιδεύουν ή να έχουν διαβατήριο χωρίς την γραπτή άδεια του συζύγου.

Οι γυναίκες αποκλείονται στους 91 από τους 169 κλάδους σπουδών των ΑΕΙ, όπου σπουδάζουν σε χωριστές τάξεις από τ’ αγόρια. Μπορούν να δουλεύουν μόνο με τη συγκατάθεση του συζύγου τους. Μια διεθνής μελέτη που συγκρίνει τις συνθήκες των γυναικών στην εργασία, κατατάσσει το Ιράν στην 108η θέση, από τις 110. Οι παραλίες είναι χωριστές για άνδρες και γυναίκες.

Μόλις πήραν την εξουσία, οι φονταμενταλιστές πρόδωσαν τις γυναίκες που συνέβαλαν ισότιμα στην ανατροπή του σάχη, και εφάρμοσαν ένα συντριπτικό σύστημα απαρτχάιντ εναντίον τους. Οικοδόμησαν τη θεοκρατική τους δομή με βάση την αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι φυσικά, πνευματικά και ηθικά κατώτερες από τους άνδρες. Συνεπώς ο βιολογικός ντετερμινισμός επιβάλει τους ρόλους και τα καθήκοντα των γυναικών, δηλαδή την ανατροφή και φροντίδα των παιδιών και την ανακούφιση και ευχαρίστηση για τους συζύγους τους. Οι ίδιες «αξίες» υπάρχουν σε πολλές θρησκείες, όπως ξέρουμε, και βέβαια στη χριστιανική, μόνο που οι νόμοι είναι διαφορετικοί καθώς και τα δικαιώματα των γυναικών στην πράξη.

Με βάση αυτές τις μισογύνικες αναλύσεις και αρχές, ο Χομεϊνί και οι οπαδοί του διαμόρφωσαν τους νόμους και τις πολιτικές που ισχύουν μέχρι σήμερα, έστω κι αν έχουν χαλαρώσει. Οι γυναίκες πρέπει να καλύπτουν τα μαλλιά και το σώμα τους εκτός από το πρόσωπο και τις παλάμες, και δεν πρέπει να χρησιμοποιούν κοσμήματα. Οι ποινές για παράβαση ποικίλουν από την λεκτική προσβολή, τις 74 βουρδουλιές, ή τη φυλάκιση από ένα μήνα έως ένα χρόνο. Ο θάνατος δια λιθοβολισμού είναι νόμιμη μορφή τιμωρίας για σεξουαλική απρέπεια και κατά καιρούς εφαρμόζεται με δικαστικές αποφάσεις.

Οι πολιτικές αλλαγές δεν άγγιξαν τα γυναικεία δικαιώματα

Η εκλογή του μεταρρυθμιστή Χαταμί το 1997, θεωρήθηκε νίκη για τις γυναίκες, οι οποίες τον είχαν στηρίξει εκλογικά. Όμως, παρ’ ότι υπήρξε μια χαλάρωση της θρησκευτικής δικτατορίας, τα πράγματα δεν άλλαξαν πολύ γι’ αυτές. Για παράδειγμα, η πολυδιαφημισμένη αντιπρόεδρός του για την προστασία του Περιβάλλοντος, Massoumeh Ebtekar, αφού υποστήριξε όλους τους νόμους που περιορίζουν τις γυναίκες, είπε ακόμα και για τον θάνατο δια λιθοβολισμού, «Πρέπει κανείς να λάβει υπόψιν του τις ψυχολογικές και νομικές υποθέσεις της κοινωνίας επίσης. Αν διαρραγούν οι γνωστοί κανόνες της οικογένειας, αυτό θα καταλήξει σε περίπλοκες και σοβαρές επιπτώσεις για όλη την κοινωνία».

Ας υπενθυμίσουμε εδώ, ότι ο αγώνας των ιρανών γυναικών για τα δικαιώματά τους δεν σταμάτησε ποτέ στη διάρκεια του θρησκευτικού καθεστώτος. Επίσης ότι υπήρχε πάντα αντίδραση στην επιβολή του τσαντόρ και της μαντίλας. Απόδειξη τα χιλιάδες θύματα που έχουν τιμωρηθεί με βουρδουλιές και φυλακίσεις και μόνο για το λόγο ότι μπορεί να φαίνονται τα μαλλιά από τη μαντίλα ή ότι έχει ζωηρό χρώμα και είναι «προκλητική».

Πριν τρία χρόνια εκλέχθηκε ο σκληροπυρηνικός Αχμαντινεζάντ, με βάση την έκκληση ενάντια στη διαφθορά, μεταξύ άλλων, αφού ο Χαταμί θεωρείται διεφθαρμένος και εκατομμυριούχος.

Η κατάσταση δυστυχώς σκληραίνει καθημερινά, τον τελευταίο καιρό. Η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε δελτία τύπου τον Μάρτιο, Απρίλιο και Ιούνιο και Οκτώβριο του 2007 όπου εκφράζει τη διαμαρτυρία της γιατί μέχρι τότε υπήρχαν βεβαιωμένες εκτελέσεις 250 ατόμων για το τρέχον έτος, ενώ εκατοντάδες απεργοί, ιδίως εκπαιδευτικοί που απεργούσαν για αυξήσεις μισθών και συνθήκες εργασίας, βρίσκονταν ήδη στη φυλακή, μαζί με πολλούς φοιτητές. Ο υπουργός Μυστικών Υπηρεσιών Gholam Hossein Mohseni Ejeie κατηγόρησε δημόσια το γυναικείο κίνημα και τους φοιτητές που κάνουν καμπάνιες στα πανεπιστήμια, ότι «συμμετέχουν σε μια συνωμοσία του εχθρού για την ‘βελούδινη υπονόμευση’ της κυβέρνησης του Ιράν». Επίσης συνελήφθησαν ηγετικά στελέχη του συνδικάτου εκπαιδευτικών.

Στην Παλαιστίνη

Οι γυναικείες οργανώσεις της Παλαιστίνης, μας είχαν ενημερώσει σε πολλές από τις συναντήσεις μας, εκεί, εδώ και σε άλλες χώρες, ότι κάνουν αγώνα για την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου που είναι εις βάρος των γυναικών, αφού θεσμικά τις θεωρεί ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας. Μια από τις προβλέψεις του υφιστάμενου νόμου της Παλαιστινιακής Αρχής, είναι ότι η μαρτυρία δύο γυναικών στα δικαστήρια ισούται με αυτή ενός ανδρός. Ζητήματα διαζυγίου, επιμέλειας των τέκνων, περιουσίας περιλαμβάνονται επίσης στο σύνολο των προτάσεων των γυναικείων οργανώσεων. Μεγάλο πρόβλημα υπάρχει με τις ξένες που έχουν παντρευτεί Παλαιστίνιους, και σε περίπτωση διαζυγίου χάνουν τα πάντα, περιουσία, επιμέλεια παιδιών ακόμα και δικαίωμα παραμονής στη χώρα. Ο αγώνας αυτός για την αλλαγή του νόμου σταμάτησε το 2002, όταν έγιναν οι μεγάλες επιθέσεις του Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων, με σκοπό, όπως δήλωσαν οι γυναικείες οργανώσεις, σύντομα να ξαναρχίσει.

Σήμερα οι οργανώσεις αναδεικνύουν έντονα το ζήτημα των φόνων για λόγους τιμής, που είναι πολύ διαδεδομένοι. Οι άνδρες που σκοτώνουν για τέτοιους λόγους μπορεί να πάνε φυλακή μόνο μερικούς μήνες, αφού το δίκαιο και η κοινωνική νοοτροπία τους αποδέχονται. Τονίζουν ότι η εμπόλεμη κατάσταση και οι επιθέσεις των Ισραηλινών, εντείνουν την ανδρική βία ενάντια στις γυναίκες, αλλά αυτό καθόλου δεν οδηγεί τις οργανώσεις να αποδεχθούν ή να αποσιωπήσουν αυτή τη βία.

Εξέδωσαν δήλωση γυναικείων οργανώσεων τον Ιούνιο του 2005, για το ζήτημα αυτό, και έκαναν διαδήλωση πολλών εκατοντάδων γυναικών στη Ραμάλα, για να διαμαρτυρηθούν ιδιαίτερα για το φόνο της Φατέν, μιας χριστιανής που ήθελε να παντρευτεί μουσουλμάνο.

Για το ίδιο ζήτημα ο Γκάρντιαν, 23/6/05, γράφει ότι υπήρξαν εκκλήσεις στο παλαιστινιακό κοινοβούλιο για μεταρρύθμιση του νόμου, αλλά οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι μια μεταρρύθμιση θα οδηγήσει στην κατάρρευση του ηθικού ιστού της κοινωνίας. Σύμφωνα με την υπουργό γυναικείων υποθέσεων Ζουχαΐρα Καμάλ, 20 κορίτσια και γυναίκες δολοφονήθηκαν για λόγους τιμής πέρυσι (δηλαδή το 2004) και περίπου 50 αυτοκτόνησαν –συχνά κατόπιν καταναγκασμού– γιατί «ντρόπιασαν» την οικογένεια επειδή είχαν σεξουαλικές σχέσεις εκτός γάμου, αρνήθηκαν προξενιό ή ζήτησαν διαζύγιο. Άλλες 15 γυναίκες επέζησαν δολοφονικής απόπειρας. Η υπουργός ζήτησε αλλαγή του νόμου που να επιτρέπει στις γυναίκες άνω των 18 να παντρεύονται χωρίς τη συγκατάθεση του άρρενα συγγενή και την αναθεώρηση της παλαιάς ιορδανικής νομοθεσίας που ελευθερώνει τους δολοφόνους μετά από λίγους μήνες. Αλλά οι βουλευτές απέρριψαν την πρόταση.

Στο Ιράν και στην Παλαιστίνη, χώρες για τις οποίες αναφερόμαστε στο παρόν άρθρο, ο αγώνας συνεχίζεται.


Σίσυ Βωβού

Αντιπαράθεση για την εκλογή νέου προέδρου στο Λίβανο

Συνεχίζεται η αντιπαράθεση για την εκλογή νέου προέδρου στο Λίβανο, ανάμεσα στη φιλοδυτική κυβερνώσα παράταξη του πρωθυπουργού Σινιόρα και στηv αντιπολίτευση. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η εκλογή είχε αναβληθεί για όγδοη φορά, με αποτέλεσμα η χώρα να παραμένει χωρίς ανώτατο άρχοντα από τις 23 του Νοέμβρη, που εγκατέλειψε το προεδρικό μέγαρο ο απερχόμενος πρόεδρος Εμίλ Λαχούντ. Η παρατεταμένη αυτή παράλυση του πολιτικού συστήματος είναι έκφραση της σημαντικότερης κρίσης που αντιμετωπίζει ο Λίβανος από το τέλος του δεκαπεντάχρονου εμφυλίου, ανάμεσα στο 1975 και το 1990.
Οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας είναι διασπασμένες ανάμεσα στο φιλοδυτικό μπλοκ του πρωθυπουργού Σινιόρα (περιλαμβάνει τους σουνίτες, τους δρούζους και τη μειοψηφία των χριστιανών) και στην αντιπολίτευση, που περιλαμβάνει τη Χεζμπολά (σιίτες) και τον ηγέτη των μαρωνιτών χριστιανών Μισέλ Αούν. Οι δύο παρατάξεις βρίσκονται σε σύγκρουση από τότε που παραιτήθηκαν οι σιίτες υπουργοί από την κυβέρνηση, πριν από 13 περίπου μήνες. Σύμφωνα με το σύνταγμα της χώρας, ο πρόεδρος πρέπει να προέρχεται από την κοινότητα των μαρωνιτών χριστιανών, ο πρωθυπουργός από τους σουνίτες και ο πρόεδρος της βουλής από τους σιίτες.
Ύστερα από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες τα δύο αντιμαχόμενα μπλοκ συμφώνησαν σε υποψηφιότητα κοινής αποδοχής, που θα εξασφαλίζει τον πολυπόθητο αριθμό των δύο τρίτων των βουλευτών για την εκλογή του νέου προέδρου, αριθμό που καμία από τις δύο παρατάξεις δεν μπορεί να εξασφαλίσει μόνη της. Το πρόσωπο κοινής αποδοχής είναι ο νυν αρχηγός του γενικού επιτελείου, στρατηγός Μισέλ Σουλεϊμάν (επίσης μαρωνίτης). Ο στρατηγός διορίστηκε στην παρούσα θέση του από τον απερχόμενο φιλοσύρο πρόεδρο Λαχούντ και χαίρει συνολικής αποδοχής, καθώς τήρησε ως αρχηγός του στρατού ουδέτερη στάση στην πολιτική αντιπαράθεση που μαίνεται στη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ διατηρεί καλές σχέσεις και με τη Χεζμπολά.
Ωστόσο η συγκεκριμένη επιλογή προσκρούει σε συνταγματικό κώλυμα, καθώς το άρθρο 49 του συντάγματος προβλέπει πως ένας ανώτατος κρατικός λειτουργός δεν μπορεί να εκλεγεί στη θέση του προέδρου εάν δεν περάσουν δύο χρόνια από την παραίτησή του. Τα δύο μπλοκ συμφώνησαν να αναθεωρηθεί το σύνταγμα για να διευκολυνθεί η υποψηφιότητα Σουλεϊμάν, αλλά διαφωνούν στον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η αναθεώρηση. Η αντιπολίτευση δεν θέλει να περάσει και να εγκριθεί η αναθεώρηση από την παρούσα κυβέρνηση Σινιόρα, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε έμμεση αναγνώρισή της. Θυμίζουμε πως η Χεζμπολά και οι σύμμαχοί της αποσύρθηκαν από την κυβέρνηση πριν 13 μήνες και, έκτοτε, τη θεωρούν παράνομη και ζητούν την παραίτησή της. Τον περασμένο Φλεβάρη, μάλιστα, οργάνωσαν τεράστιες διαδηλώσεις και απεργίες για να το πετύχουν, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Το αδιέξοδο αυτό φέρνει στην επιφάνεια την τεράστια δυσλειτουργία του σημερινού πολιτικού συστήματος του Λιβάνου, που κρατάει από την εποχή που η χώρα ήταν γαλλική αποικία. Οι αποικιοκράτες είχαν, κατά την προσφιλή τους συνήθεια, χωρίσει τη χώρα σε θρησκευτικές ζώνες, καλλιεργώντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες για να ασκούν αποτελεσματικότερο έλεγχο. Μετά την ανεξαρτησία του Λιβάνου λίγα πράγματα έχουν αλλάξει, αφού τον ρόλο της Γαλλίας παίζουν πλέον μία σειρά χώρες της περιοχής –με πρώτο και καλύτερο το Ισραήλ, που κατείχε τμήμα της χώρας μέχρι το 2000, αλλά και τη Συρία, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία– αλλά και ο δυτικός ιμπεριαλισμός, μετατρέποντας τον Λίβανο σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ τους. Το παρόν σύνταγμα βασίζεται στο συγκεκριμένο συσχετισμό ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες –ο οποίος δίνει αυξημένες εξουσίες στους σουνίτες–, που αποτυπώθηκε στις συμφωνίες που σήμαναν το τέλος του δεκαπενταετούς εμφυλίου το 1990. Ωστόσο από τότε έχουν αλλάξει πολλά, το Ισραήλ αποχώρησε ενώ οι σιίτες, οι ριγμένοι των συμφωνιών του 1990, είναι πλέον η μεγαλύτερη κοινότητα, ξεπερνώντας το 45% του συνολικού πληθυσμού. Αυτή τη στιγμή η αντιπολίτευση (Χεζμπολά και Αούν), ενώ εκπροσωπεί την πλειοψηφία των λιβανέζων, στο κοινοβούλιο είναι μειοψηφία. Είναι το άδικο αυτό σύστημα που προσπάθησε να αλλάξει η Χεζμπολά με τους συμμάχους της, μετά και την ενίσχυσή της από τον αποτυχημένο πόλεμο του σιωνιστικού κράτους εναντίον της το καλοκαίρι του 2006, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Δημήτρης Τσίρκας

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Η εργατική ιντιφάντα

Στη Μεχάλα Αλ-Κούμπρα, μια πολεοδομικά άναρχη βιομηχανική πόλη στο Δέλτα του Νείλου, βόρεια του Καΐρου, η ένταση από το τεράστιο απεργιακό κύμα που την κατέκλυσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 2007, δεν έχει ακόμα κοπάσει.
Το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου του περασμένου χρόνου, ο εκκωφαντικός θόρυβος των μηχανών της κρατικής κλωστοϋφαντουργίας Μισρ -της μεγαλύτερης στην Αίγυπτο με 27.000 χιλιάδες εργαζόμενους- ξαφνικά σταμάτησε. Στη συνέλευσή τους 10.000 εργάτες της εταιρείας, αποφάσισαν να «κατεβάσουν το μοχλό» και να προχωρήσουν σε κατάληψη, απαιτώντας την πληρωμή του οφειλόμενου πριμ παραγωγικότητας, αύξηση του μισθού, καλύτερες υπηρεσίες υγείας και διευκολύνσεις στη μεταφορά.
Οι εργάτες της βιομηχανίας Μισρ είναι καταδικασμένοι να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, αφού οι μέσες απολαβές τους δεν ξεπερνούν τα δύο δολάρια τη μέρα. Και βεβαίως δεν αποτελούν εξαίρεση. Ο εργάτης κλωστοϋφαντουργίας στην Αίγυπτο βρίσκεται στο τελευταίο σκαλί της μισθολογικής κλίμακας της χώρας του, αλλά και παγκόσμια. Ο μέσος μισθός του ανέρχεται στο 85% του αντίστοιχου στο Πακιστάν, το 60% στην Ινδία, το 35% στην Τυνησία. Και όλα αυτά σε μια χώρα, όπου, για παράδειγμα, οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής αυξήθηκαν έως και 50% τον τελευταίο χρόνο, ενώ το κόστος πολλών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων και των αντιβιοτικών, διπλασιάστηκε.
Η συμμετοχή στην κατάληψη ήταν συγκλονιστική. Τις βραδινές ώρες, στο χώρο παρέμεναν 10 έως 15 χιλιάδες εργάτες, ενώ την ημέρα έφταναν τις 20 χιλιάδες. Ανάμεσά τους και 3 χιλιάδες περίπου γυναίκες.
Η κυβέρνηση απάντησε, στέλνοντας την αστυνομία να περικυκλώσει το εργοστάσιο και συλλαμβάνοντας πέντε ηγετικά συνδικαλιστικά στελέχη. Οι συλλήψεις αυτές, κατάφεραν απλώς, να διπλασιάσουν την οργή των εργατών και να ξεσηκώσουν ένα μεγάλο κύμα συμπαράστασης σε ολόκληρη τη χώρα, γεγονός που οδήγησε στην άμεση απελευθέρωσή τους.
Μια εβδομάδα μετά την έναρξη της κατάληψης, και μπροστά στον κίνδυνο ριζοσπαστικοποίησης και γενίκευσης του απεργιακού αγώνα, αντιπροσωπεία της κυβέρνησης και της διοίκησης του εργοστάσιου, συναντήθηκε με την επιτροπή των απεργών. Η διαπραγμάτευση ήταν εντυπωσιακά σύντομη και η νίκη των εργατών απόλυτη. Όλα τους τα αιτήματα έγιναν δεκτά.
Ήταν η δεύτερη μεγάλη απεργία στη κλωστοϋφαντουργία Μισρ. Η πρώτη είχε ξεσπάσει στις 7 Δεκεμβρίου του 2006, όταν η διοίκηση του κρατικού εργοστασίου, δεν υλοποίησε τη δέσμευση του πρωθυπουργού της χώρας προς τους εργάτες του δημόσιου τομέα, για τη χορήγηση πριμ, ισοδύναμου με το μισθό δύο μηνών. Η απεργία αυτή πυροδότησε μια έκρηξη κινητοποιήσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Η νηματουργία Kafr Al-Dawwar με τους 11.000 εργάτες της ήταν από τις πρώτες που ακολούθησε, με παρόμοια αιτήματα. Το κλωστήριο Σεμπίν Αλ-Κομ, που εγκαινιάστηκε από τον πρόεδρο Νάσερ πριν 47 χρόνια, απέργησε για πρώτη φορά. Οι 300 εργάτες -εκ των οποίων το 75% γυναίκες- της υφαντουργίας Μανσούρα-Εσπάνια, ξεκίνησαν με απεργία πείνας τον αγώνα τους και μετά από κατάληψη δύο μηνών, κατόρθωσαν να αποτρέψουν το κλείσιμο του εργοστασίου. Συνολικά, το πρώτο εξάμηνο του 2007 σημειώθηκαν 283 κινητοποιήσεις στα εργοστάσια, ενώ μόνο το μήνα Αύγουστο άλλες 100.
Ξεκινώντας από τη βιομηχανία η εργατική ιντιφάντα επεκτάθηκε γρήγορα σε ολόκληρο τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Οι εργαζόμενοι στο σιδηρόδρομο και στο μετρό, οι δάσκαλοι, οι εφοριακοί υπάλληλοι και πολλοί ακόμα, συμμετείχαν σε αυτόν τον αγώνα, σε μια χώρα που η απεργία και ο ανεξάρτητος συνδικαλισμός απαγορεύεται δια νόμου.
Η απαίτηση για ανεξάρτητες εργατικές ενώσεις ήταν το αυτονόητο επόμενο βήμα των απεργών. Τον περασμένο Μάρτιο, 14.000 εργάτες της Μεχάλα υπέγραψαν κείμενο, όπου κατήγγελλαν το επίσημο τοπικό σωματείο, αλλά και τη Γενική Συνομοσπονδία Συνδικαλιστικών Ενώσεων της χώρας (GCTU). Το Κίνημα 7 Δεκέμβρη-Εργάτες για την Αλλαγή, εξέδωσε ανακοίνωση όπου αναφέρει ότι «ένας από τους πρώτους μας στόχους είναι η απονομιμοποίηση των επίσημων εργατικών ενώσεων και συνδικάτων, τα οποία ολοφάνερα απέδειξαν ότι δεν εκπροσωπούν τα συμφέροντα των εργαζομένων». Ζητά εκλογές στα σωματεία χωρίς την ανάμειξη των κρατικών αρχών.
Οι Εργάτες για την Αλλαγή, έχουν την υποστήριξη του πολιτικού κινήματος διαμαρτυρίας Κιφάγια (Φτάνει πια). Σε αντίθεση με την κρατικοδίαιτη GCTU, βάλλουν ευθέως εναντίον της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, με αίτημα αιχμής, τη μη ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα. Στις διαδηλώσεις τους ακούγονται συνθήματα εναντίον των επιταγών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αλλά και της δικτατορίας του Μουμπάρακ.
Οι εργάτες της Μεχάλα συγκεντρώνουν την προσοχή τους στην οικοδόμηση ενός ενιαίου μετώπου εργαζομένων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και την ανάπτυξη των δικών τους οργανωτικών δομών. Λίγο μετά τη νικηφόρα λήξη της απεργίας του Σεπτεμβρίου, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Άντελ Ζακαρία έλεγε: «Βασικός μας στόχος είναι να αναγκάσουμε τη Γενική Συνομοσπονδία να διαπραγματευτεί με τη δική μας επιτροπή, αντί της διορισμένης τοπικής ένωσης». Και λίγο αργότερα, ο Μοχάμεντ Ελ Ατάρ, ηγετικό εργατικό στέλεχος της πόλης, ανέφερε: «Είναι απίστευτο! Ο πρόεδρος της Γενικής Συνδικαλιστικής Ένωσης των Εργατών Κλωστοϋφαντουργίας μας κάλεσε να πάρουμε μέρος σε συνάντηση, στην έδρα τους στο Κάιρο. Αναγνωρίζουν εμάς, ως εκπροσώπους των εργατών της Μεχάλα, επειδή καταλαβαίνουν ότι δεν έχει έννοια η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση χωρίς την παρουσία μας. Αυτό είναι μια νίκη».
Β.Μ

3 Φεβ 2008

Ολλανδία: ιστορίες δυτικών προαστίων

Την εβδομάδα από την 14η ως την 21η Οκτώβρη το δυτικό Άμστερνταμ γνώρισε ταραχές που θύμιζαν σκηνές από τα εξεγερμένα προάστια του Παρισιού το 2005.
Η αφορμή δόθηκε την Κυριακή, 14 Οκτώβρη, με το εξής περιστατικό στο αστυνομικό τμήμα του προαστίου Slotervaart, στο δυτικό Άμστερνταμ. Ένας νεαρός 22 χρονών –μαροκινής προέλευσης, όπως δεν παραλείπουν να υπενθυμίζουν τα ΜΜΕ– μπήκε σε ένα αστυνομικό τμήμα και μαχαίρωσε την αστυνομικό που βρισκόταν στην είσοδο. Οι αστυνομικοί που ήταν παρόντες πυροβόλησαν και σκότωσαν επιτόπου τον νεαρό. Λίγες ώρες αργότερα μαθεύτηκε ότι ο νέος νοσηλευόταν ως τον Αύγουστο σε ψυχιατρική κλινική. Ήταν γνωστός στην αστυνομία λόγω ενός αδικήματος που διέπραξε το 1998, και επειδή το 2005 είχε επαφές με την «τρομοκρατική οργάνωση» Hofstadgroep.
Το περιστατικό πυροδότησε κυριολεκτικά δεκάδες νεαρούς κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι έβαλαν τη Δευτέρα το βράδυ φωτιά σε ένα αυτοκίνητο μπροστά από το αστυνομικό τμήμα και πέταγαν πέτρες στα παράθυρα του τμήματος. Κάθε βράδυ επί μία συνεχή εβδομάδα και παρά τις επεμβάσεις της αστυνομίας και των ΜΑΤ, εκτυλίσσονταν παρόμοιες σκηνές: κάψιμο αυτοκινήτων και κλεφτοπόλεμος με την αστυνομία.
Τέτοιου είδους ένταση δεν είναι ανεξήγητη στο Slotervaart και σε άλλα δυτικά προάστια του Άμστερνταμ. Πρόκειται για υποβαθμισμένες συνοικίες, παραμελημένες από την πολιτεία και παραγκωνισμένες από τον μικροαστικό πληθυσμό του Άμστερνταμ. Οι κάτοικοι είναι μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς (σε μεγάλο αριθμό Μαροκινοί) και ανήκουν στα πιο χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Οι νέοι βρίσκουν ελάχιστες διεξόδους απασχόλησης και περνούν το χρόνο τους σε πάρκα και πλατείες, πολλές φορές ως μέλη της μιας ή της άλλης συμμορίας. Τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης –τα λεγόμενα «μαύρα» (καθώς δεν βλέπεις σχεδόν κανένα λευκό Ολλανδό μαθητή) τεχνικά λύκεια– πάσχουν μονίμως από έλλειψη διδακτικού προσωπικού. Περιστατικά σαν το μαχαίρωμα 16χρονου μαθητή από 14χρονο πριν λίγες εβδομάδες, είναι χαρακτηριστικά.
Πώς αντιμετωπίζει η πολιτεία ταραχές σαν και αυτές που προηγήθηκαν; Με τη γνωστή πολιτική της στρουθοκαμήλου, που βάζει το κεφάλι της στην άμμο αγνοώντας επιδεικτικά τις βαθύτερες κοινωνικές αιτίες τέτοιων φαινομένων. Δια στόματος του δημοτικού αντιπροσώπου της περιοχής (πιστού μουσουλμάνου και πρώην αστυνομικού), επιρρίπτει ευθύνες τόσο στους ίδιους τους νεαρούς ταραξίες όσο και στις οικογένειές τους, που αποτυγχάνουν στην διαπαιδαγώγηση και στον έλεγχο των παιδιών τους. Δια στόματος των ΜΜΕ καλλιεργεί τον φόβο για τη μερίδα αυτή των δυνάμει «τρομοκρατών» και δικαιώνει πολιτικές λιτότητας στις γονικές παροχές.
Το ερώτημα είναι μέχρι πότε θα γλιτώνει το κεφάλι της μια πολιτεία που σκόπιμα εθελοτυφλεί. Το δρόμο τον έδειξαν τα banlieues του Παρισιού. Το θέμα είναι πόσα θα ακολουθήσουν ακόμα…

Η.Α.

2 Φεβ 2008

Βενεζουέλα: Ανακοίνωση του Εθνικού Αγροτικού Μετώπου Ezequiel Zamora (FNCEZ) για το αποτέλεσμα των εκλογών.

«Τώρα είναι υπόθεση του λαού, θα πρέπει εμείς να αναλάβουμε αυτοκριτικά την ευθύνη για αυτή την εκλογική ανατροπή, θα πρέπει εμείς να υπολογίσουμε τη δύναμή μας, τη δύναμη του εχθρού, των προδοτών και εκείνων που συνωμοτούν από τα μέσα. Θα πρέπει εμείς να πάμε πέρα από τις θεσμικές περιχαρακώσεις και τις γραφειοκρατικές και διεφθαρμένες παρωνυχίδες τους• για να εφαρμόσουμε το επαναστατικό πρόγραμμα θα πρέπει να απαλλαγούμε από αυτές…Θα πρέπει εμείς να απελευθερώσουμε από τα κάτω την πραγματική συντακτική εξουσία, τη μετασχηματιστική πράξη του λαού, για να οικοδομήσουμε μία νέα, επαναστατική θεσμικότητα, με ή χωρίς τη στήριξη του κράτους, αλλά μαζί με τον Koμαντάντε Τσάβες … Θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να δώσουμε τις απαντήσεις και τις λύσεις στις ανάγκες που έχουμε ως λαός: ‘ο ίδιος ο λαός σώζει τον λαό’.
Τώρα μόλις άρχισε η μάχη…τώρα γίνονται διαυγή και καθαρίζουν τα νερά, τώρα λαλεί ο πετεινός αναγγέλλοντας στον ήλιο τη νίκη που ανατέλλει στη Santa Inés. Τώρα θα πρέπει, σαν μία δυνατή γροθιά και με σταθερό βλέμμα, να κτυπήσουμε τους εχθρούς της Επανάστασης διπλασιάζοντας τις προσπάθειές μας, το θάρρος και την ορμή μας, για να βελτιώσουμε τα επίπεδα της οργάνωσης και της συνείδησής μας…Έτσι ώστε, με μαχητικό πνεύμα και ανανεωμένη δύναμη, να μπορέσουμε να πούμε με μία φωνή: Γεννηθήκαμε για να κατακτούμε κι όχι για να χάνουμε.»

Εθνικό Αγροτικό Μέτωπο Ezequiel Zamora (FNCEZ)

Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα και συνταγματική μεταρρύθμιση στη Βενεζουέλα: το μπολιβαριανό σχέδιο σε επαναστατική τροχιά;

Όταν ο Ούγκο Τσάβες επανεξελέγη πρόεδρος της Βενεζουέλας το Δεκέμβριο του 2006, με το σαρωτικό ποσοστό του 62.9%, διπλασίασε τον αριθμό των ψήφων του από 3,7 εκατομμύρια το 1998 σε 7,3 εκατομμύρια το 2006. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει εύγλωττα την έκταση της λαϊκής συστράτευσης στο πρόσωπό του και στην πολιτική που επαγγέλλεται. Αλλά το ποιοτικά κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η εκστρατεία του έγινε για πρώτη φορά στη βάση μίας ρητά σοσιαλιστικής πλατφόρμας. Το μεγάλο πλήθος των ψηφοφόρων ενέκρινε με την ψήφο του ένα πρόγραμμα που έκανε εμφατικά λόγο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα στη Βενεζουέλα.

Η πολιτική της κυβέρνησης από το 1998 ως το 2006 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σοσιαλδημοκρατική με την ιστορική έννοια. Έδωσε βάρος στην αναδιανομή του εισοδήματος και στην κρατικοποίηση νευραλγικών τομέων της παραγωγής (κυρίως τα πετρέλαια), ενώ γενικότερα επεδίωξε την ενίσχυση της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Στο πεδίο αυτό σημειώθηκαν αποτυχίες (όπως στο θέμα της στέγασης των κατοίκων των παραγκουπόλεων), αλλά και πολύ αξιόλογα επιτεύγματα μέσω των διάφορων στοχευμένων εκστρατειών (missiones). Σε αυτά περιλαμβάνονται η σχεδόν πλήρης εξάλειψη του αναλφαβητισμού, για την οποία η κυβέρνηση βραβεύθηκε από την UNESCO, τα εκπαιδευτικά προγράμματα δεύτερης ευκαιρίας, στα οποία έχουν συμμετάσχει πάνω από 1 εκ. πολίτες, η προώθηση του αναδασμού, η δωρεάν ιατρική βοήθεια στις φτωχογειτονιές και πολλά άλλα. Με τη ροή ρευστού που εξασφάλισε η έκρηξη των τιμών του πετρελαίου, οι κοινωνικές δαπάνες, από 8% του ΑΕΠ το 1998, ξεπέρασαν το 12% το 2004, η φτώχεια έπεσε από 44% το 1998 σε 30.4% το 2006, και το μέσο μηνιαίο εισόδημα της κατώτερης εισοδηματικής τάξης (58% του πληθυσμού) αυξήθηκε κατά 42% από το 2004 (πρώτο έτος οικονομικής σταθεροποίησης μετά την κρίση) ως το 2006. Η ρεφορμιστική συνδήλωση του όρου «σοσιαλδημοκρατικός» τίθεται υπό αίρεση εν προκειμένω. Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου δεσπόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία μπορεί να εκφράζει μία έντονη ρήξη. Επίσης, το μπολιβαριανό κίνημα του Τσάβεζ χρειάστηκε να κάνει πόλεμο χαρακωμάτων για να ανατρέψει σταδιακά την ηγεμονία του παλιού κατεστημένου, με βαθύτατα ερείσματα στον κρατικό μηχανισμό, τα ανώτερα στρώματα, το πελατειακό σύστημα και τις αλληλένδετες κοινωνικές-φυλετικές ανισότητες.

Παραμένει όμως γεγονός ότι η άνωθεν καθοδηγούμενη μπολιβαριανή πολιτική δεν είχε αναπτύξει μέχρι και το 2006 ριζικές τομές που να οδηγούν πέρα από το γνωστό αγοραίο και αντιπροσωπευτικό πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Με σημαίνουσα εξαίρεση δύο δυναμικές που υποδηλώνουν ένα διαφορετικό προσανατολισμό:

Η πρώτη ήταν οικονομική και εκδηλώθηκε: α) με την προώθηση των συνεταιρισμών, που ξεπέρασαν τους 100 000 το 2005 (τα στοιχεία ελέγχονται λόγω της μεγάλης διαφθοράς), β) με την πειραματική θέσπιση της συνδιαχείρισης σε ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις, όπως οι ηλεκτροπαραγωγικές CADAFE και CADELA και η εταιρία αλουμινίου ALCASA και γ) με τους «πυρήνες ενδογενούς ανάπτυξης» (149 ως το Μάρτιο του 2005) και τις «επιχειρήσεις κοινωνικής παραγωγής» (500 αναγνωρισμένες στα μέσα του 2006) που αξιοποιούν τοπικούς πόρους και προάγουν αρχές αλληλεγγύης με την κοινότητα, τη δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων και το σεβασμό του περιβάλλοντος.

Η δεύτερη δυναμική αφορά τις απόπειρες εμβάθυνσης της πολιτικής συμμετοχής, που καταγράφονται από τις αρχές της προεδρίας του Τσάβεζ. Πρώτα με τους «Μπολιβαριανούς Κύκλους», τοπικές, μαχητικές οργανώσεις πολιτών που στηρίχθηκαν από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία, με ποικίλες τοπικές και θεματικές επιτροπές που συστήθηκαν για την προώθηση της κοινωνικής πολιτικής σε θέματα υγείας, παιδείας, αναδασμού, βελτίωσης των υποδομών και αντιμετώπισης κατά τόπους προβλημάτων. Αρκετές συνδέθηκαν με τα προγράμματα των missiones, εμπλέκοντας τις τοπικές κοινότητες στην εφαρμογή τους. Στις σημαντικότερες συμμετοχικές πρωτοβουλίες συγκαταλέγονται (από το 2001) τα Τοπικά Συμβούλια Δημόσιου Σχεδιασμού, που είχαν ως στόχο τη συνδρομή των κοινοτήτων στη διαμόρφωση των δημοτικών προϋπολογισμών, αλλά καπελώθηκαν από τις δημοτικές αρχές και κυβερνητικούς κομματάρχες· οι ισχυρές και συγκροτημένες Επιτροπές Αστικής Γης που συνέβαλαν στην οργάνωση των τοπικών κοινοτήτων και την διανομή τίτλων έγγειας και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στους κατοίκους· οι ιδιαίτερα ενεργές Μονάδες Εκλογικού Αγώνα που ιδρύθηκαν για τον προεκλογικό αγώνα κατά της ανάκλησης του Τσάβεζ το 2004· και, τέλος, τα Κοινοτικά Συμβούλια, που άρχισαν να πολλαπλασιάζονται από το 2006.

Τα Κοινοτικά Συμβούλια είναι αμεσοδημοκρατικές δομές των τοπικών κοινοτήτων που αποτελούνται από 200-400 οικογένειες (λιγότερες σε αγροτικές περιοχές). Αναλαμβάνουν το έργο της τοπικής αυτοδιοίκησης και της εκπόνησης προγραμμάτων αναβάθμισης σε όλους τους τομείς. Λαμβάνουν χρηματοδότηση από την κυβέρνηση μετά την εξέταση των προτάσεών τους. Το πείραμα δρομολογήθηκε το 2006 με την ίδρυση ειδικού Υπουργείου Λαϊκής Συμμετοχής και Κοινωνικής Ανάπτυξης και την ψήφιση νόμου για τις προδιαγραφές της κοινοτικής οικοδόμησης. Η εν λόγω πρωτοβουλία απέβλεπε στην επέκταση της άμεσης συμμετοχής, το συντονισμό των ποικίλων κατά τόπους επιτροπών και την αντιμετώπιση των δυσχερειών που ανέκυψαν με τα προηγούμενα σχήματα, κυρίως λόγω της υπονόμευσής τους από τον κομματισμό, τη διαφθορά, τις τοπικές σχέσεις εξουσίας και τα προσκόμματα που προέβαλλε η γραφειοκρατία. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2007, είχαν αναγνωριστεί 18320 Κοινοτικά Συμβούλια, που πιθανολογείται ότι θα φθάσουν τα 35000 ως το τέλος του έτους. Αυτή είναι η «έκρηξη της κοινοτικής εξουσίας», που βρίσκεται τώρα στη φάση της εκτίναξης.

Όταν ο Τσάβεζ πρωτοέκανε λόγο για τον «σοσιαλισμό του 21ου» τον Ιανουάριο του 2005, άρθρωνε ένα μάλλον νεφελώδες όραμα παρά μία τάση με υλικά θεμέλια. Ο μπολιβαριανός σοσιαλισμός δεν θα ακολουθούσε το κρατικιστικό πρότυπο της ΕΣΣΔ. Θα ήταν ομοίως αντικαπιταλιστικός και θεμελιωμένος στη συλλογική ιδιοκτησία και το κοινωνικό συμφέρον, αλλά θα ήταν πιο πλουραλιστικός και επικεντρωμένος στη «πρωταγωνιστική συμμετοχή του λαού». Σήμερα πλέον, με την εκτύλιξη των δύο παραπάνω δυναμικών, ο όρος δεν παραπέμπει μόνο σε ωραία λόγια. Η διαδικασία της συνταγματικής μεταρρύθμισης, η οποία κινήθηκε με προεδρική πρωτοβουλία το καλοκαίρι του 2007, απέβλεπε εμφανώς στη θεσμική αποτύπωση και οχύρωση της νέας αυτής ρηξικέλευθης φάσης του κινήματος.

Τα μέσα μαζικής προπαγάνδας συγκάλυψαν αυτή την καθοριστική διάσταση υπερτονίζοντας μονότονα τον έναν από τους τρεις κομβικούς άξονες των προτεινόμενων αλλαγών: την ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας της προεδρίας και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Κύρια επιδίωξη των μεταρρυθμίσεων δεν ήταν η ισόβια ενθρόνιση του Τσάβεζ, όχι μόνο γιατί περιελάμβαναν πλήθος άλλων προτάσεων, αλλά και γιατί, αν υπερψηφίζονταν, η προεδρική θητεία θα παρατεινόταν κατά ένα έτος (από έξι θα γινόταν επτά), ενώ ο Τσάβεζ θα έπρεπε πάντα να διασφαλίζει την επανεκλογή του και να αποφεύγει πιθανή ανάκλησή του με δημοψήφισμα. Οι δύο άλλοι βασικοί άξονες ήταν: 1) η ενίσχυση της άμεσης λαϊκής εξουσίας με την ανάδειξη των κοινοτικών συμβουλίων σε «βασικό πυρήνα…του Σοσιαλιστικού Κράτους της Βενεζουέλας» (αρ. 16 του σχεδίου), 2) η ανάπτυξη μίας συνεργατικής οικονομίας που προτάσσει τον κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής και της διανομής και γενικά δημιουργεί «τις καλύτερες συνθήκες για τη συλλογική και συνεργατική οικοδόμηση μίας σοσιαλιστικής οικονομίας» (αρ.112).

Όσον αφορά τη λαϊκή δημοκρατία, οι προτάσεις εστίαζαν στο νέο φορέα, τα ποικίλα Συμβούλια της Λαϊκής Εξουσίας που θα δημιουργούνταν και που θα ήταν κοινοτικά και εργατικά συμβούλια, συμβούλια φοιτητών, νέων, αγροτών, συμβούλια συλλογικής διαχείρισης των επιχειρήσεων κοινωνικής ιδιοκτησίας κ.α. Η νέα διάρθρωση της πολιτείας θα προσέγγιζε την ιστορική πυραμίδα της δημοκρατίας των συμβουλίων. Θεμελιώδες κύτταρο θα ήταν η κοινότητα (comunidad). Ενώσεις κοινοτήτων θα απάρτιζαν μία μεγαλύτερη περιφερειακή ενότητα (comuna), και ομάδες κοινοτήτων θα συγκροτούσαν την πόλη, τον πυρήνα της πολιτειακής οργάνωσης. Η συνέλευση των πολιτών θα ήταν η ανώτατη αρχή των κοινοτήτων, και θα εξέλεγε ένα ανακλητό κοινοτικό συμβούλιο. Προβλεπόταν η μεταφορά στις κοινότητες της διαχείρισης των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση έργων με κρατική χρηματοδότηση, η ανάπτυξη νέων μονάδων παραγωγής και διανομής του πλούτου υπό κοινοτικό έλεγχο. Κατοχυρωνόταν συνταγματικά η διοχέτευση του 5 τοις εκατό τουλάχιστο του εθνικού προϋπολογισμού στα όργανα της λαϊκής εξουσίας.

Οι πόλεις θα ενοποιούνταν σε ομοσπονδιακές οντότητες ανώτερης βαθμίδας, που θα υπάγονταν άμεσα στην κρατική εξουσία. Ο πρόεδρος, με την έγκριση της πλειοψηφίας των βουλευτών, θα είχε το δικαίωμα να ιδρύει και να καταργεί αυτές τις οντότητες και να διορίζει τις αντίστοιχες αρχές, με την έγκριση πάλι της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (αυτές δε θα υποκαθιστούσαν τους αιρετούς άρχοντες των υπόλοιπων βαθμίδων). Τελικός στόχος, κατά τον Τσάβεζ, ήταν η εγκαθίδρυση 60000 κοινοτικών συμβουλίων σε όλη τη χώρα, οργανωμένων σε 10000 «κομμούνες», 3000 πόλεις και 200 ομοσπονδιακές περιφέρειες.

Οι προαναφερθείσες αρμοδιότητες θα αποτελούσαν τις κύριες νέες προεδρικές εξουσίες. Σε αυτές προστίθενται το δικαίωμα απεριόριστων επανεκλογών, η δυνατότητα θεσμοθέτησης ειδικών στρατιωτικών περιοχών, ο καθορισμός των αντιπροέδρων της προεδρίας, οι προαγωγές όλων των στρατιωτικών και η συνδιαχείριση των αποθεμάτων της κεντρικής τράπεζας. Ειδικά για τη χάραξη των ομοσπονδιακών δομών, η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι προσέβλεπε σε έναν ανασχεδιασμό που θα διασφαλίζει την ισομερή ανάπτυξη των περιφερειών. Η σημερινή μορφή του πολιτειακού χάρτη ανάγεται στην αποικιοκρατία. Επίσης, η άμεση σύνδεση των συμβουλίων με το κεντρικό κράτος ερμηνεύεται ως μία προσπάθεια υπέρβασης των φραγμών που θέτει στην πρόοδο του εγχειρήματος η σημερινή τοπική αυτοδιοίκηση, όπου ακόμη και οι κομματάρχες του ίδιου του Τσάβεζ κατηγορούνται για συστηματική διαφθορά και για πολύμορφη ναρκοθέτηση της μπολιβαριανής διαδικασίας.

Ο τρίτος άξονας, η ανάπτυξη μίας σοσιαλιστικής οικονομίας, εκφραζόταν με τη συνταγματική επιταγή της ίδρυσης μονάδων κοινωνικής παραγωγής και διανομής με συνιδιοκτήτες το κράτος, την κοινοτική εξουσία και προαιρετικά τον ιδιωτικό τομέα. Το κράτος θα στόχευε στη δίκαιη κατανομή του πλούτου μέσω του δημοκρατικού συμμετοχικού σχεδιασμού. Η κεντρική κυβέρνηση θα διηύθυνε τους τομείς της εθνικής οικονομίας, επιζητώντας την τελική τους μετάβαση σε κοινωνικές, συλλογικές ή μεικτές μορφές ιδιοκτησίας. Αναγνωρίζονταν και προστατεύονταν οι εξής μορφές ιδιοκτησίας: δημόσια (του κράτους), κοινωνική (έμμεση κρατική και άμεση κοινοτική), συλλογική (ομάδων για κοινή τους χρήση), μεικτή και ιδιωτική. Οι πρόνοιες αυτές και το πλαίσιο για την κοινοτική εξουσία διαμόρφωναν τους θεσμικούς όρους για την υλοποίηση ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου προγράμματος εκβιομηχάνισης που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Τσάβεζ. Ξεκινά από εργοστάσια επεξεργασίας πετρελαιοειδών και σιτηρών και φθάνει μέχρι αυτοκινητοβιομηχανίες και βιομηχανίες Η.Υ., με τη βοήθεια διακρατικών συνεργασιών με την Κίνα, το Ιράν, τη Λευκορωσία, τη Βραζιλία κ.α. και σκοπό την απεξάρτηση από την οικονομία του πετρελαίου. Τα επόμενα 2 χρόνια προγραμματίζονται 200 «σοσιαλιστικά» εργοστάσια, ενώ έχουν ήδη ιδρυθεί τα πρώτα και έχουν ανακοινωθεί άλλα 66 ως τα μέσα του 2008. Εκπεφρασμένος στόχος είναι η τελική ανάθεση των συγκεκριμένων εργοστασίων στην κοινοτική διαχείριση.

Θα επιτρεπόταν, ακόμη, η απαλλοτρίωση οποιασδήποτε κατηγορίας αγαθών για κοινωνικούς λόγους, σύμφωνα με το νόμο και με δίκαιη αποζημίωση των ιδιοκτητών. Το κράτος θα διατηρούσε την πλήρη εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και άλλων ζωτικών πόρων. Γινόταν αυστηρότερη η απαγόρευση των λατιφουντίων, τα οποία θα μεταβιβάζονταν δια νόμου σε κοινωνικές μορφές ιδιοκτησίας. Καταργούνταν, τέλος, η αυτονομία της (νεοφιλελεύθερης/ μονεταριστικής) Κεντρικής Τράπεζας, και η διαχείριση των (πολύ μεγάλων σήμερα) αποθεμάτων της θα γινόταν από κοινού με την προεδρία.

Η συνταγματική μεταρρύθμιση εισηγούνταν, τέλος, μία σειρά ειδικότερων μέτρων, αρκετά από τα οποία είχαν έντονα προοδευτικό χαρακτήρα, ενώ άλλα ελέγχονται: μείωση της εβδομάδας εργασίας σε 36 ώρες· ταμείο κοινωνικής ασφάλισης για τους αυτοαπασχολούμενους (που περιλαμβάνουν μεγάλο όγκο φτωχών)· κατοχύρωση της ελεύθερης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (διαχρονικό αίτημα των νέων των λαϊκών στρωμάτων) και ίση συμμετοχή των φοιτητών στη δημοκρατική διοίκηση των πανεπιστημίων· δικαίωμα ψήφου από τα 16· κοινωνική ενσωμάτωση και αναγνώριση των Βενεζολάνων αφρικανικής καταγωγής, με περαιτέρω ενίσχυση των ιθαγενών· απαγόρευση των διακρίσεων για λόγους υγείας και σεξουαλικού προσανατολισμού· ισότητα των φύλων στα ποσοστά των υποψηφίων για δημόσια αξιώματα· προστασία της πρώτης κατοικίας από δήμευση για χρέη· απαγόρευση της χρηματοδότησης πολιτικών οργανώσεων ή οργανώσεων που συμμετέχουν σε εκλογές από ξένες πηγές· μετατροπή των έφεδρων ένοπλων δυνάμεων σε Εθνική Μπολιβαριανή Πολιτοφυλακή· αύξηση του ορίου των υπογραφών για την ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών από τους πολίτες και για τη διενέργεια δημοψηφισμάτων ανάκλησης των αιρετών· μη κατοχύρωση του δικαιώματος της ελεύθερης πληροφόρησης σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, οι οποίες θα μπορούσαν να παρατείνονται για όσο ισχύουν οι ειδικές συνθήκες, με την έγκριση της εθνοσυνέλευσης.

Η αναθεώρηση δε στόχευε στη θεσμοθέτηση του «ιδεώδους συντάγματος της χειραφετημένης κοινωνίας» αλλά στη θεσμική θωράκιση ενός επαναστατικού πειράματος εν τη γενέσει, ισχυροποιώντας σημαντικά όχι μόνο τη λαϊκή εξουσία από τα κάτω, αλλά και την κεντρική εκτελεστική εξουσία υπό τον Τσάβεζ. Η στρατηγική αυτή είναι εύλογη. Μέχρι σήμερα και για το άμεσο μέλλον, τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και η κυβέρνηση Τσάβεζ είναι οι στυλοβάτες της πολιτικής αλλαγής που εγκαινιάστηκε το 1998. Η προεδρία του Τσάβεζ ήταν εκείνη που άναψε το φιτίλι και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη σημερινή «έκρηξη της κοινοτικής εξουσίας» και τα δειλά βήματα προς μία δημοκρατική οικονομία. Για να εντείνει τις ανατροπές, το υπό διαμόρφωση μαζικό κίνημα θα ωφελούνταν από την αρωγή μίας δυνατής και αφοσιωμένης κυβέρνησης. Η σθεναρή συμμαχία των πάνω και των κάτω άκρων ενδείκνυται αν ληφθεί υπόψη ότι τα ενδιάμεσα επίπεδα καταλαμβάνονται από την αντιπολιτευόμενη μεσαία τάξη, τη γραφειοκρατία του κεντρικού κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και τον πελατειακό, κομματικό μηχανισμό του κυβερνητικού συνασπισμού, που έχουν αποτελέσει τροχοπέδη για τις μεταρρυθμίσεις. Και η στερεότερη εμπέδωση της μπολιβαριανής ηγεμονίας είναι απαραίτητη γιατί όσο θα βαθαίνει το αντικαπιταλιστικό και αντιολιγαρχικό ρήγμα τόσο θα οξύνεται και η κοινωνική σύγκρουση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο πρόεδρος της Fedecamaras (του συνδέσμου βιομηχάνων) ζήτησε ανοικτά τη χρήση «κάθε μέσου» για την παρεμπόδιση της συνταγματικής μεταρρύθμισης και μερίδες της αντιπολίτευσης είχαν προαναγγείλει μία «πορεία χωρίς επιστροφή» την επομένη του δημοψηφίσματος, ενώ η αμερικανική χρηματοδότηση του «όχι» έφθασε τα 8 εκ. δολάρια τον Οκτώβριο, και ήρθαν στο φως σχέδια πολιτικής αποσταθεροποίησης με την υπογραφή της CIA. Όλα αυτά φωτίζουν και την παγκόσμια εμβέλεια του αγώνα στη Βενεζουέλα. Διακυβεύεται η εξάπλωση ενός άκρως επικίνδυνου παραδείγματος αντίστασης και χειραφέτησης.

Τι σημαίνει, λοιπόν, για το επαναστατικό εγχείρημα η οριακή απόρριψη της αναθεώρησης στις 2 Δεκεμβρίου 2007, με 4,5 εκατομμύρια ψήφους κατά (50,7%) και 4,38 εκατομμύρια υπέρ (49, 3%); Η έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην κρίσιμη μάζα των 3 εκατομμυρίων πολιτών που υπερψήφισαν τον Τσάβεζ και το πρόγραμμά του ένα μόλις χρόνο πριν, αλλά επέλεξαν τώρα να απόσχουν. Το «όχι» δεν απηχεί μία ουσιαστική διεύρυνση της αντιπολίτευσης, η οποία αύξησε τις ψήφους της κατά 200 000 από πέρυσι. Πρόκειται κυρίως για μία αλλαγή στάσης μέσα στη λαϊκή βάση του τσαβισμού (η αποχή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στα barrios των φτωχών), ένα μεγάλο τμήμα του οποίου δεν ασπάστηκε το νέο σχέδιο χωρίς όμως να αλλάξει όχθη. Είναι νωρίς ακόμη για τη διατύπωση ασφαλών ερμηνειών και η όποια ανάλυση έχει να αναμετρηθεί με μία πλατιά πολυσημία. Οι απέχοντες/ουσες αντιτίθενται στη σοσιαλιστική οικοδόμηση γενικά ή στο συγκεκριμένο δρόμο; Ή εξέφρασαν κυρίως τη δυσαρέσκειά τους για τη σημερινή κατάσταση της μπολιβαριανής διακυβέρνησης, με τη σοβούσα διαφθορά, τη γραφειοκρατία, την τελμάτωση των missiones στην παιδεία, την υγεία και τη στέγαση, την άνοδο της εγκληματικότητας, και τέλος τις μεγάλες ελλείψεις σε βασικά είδη τους τελευταίους μήνες (λόγω της υπονόμευσης από τους καπιταλιστές, σε συνεργασία ίσως με ξένες κυβερνήσεις και σε συνδυασμό πιθανόν με την κυβερνητική διαφθορά και ανεπάρκεια); Ή μήπως διαπλέκονται ποικίλοι παράγοντες που επηρέασαν ανισοβαρώς διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων;

Ο Τσάβεζ απεφάνθη εκ των υστέρων ότι οι πολίτες της Βενεζουέλας δεν είναι ακόμη έτοιμοι για το σοσιαλισμό. Είναι λογικό να υπάρχει μία διάχυτη φοβία στο συλλογικό φαντασιακό. Ο «σοσιαλισμός» παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη Σοβιετική Ένωση και, πιο κοντά, στην Κούβα. Σε άδεια καταστήματα τροφίμων, σαν κι αυτά που αντικρίζουν το τελευταίο διάστημα τα λαϊκά στρώματα της Βενεζουέλας και που πρόβαλε έξυπνα η διαφημιστική εκστρατεία υπέρ του «όχι». Ο «σοσιαλισμός» έχει συνυφανθεί επίσης με την αντιδημοκρατική συγκέντρωση των εξουσιών, την οποία επεδίωκε εν μέρει η αναθεώρηση, και την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, την οποία περιχαράκωναν οι προτεινόμενες αλλαγές. Η αντιπολίτευση έπαιξε κι εδώ ένα γκαιμπελικό παιχνίδι τρομοκράτησης, διαδίδοντας συστηματικά και ασύστολα ψεύδη με καταχωρίσεις στις μεγαλύτερες εφημερίδες, στην τηλεόραση και άλλα μέσα: με τη μεταρρύθμιση οι μητέρες θα χάσουν τα παιδιά τους και τα σπίτια τους που θα ανήκουν πλέον στο κράτος, και άλλα παρόμοια. Αν σε αυτά προσθέσουμε τη μερική ασάφεια και την τεχνική πολυπλοκότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων, τη βραχύτητα της σχετικής συζήτησης, και μία καμπάνια της συμπολίτευσης που δεν αρκούσε για να αντιπαλέψει τους προϋπάρχοντες φόβους και το λυσσαλέο πόλεμο λάσπης, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί γιατί μεγάλο πλήθος των chavistas δίστασαν να πουν το ναι. Το γεγονός ότι οι 69 διατάξεις της αναθεώρησης δεν υποβλήθηκαν προς ψήφιση μία προς μία, αλλά σε δύο μεγάλες ομάδες, δε συνέβαλε κι αυτό στην έκφραση μίας πιο εκλεκτικής στάσης που θα παρήγαγε ένα διαφοροποιημένο αποτέλεσμα.

Θα πρέπει να συνυπολογιστεί ακόμη ο ρόλος της «εσωτερικής» αντιπολίτευσης. Σημαντική μερίδα της κρατικής γραφειοκρατίας, του πελατειακού συστήματος και των τοπικών κομματαρχών του τσαβισμού (δήμαρχοι, κυβερνήτες πολιτειών, μεγαλοπαράγοντες του κυβερνώντος συνασπισμού) αντιτάσσονταν στην αναθεώρηση, διαβλέποντας τους κινδύνους που ενείχε για τη δική τους θέση. Αν δεν υπέσκαψαν ενεργώς την εκστρατεία, δεν την οργάνωσαν αποτελεσματικά, ιδίως στις περιφέρειες. Μετριοπαθείς, κεντρώες πτέρυγες της συμπολίτευσης διαφωνούν με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και στοιχεία αυτών προσχώρησαν στην αντιπολίτευση (το σοσιαλδημοκρατικό PODEMOS και ο πρώην υπουργός άμυνας του Τσάβες, Raul Baduel είναι απλώς οι πιο γνωστές περιπτώσεις). Από τα αριστερά, ριζοσπαστικότερα κομμάτια του τσαβισμού, κυρίως στο συνδικαλιστικό κίνημα, επέκριναν με δριμύτητα τόσο τη διαδικασία που επιλέχθηκε για την επιτάχυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού (τα περιεχόμενα του σοσιαλισμού θα έπρεπε να καθοριστούν από τη βάση) όσο και τις κρατιστικές και συγκεντρωτικές τάσεις της κυβέρνησης.

Η Βενεζουέλα δημιουργεί σήμερα μία επαναστατική παρακαταθήκη με την περιφερειακή δυναμική που έχει τροφοδοτήσει στη Λατινική Αμερική αλλά και με την ελπίδα που αναζωογονεί σε όλο τον πλανήτη: η γενική κοινωνική αλλαγή είναι εφικτή εδώ και τώρα. Και ο δρόμος δεν είναι μονόδρομος. Προσπερνά παλιούς και νέους δογματισμούς. Δεν προϋποθέτει κατ’ανάγκην τις κάθετες δομές της νεωτερικής κυριαρχίας, αλλά ούτε και οφείλει a priori να αυτοπεριορίζεται σε διάχυτες, καθημερινές αλλαγές από τα κάτω, αποκηρύσσοντας την κατάληψη του κράτους. Εκτός από τις κοινωνικές πολιτικές που έκανε πράξη, η ηγεσία του Τσάβεζ λειτούργησε ως καταλύτης για τη συγκρότηση ενός μαζικού πολιτικού κινήματος και πυροδότησε διεργασίες ανατροπής, προάγοντας την αμεσοδημοκρατική διαχείριση των κοινοτήτων και τον κοινωνικό-δημοκρατικό έλεγχο της οικονομίας. Οι προϋπάρχουσες αυτές εξελίξεις δεν ακυρώνονται από το δημοψήφισμα, κι έτσι η εξάπλωση τους με την ενεργοποίηση των ίδιων των πολιτών και την υποστήριξη της κυβέρνησης θα μπορούσε να επιφέρει τελικώς το επιδιωκόμενο «άλμα στο σοσιαλισμό». Οι συνταγματικές αλλαγές μπορούν και πρέπει πλέον να διαμορφωθούν με πρωτοβουλία των πολιτών, που έχουν δικαίωμα να ανακινήσουν τη διαδικασία της αναθεώρησης. Αυτή την πορεία υπέδειξε και ο ίδιος ο Τσάβεζ μετά το δημοψήφισμα, αναγνωρίζοντας ότι έχουν κλονιστεί τα νομιμοποιητικά ερείσματα της άνωθεν καθοδήγησης.

Αν το «όχι» αξιοποιηθεί για μία αναστοχαστική στροφή του τσαβισμού προς τα μέσα, ώστε να ελεγχθούν εσωτερικές αδυναμίες (διαφθορά, γραφειοκρατία, ενδογενής δεξιά, αρχηγισμός), και για μία εντατικότερη πολιτική στροφή προς τα κάτω, με στόχο τη δραστηριοποίηση και τον αυτοκαθορισμό των πολιτών, η πρώτη μάχη που χάθηκε θα μεταφραστεί ίσως σε μακροπρόθεσμη νίκη. Η «επανάσταση μέσα στην επανάσταση», την οποία απαιτούν τώρα οι αγωνιστικές δυνάμεις του μπολιβαριανού κινήματος, μπορεί έτσι να εμβαθύνει το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου, με τον Τσάβεζ να παίζει συνειδητότερα το ρόλο του φορέα που διευκολύνει μία ιστορική μετάβαση αλλά καθιστά σταδιακά μη αναγκαία την παρουσία του. Το υπό ίδρυση μαζικό κόμμα της αριστεράς θα ήταν δυνατό να συμβάλει καίρια σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά ο θεμελιώδης πυλώνας είναι τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία επιτάσσεται άμεσα πλέον να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους αν θέλουν να δώσουν συνέχεια στην κοινωνική αλλαγή.

Πηγές: www.venezuelanalysis.com

www.zmag.org

www.aporrea.org

«Reforma de la constituciόn de la Republica Bolivariana de Venezuela», Eθνοσυνέλευση της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, 2/11/2007

Gregory Wilpert (2007) Changing Venezuela by taking power, Λονδίνο, Νέα Υόρκη: Verso

Αλέξανδρος Κιουπκιολής

Οι νέες εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική

Του Κλαούντιο Κατς (*)

Η Λατινική Αμερική έχει μετατραπεί σε σημαντικό πεδίο αντίστασης στον ιμπεριαλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Ποιο είναι όμως το εύρος αυτού του αγωνιστικού κύματος; Ποια προγράμματα, υποκείμενα και σχέδια εμφανίζονται στην περιοχή;

Από την αρχή της δεκαετίας ξεσπούν οι αναταραχές στη Βολιβία, Εκουαδόρ, Βενεζουέλα και Αργεντινή. Στις τέσσερεις αυτές χώρες η κοινωνική διαμαρτυρία εξελίσσεται σε μαζικές και γενικευμένες εξεγέρσεις. Η ίδια τάση δυναμικής εισβολής στο προσκήνιο παρατηρείται στους κατοίκους της Οαχάκα (Μεξικό), στους φοιτητές στη Χιλή, στους εργαζόμενους στην Κολομβία και στους αγρότες στο Περού. Η ένταση των διαμαρτυριών στην περιοχή είναι αρκετά άνιση και συνυπάρχει με καταστάσεις υποχώρησης σε χώρες κλειδιά όπως η Βραζιλία. Ωστόσο, η λαϊκή αγωνιστική ανάκαμψη οδηγεί στο να ξεπεραστούν, το ένα μετά το άλλο, τα διάφορα μοντέλα νεοφιλελεύθερης σταθεροποίησης. Η Χιλή αποτελεί το πιο πρόσφατο και εμβληματικό παράδειγμα αυτής της στροφής.

Η πιο βαθιά εξέγερση έγινε στη Βολιβία. Με τον «πόλεμο του νερού» (2000) οι πολίτες έβαλαν φρένο στην ιδιωτικοποίησή του, με τον «πόλεμο του γκαζιού» (2003) υπερασπίστηκαν το φυσικό αέριο ενάντια στα σχέδια λεηλασίας και εξαγωγής του και με μια τελική κλιμάκωση (2005) σε μια εξέγερση που έδιωξε δύο κατά σειρά προέδρους, έσπασαν τον κύκλο της δεξιάς διακυβέρνησης και εγκαινίασαν την τρέχουσα προεδρική περίοδο του Έβο Μοράλες.
Στο Εκουαδόρ τα νεοφιλελεύθερα προγράμματα βρήκαν, επίσης, ισχυρή αντίσταση. Αρχικά το ιθαγενικό κίνημα προκάλεσε την πτώση δύο προέδρων (1997, 2000). Στη συνέχεια οι ελίτ πέτυχαν μια προσωρινή σταθεροποίηση με έναν πρόεδρο (Γκουτιέρες, 2003) που κάλυπτε με πατριωτική ρητορική τη συνέχιση της εργοδοτικής επίθεσης. Μια νέα εξέγερση (2005), με μεγάλη παρουσία της μεσαίας τάξης, οδήγησε στην ανατροπή του και σε διαδοχικές εκλογικές ήττες της δεξιάς (2006, 2007) που έφεραν τη σημερινή κυβέρνηση του Ραφαέλ Κορρέα.
Στη Βενεζουέλα η πρώτη λαϊκή εξέγερση, γνωστή ως Καρακάσο (1989), ήρθε ως απάντηση στην αύξηση της τιμής της βενζίνης. Εν μέσω βαθιών οικονομικών κρίσεων και λαϊκών διαμαρτυριών που είχαν εκατοντάδες νεκρούς, το στρατιωτικό κίνημα του 1992 εγκαινιάζει τη διαδικασία που θα οδηγήσει στην εκλογική νίκη τουΤσάβες και τη μπολιβαριανή επανάσταση.
Στην Αργεντινή η εξέγερση του 2001 ανέτρεψε τον νεοφιλελεύθερο πρόεδρο που προσπάθησε να συνεχίσει την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και απορρυθμίσεων που εγκαινίασε ο Μένεμ τη δεκαετία του ΄90. Ήταν η κορύφωση της πολύχρονης αντίστασης των ανέργων που επηρέασαν με τον τρόπο δράσης τους (piquete, κόψιμο των δρόμων) τα άλλα κοινωνικά κινήματα και συνέκλιναν σε μια μεγάλη εξέγερση με τη μεσαία τάξη, η οποία είδε τα χρήματά της να απολλοτριώνονται από τις τράπεζες . Οι διαμαρτυρίες γνώρισαν μια νέα κλιμάκωση μπροστά σε νέες κατασταλτικές προκλήσεις (2002), που τροφοδότησαν εκ νέου τους λαϊκούς αγώνες. Στη συνέχεια η αντίσταση αποκλιμακώθηκε, ωστόσο έχει επιβάλει ένα σοβαρό όριο στην καπιταλιστική επιθετικότητα. Οι κυρίαρχες τάξεις κατάφεραν να αποκαταστήσουν το κύρος και τις εξουσίες του κράτους και να συγκρατήσουν την οργή των καταπιεσμένων μέσω της κυβέρνησης Κίρχνερ. Όμως σε ένα πλαίσιο οικονομικής ανάκαμψης υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν σε σημαντικές κοινωνικές και δημοκρατικές παραχωρήσεις

Τρεις κοινοί άξονες

Όλες οι εξεγέρσεις ανέδειξαν αιτήματα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον αυταρχισμό και απαίτησαν ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων, εθνικοποίηση των φυσικών πόρων και εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής.

Η αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού υιοθέτησε ένα αντιιμπεριαλιστικό προφίλ, καθώς οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιριών και τα εμπορικά ανοίγματα ευνόησαν πολλές βορειοαμερικάνικες και ευρωπαϊκές πολυεθνικές. Η ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας μέσω της επανακρατικοποίησης των εθνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών αποτέλεσε αίτημα όλων των εξεγέρσεων. Σε ολόκληρη την περιοχή εξακολουθούν να πληθαίνουν τα αιτήματα για κρατικοποιήσεις. Είτε αφορούν την καταλήστευση των μεταλλευτικών εταιρειών (Περού, Χιλή) ή την καταστροφή του περιβάλλοντος (Βραζιλία) συνδέονται με την απόρριψη των βορειοαμερικάνικων στρατιωτικών βάσεων (Εκουαδόρ, Πουέρτο Ρίκο) και των επεμβατικών σχεδίων των ΗΠΑ (Κεντρική Αμερική, Κολομβία). Οι αντιιμπεριαλιστικές σημαίες, μπροστά στη δραματική διαδικασία πολιτικής επανααποικιοποίησης που υπέφερε η περιοχή τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν ανακτήσει κεντρική θέση.

Σε όλες τις εξεγέρσεις αναδείχθηκε η απαίτηση για μια πραγματική δημοκρατία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της περιοχής, ένα κύμα εξεγέρσεων αντιπαρατέθηκε όχι σε δικτάτορες αλλά σε συνταγματικούς προέδρους. Υπάρχει μια γενικευμένη αντίληψη ότι η ύπαρξη συνταγματικών συστημάτων δεν αρκεί για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, ενώ γίνεται φανερό ότι αυτές οι πολιτικές δομές χρησιμοποιούνται από τις κυρίαρχες τάξεις για να εφαρμόσουν επιθέσεις ενάντια στους εργαζόμενους.

Μεταμορφώσεις στην ύπαιθρο

Ο νεοφιλελευθερισμός επιδείνωσε σημαντικά τη ζωή των φτωχών της υπαίθρου. Η επέλαση των μεγάλων αγροτικών εταιριών, που παράγουν για την παγκόσμια αγορά εις βάρος της μικρομεσαίας παραγωγής που προορίζεται για την επιβίωση, πολλαπλασίασε τις βίαιες συγκρούσεις για τη γη, όξυνε την κοινωνική πόλωση και τη μιζέρια, οδήγησε σε μεγάλη ανεργία και μετανάστευση στα αστικά κέντρα.

Η συνεχής και έντονη επίθεση οδήγησε σε νέες αντιστάσεις γύρω από το ζήτημα της γης, που εκφράστηκαν μέσα από κινήματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους (CONAIE στο Εκουαδόρ, ζαπατίστας στο Μεξικό, κοκαλέρος στη Βολιβία, MST στη Βραζιλία), των οποίων τα προγράμματα υπερβαίνουν κατά πολύ τα παραδοσιακά αγροτικά αιτήματα. Δεν περιορίζονται πια, όπως συνέβη στο παρελθόν, στο αίτημα για αγροτική μεταρρύθμιση, καθώς έχουν διδαχτεί από τις εμπειρίες του παρελθόντος που απλώς οδήγησαν σε επιφανειακές αλλαγές. Τα νέα κοινωνικά κινήματα προτείνουν λύσεις πιο συνολικές, ενώ αρκετές προτάσεις συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος και απαιτούν την αντικατάσταση του εξαγωγικού μοντέλου των μεγάλων αγροτικών βιομηχανιών, για να δοθεί προτεραιότητα στην παραγωγή τροφίμων για την εσωτερική αγορά.

Στις σύγχρονες συνθήκες, ωστόσο, το αγροτικό κίνημα έχει χάσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε στις επαναστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα. Η προλεταριοποίηση μετατόπισε προς τα αστικά κέντρα τον άξονα του κοινωνικού ανταγωνισμού.

Τα ιθαγενικά αιτήματα

Η βαρύτητα του ιθαγενικού ζητήματος αποτελεί μια σημαντική καινοτομία. Οι εξεγέρσεις έφεραν στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που αφορά 50 εκατομμύρια καταπιεσμένους. Τα δικαιώματά τους επανειλημμένα αγνοήθηκαν από ένα δόγμα που περιόριζε τα εθνικά δικαιώματα μόνο στις μετα αποικιακές δημοκρατίες-κράτη, που δημιουργήθηκαν υπό τον έλεγχο νέων ελίτ κρεολών, οι οποίοι μοίρασαν τη γη αγνοώντας τους αυτόχθονους λαούς . Εξ αιτίας αυτού του κατακερματισμού της γης, πολλοί ιθαγενείς λαοί (και το σύνολο του μαύρου πληθυσμού που είχαν μεταφερθεί στην ήπειρο ως σκλάβοι) έχασαν τη γλώσσα, τη γη και τον πολιτισμό τους. Ωστόσο, αρκετοί ήταν οι λαοί που κατόρθωσαν να διατήρησουν μια ταυτότητα, την αναγνώριση της οποίας απαιτούν σήμερα.

Τα ιθαγενικά αιτήματα, σε κάθε μια από τις πέντε χώρες που συγκεντρώνουν το 90% του ιθαγενούς πληθυσμού (Περού, Μεξικό, Γουατεμάλα, Βολιβία, Εκουαδόρ), παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, στο Εκουαδόρ όλες οι κοινότητες έχουν συγκλίνει στη δημιουργία μιας κοινής οργάνωσης και διεκδικούν τη δημιουργία ενός πολυεθνικού και πολυπολιτισμικού κράτους. Στη Βολιβία, τα αιτήματα των ιθαγενών καναλιζάρονται μέσα από συνδικαλιστικές και πολιτικές ομαδοποιήσεις (Μοράλες), ενώ μια διαφορετική οπτική του ιθαγενικού ζητήματος προωθεί την επανίδρυση πολιτικών θεσμών που ανάγονται στο ινκαϊκό κράτος (Κίσπε).

Τα ιθαγενικά αιτήματα συνυπάρχουν με τους αντιιμπεριαλιστικούς και αντικαπιταλιστικούς αγώνες, καθώς οι καταπιεσμένοι συχνά διατηρούν διαφορετικές ταυτότητες (ιθαγενής-επισφαλής εργαζόμενος στη Βολιβία, ιθαγενής-αγρότης στο Εκουαδόρ).

Πολλαπλότητα των υποκειμένων

Οι πρόσφατες εξεγέρσεις επιβεβαίωσαν την ύπαρξη μιας μεγάλης ποικιλίας λαϊκών πρωταγωνιστών.
Στις εξεγέρσεις της Βολιβίας μπήκαν επικεφαλής επισφαλείς εργαζόμενοι, αγρότες και ιθαγενείς οι οποίοι πήραν τη σκυτάλη του συνδικαλιστικού αγώνα των ανθρακωρύχων. Οι τελευταίοι, καθώς επίσης και η COB (Kεντρική Eργατική Συνομοσπονδία), δεν παίζουν πια πρωταγωνιστικό ρόλο, ωστόσο οι αγωνιστικές τους παραδόσεις ήταν έντονα διακριτές στους νέους αγώνες.
Στο Εκουαδόρ, στις δύο πρώτες εξεγέρσεις, πρωταγωνίστησαν οι ιθαγενείς, ενώ στην τρίτη κυρίως κοινωνικά στρώματα των πόλεων. Στη Βενεζουέλα, οι εργαζόμενοι στην ανεπίσημη αγορά εργασίας και οι άνθρωποι των λαϊκών συνοικιών ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στις επιθέσεις της δεξιάς. Ωστόσο, την κρίσιμη στιγμή, υπήρξε αποφασιστική η στάση των εργαζομένων στα πετρέλαια που, μαζί με σημαντικά τμήματα του στρατού, ανέτρεψαν την πορεία του πραξικοπήματος (2002) κατά του προέδρου Τσάβες.
Στο «αργεντινάσο» του 2001, συνυπήρχαν οι άνεργοι που έκοβαν τους δρόμους με τη μεσαία τάξη της οποίας τα χρήματα είχαν κατακρατήσει οι τράπεζες. Αργότερα ενισχύθηκε ο ρόλος των εργαζομένων, όμως, όχι κάτω από την παραδοσιακή ηγεμονία των βιομηχανικών εργατών. Ωστόσο η ισχυρή παράδοση συνδικαλιστικής οργάνωσης εκφράστηκε σε μαζικές απεργίες διάφορων αγωνιστικών κομματιών.

Οι συνέπειες των νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών που έχουν αναδιαρθρώσει την αγορά εργασίας εκδηλώνονται σε ολόκληρη την περιοχή. Σήμερα η εργατική δύναμη είναι πιο ετερογενής και κινείται ανάμεσα στην εξειδικευμένη εργασία και στην επισφάλεια. Αυτή η καπιταλιστική αναδιοργάνωση έχει διαφοροποιήσει και τα υποκείμενα των λαϊκών αγώνων.
Οι εξεγέρσεις έδειξαν ότι οι εργαζόμενοι δεν παραιτούνται, ούτε έχουν μετατραπεί σε μια ανυπεράσπιστη μάζα αποκλεισμένων. Σε όλες τις εξεγέρσεις έδρασαν όχι μόνο εκείνοι που εκδιώχθηκαν από την αγορά εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι σε νευραλγικούς τομείς της οικονομίας. Αυτή η συνεργασία επέτρεψε την επιτυχία των εξεγέρσεων εκεί όπου η οικονομία παρέλυσε από τις μαζικές διαμαρτυρίες. Καθώς η καταστροφή θέσεων εργασίας συνοδεύτηκε από τη δημιουργία νέων μορφών απασχόλησης, το πολιτικό βάρος των εργαζομένων στη Λατινική Αμερική δεν μειώθηκε. Δεν εξαφανίστηκε η εργασία, ούτε η εργατική τάξη. Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική για να σημειώσουμε την ταξική βάση που ενυπάρχει στο κύμα των πρόσφατων εξεγέρσεων. Όταν παραλείπεται αυτή η κοινωνική παράμετρος, οι εξεγέρσεις τείνουν να θεωρούνται ως τυχαίες διαρθρώσεις επιμέρους κινημάτων, που είναι πιθανόν να υιοθετήσουν την οποιαδήποτε κατεύθυνση και να προσεγγίζουν (ή να απομακρύνονται) κατά τύχη. Παραγνωρίζοντας αυτήν την αντικειμενική δυναμική που προωθεί την κοινωνική πάλη, γίνονται δυσδιάκριτες οι αιτίες που ωθούν τους καταπιεσμένους να συγκλίνουν σε κινηματικές διαδικασίες.
Αναγνωρίζοντας το ταξικό στοιχείο των εξεγέρσεων, δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε τους μετασχηματισμούς που επηρρεάζουν τους εργαζόμενους και οι οποίοι είναι εξαιρετικά σημαντικοί τόσο σε αντικειμενικό επίπεδο (διεύρυνση του γενικού βάρους των εργαζομένων και μικρότερη βαρύτητα του βιομηχανικού τομέα), όσο και σε υποκειμενικό (παρακμή των παλιών συνδικάτων και μερική υποκατάσταση τους από νέες οργανώσεις). Αυτές οι αλλαγές περιέχουν επίσης μια συμβολική απώλεια της ορατότητας, της ταυτότητας και της αυτοπεποίθησης των εργατών στους παραδοσιακούς εργοστασιακούς τομείς. Ωστόσο, οι εξεγέρσεις έχουν δείξει πως η παθητικότητα και η απογοήτευση που, κυρίως ο νεοφιλελευθερισμός γέννησε, μπορούν να ανατραπούν εάν οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι βρουν τρόπους για να δράσουν από κοινού.
Οι αποκλεισμένοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο χωρίς τη βοήθεια των ενταγμένων και με τη σειρά τους, οι εργαζόμενοι με σταθερή εργασία μπορούν να επιβάλλουν τις διεκδικήσεις τους μόνο εαν έχουν μια πλατιά λαϊκή στήριξη.
Τα διαφορετικά καταπιεσμένα υποκείμενα που πρωταγωνίστησαν στις πρόσφατες εξεγέρσεις, διαφέρουν από την εργατική πρωτοπορία που χαρακτήρισε τη βολιβιανή επανάσταση (1952), ή τους εργατικούς αγώνες στην Αργεντινή (1960-70) και τη Βραζιλία (δεκαετία ΄80). Αυτή ή αλλαγή δεν αποτελεί συνέπεια μόνο της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης της εργασίας. Ωφείλεται επίσης και στο σημαντικό βαθμό ενσωμάτωσης στο σύστημα της εργατικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, γεγονός που φρενάρει την αντίσταση, αποδιοργανώνει την αγωνιστική διάθεση και απομονώνει στους συνδικαλισμένους εργαζόμενους. Τα εναλλακτικά εργατικά σχήματα, ωστόσο, δεν έχουν ακόμα ωριμάσει αρκετά ώστε να είναι ορατή η προοπτική να ηγηθούν των νέων λαϊκών αγώνων, γεγονός το οποίο εξηγεί και την πολλαπλότητα των καταπιεσμένων υποκειμένων που κυριάρχησαν στις πρόσφατες εξεγέρσεις.


Επιτυχίες και ιδιαιτερότητες

Οι εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική ξέσπασαν ταυτόχρονα με τις μεγάλες αντιιμπεριαλιστικές αντιστάσεις στον αραβικό κόσμο και διαδέχτηκαν το κύμα των εξεγέρσεων που ταρακούνησαν την Ανατολική Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Η επιθυμία για πολιτική δημοκρατία απέναντι στις γραφειοκρατικές δικτατορίες, αποτέλεσε το ενοποιητικό στοιχείο των κινητοποιήσεων στην Ανατολική Ευρώπη, η αντίδραση στην επιθετικότητα των ΗΠΑ αποτέλεσε προωθητική δύναμη του αγώνα στη Μέση Ανατολή και οι κοινωνικές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού καθόρισαν τη λαϊκή αντίδραση στη Λατινική Αμερική.
Την τελευταία δεκαετία η δράση των καταπιεσμένων στη Λατινική Αμερική έχασε τον συγχρονισμό της με τη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Οι κυρίαρχες τάξεις των χωρών του Κέντρου, κατάφεραν να προσφύγουν σε μηχανισμούς ελέγχου και εκτόνωσης των κοινωνικών εντάσεων που δεν είναι διαθέσιμοι στον Τρίτο Κόσμο. Στη φάση αυτή, αναδύεται εκ νέου ο περιφερειακός εντοπισμός των πιο εκρηκτικών αντιθέσεων του καπιταλισμού.

Το σημαντικότερο στοιχείο των εξεγέρσεων στη Λατινική Αμερική είναι τα αποτελέσματά τους. Κατόρθωσαν να σπάσουν τη σωρευτική αλληλουχία από λαϊκές ήττες, στην οποία στηρίζεται ο νεοφιλελευθερισμός. Είναι σίγουρο ότι καμία εξέγερση δεν πέτυχε το σύνολο των στόχων της αλλά το κατεστημένο, στην πλειοψηφία του, έχασε το παιχνίδι και εγκαινιάστηκε ένα πολιτικό σκηνικό που φάνταζε απίστευτο σε ένα πλαίσιο όπου δεξιά βρίσκονταν στο απόγειό της.
Αυτή η επιτυχία είναι εξαιρετικά σημαντική, σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από εργοδοτικές επιθέσεις και λαϊκές απογοητεύσεις. Το κύμα των εξεγέρσεων στην Ανατολική Ευρώπη, κατέληξε σε καπιταλιστικές παλινορθώσεις που συνέτριψαν τις εργατικές κατακτήσεις και όξυναν την κοινωνική πόλωση. Και παρόλο που ο ιμπεριαλισμός έχει υποστεί σοβαρές ήττες στην Παλαιστίνη και στο Ιράκ, οι αιματηρές εθνοτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή έχουν μπλοκάρει, μέχρι στιγμής, την κυοφορία μιας απελευθερωτικής εναλλακτικής στην περιοχή. Αντιθέτως, στη Λατινική Αμερική οι αντινεοφιλελεύθερες διαμαρτυρίες υιοθέτησαν μια αντιιμπεριαλιστική αντίληψη, εντελώς δημοκρατική και χωρίς τη θρησκευτική διάσταση που παρακωλύει την ανάπτυξη ενός λαϊκού σχεδίου στον αραβικό κόσμο.
Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε το πως θα επηρρεάσουν οι εξελίξεις στη Λατινική Αμερική τον διεθνή ισολογισμό των δυνάμεων που επέβαλαν τον νεοφιλελευθερισμό. Χωρίς αμφιβολία, συνέβαλαν στην ανατροπή του σπιράλ απο λαϊκές ήττες που εγκαινίασε ο Θατσερισμός στις αρχές του ΄80. Καθώς τα κοινωνικά κινήματα της περιοχής διατηρούν στενούς δεσμούς με τα διάφορα φόρουμ ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, υπάρχει μια συνεχής παρακολούθηση και μετάδοση των τοπικών εμπειριών σε παγκόσμια κλίμακα.
Στη Λατινική Αμερική στάθηκε εφικτή η ανασύνθεση, με σχετική ταχύτητα, ενός κοινωνικού ιστού αλληλεγγύης, απαραίτητου για να μπει φρένο στην επίθεση του κεφαλαίου και αυτή η ανασύνθεση εξηγεί την προνομιακή θέση που κατέχει η περιοχή στο παγκόσμιο σκηνικό των κοινωνικών αγώνων. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν κατόρθωσε να θάψει τις πολιτικές και τις αγωνιστικές συνδικαλιστικές παραδόσεις της περιοχής, ούτε καν στο ζενίθ της επιθετικότητας του. Αντιπαρατέθηκε με τρεις τοπικές ιδιαιτερότητες: με μια ζωντανή κληρονομιά του εθνικού αντιιμπεριαλισμού, με σημαντικές κατακτήσεις στο επίπεδο των δημοκρατικών ελευθεριών και με την επιβίωση της σοσιαλιστικής εμπειρίας στην Κούβας. Κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν υπάρχει σε άλλες περιφερικές ζώνες.
Σημαντικό παράγοντα, επίσης, αποτελούν συγκεκριμένα ιστορικά πλεονεκτήματα που διαφοροποιούν την περιοχή από τον υπόλοιπο Τρίτο Κόσμο. Η Λατινική Αμερική έχει μεγαλύτερη παράδοση μετα-αποκιακής πολιτικής αυτονομίας από ότι η Αφρική ή η Ασία. Συγκεντρώνει μια πολύ βαθιά κληρονομιά αγώνων για την ανεξαρτησία, που της επέτρεψε να οικοδομήσει δημοκρατίες στη χαραυγή της αστικής επανάστασης και ως εκ τούτου να κατακτήσει την πρώτη θέση στην περιφέρεια, όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα, την εθνική ολοκλήρωση και την εθνοτική συμβίωση. Τα παραπάνω γνωρίσματα τοποθετούν την περιοχή σε μια ιδιαίτερη θέση σε σύγκριση με τις άλλες περιφερειακές ζώνες που άρχιζαν να υφίστανται την αποικιακή καταπίεση, όταν η Λατινική Αμερική απελευθερωνόταν από τον ζυγό της.
Είναι σαφές ωστόσο, πως οι πύλες που άνοιξε η ανεξαρτησία δημιούργησαν κατά τον 19ο αιώνα προοπτικές ανάπτυξης που δεν κατόρθωσαν να ολοκληρωθούν. Ως εκ τούτου, στη Λατινική Αμερική η αστική επανάσταση είχε ένα χαρακτήρα ανολοκλήρωτο σε σύγκριση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αλλά αυτή η άκαπρη εξέλιξη επέτρεψε την κυοφορία μιας κοινωνίας με πιο προωθημένες πολιτικές παραδόσεις από οποιαδήποτε άλλη γωνιά του Τρίτου Κόσμου. Αυτά τα ιστορικά πλεονεκτήματα διαμορφώνουν το σύγχρονο προφίλ των κοινωνικών αγώνων σε ολόκληρη την περιοχή.

Εξεγέρσεις της βάσης και ριζοσπαστικές εξεγέρσεις

Το κύμα των πρόσφατων κοινωνικών διεργασιών στη Λατινική Αμερική έχει χαρακτηριστεί με διάφορες ονομασίες (αναταραχές, ξεσηκωμοί, εξεγέρσεις, κ.α.) που καταδεικνύουν τόσο το μαζικό και επιθετικό χαρακτήρα της λαϊκής αποδοκιμασίας απέναντι στην καθεστηκυία τάξη, όσο και τα όρια των εναλλακτικών προτάσεων.

Οι λατινοαμερικάνικες εξεγέρσεις των τελευταίων χρόνων, τοποθετούνται σε μια κλίμακα ανώτερη από μια κοινωνική εξέγερση της βάσης. Στη Βενεζουέλα, Βολιβία, Εκουαδόρ και Αργεντινή όχι μόνο εκδηλώθηκαν ως αντίδραση σε δεξιές κυβερνήσεις, αλλά πρόβαλαν και θετικά αιτήματα αντιφιλελεύθερου, δημοκρατικού και αντιιμπεριλιστικού χαρακτήρα. Αυτά τα αιτήματα όμως δεν συνοδεύτηκαν από τη δημιουργία οργανισμών λαϊκής εξουσίας. Εδώ εδράζεται η διαφορά με τις επαναστάσεις που εμπεριέχουν παρόμοιους θεσμούς. Στις κοινωνικές επαναστάσεις, η τάση είναι να αναδύονται μορφές εξουσίας των καταπιεσμένων σε αντιπαράθεση με το ισχύον κυρίαρχο σύστημα. Αψηφούν τις δομές του, μέσα από κάποια μορφή εναλλακτικής κυριαρχίας. Η δυαδική εξουσία των σοβιέτ στη ρωσική επανάσταση αποτελεί το κλασικό μοντέλο αυτής της διαμάχης, το οποίο κάποιοι σύγχρονοι θεωρητικοί ταυτίζουν με την παρουσία πολλαπλών πυρήνων κυριαρχίας.
Οι εξεγέρσεις διαφοροποιούνται από τις επαναστάσεις από το ειδικό βάρος αυτών των δομών και το μέγεθος της συγκρουσιακής δυναμικής τους με το κράτος. Δεν είναι οι μορφές πάλης, το επίπεδο της βίας ή το ξέσπασμα αναταραχών το διαφοροποιητικό στοιχείο. Είναι η ύπαρξη οργανωμένων δομών – σε συνελεύσεις, συμβούλια, κινήματα ή στρατούς – αυτής της νέας εξουσίας που αμφισβητεί την εξουσία του κράτους. Γι΄αυτόν το λόγο οι επαναστάσεις εμπεριέχουν σημεία ιστορικής ρήξης πιο σημαντικά από τις άλλες εξεγέρσεις.

Λαμβάνοντας υπ΄όψιν τα παραπάνω κριτήρια μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις πρόσφατες αναταραχές στη Λατινική Αμερική ως ριζοσπαστικές εξεγέρσεις. Ξεπέρασαν τα παραδοσιακά όρια των εξεγέρσεων χωρίς ωστόσο να εισέλθουν στο πεδίο των επαναστάσεων.

Μια σύγκριση με μεγάλες επαναστάσεις.

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα καταγράφηκαν τέσσερις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις στη Λατινική Αμερική: Μεξικό (1910), Βολιβία (1952), Κούβα (1959) και Νικαράγουα (1979). Σε αυτές τις περιπτώσεις ολοκληρώθηκε η κατάρρευση των παλιών πολιτικών συστημάτων και εφαρμόστηκαν οικονομικό-κοινωνικές αλλαγές που στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, ανατράπηκαν, ισχυροποιήθηκαν η ακυρώθηκαν.
Άλλες εξεγέρσεις εμφάνισαν παρόμοια στοιχεία μόνο με σποραδικό τρόπο ή σχημάτισαν ανώριμα επαναστατικά έμβρυα. Μερικές επαναστάσεις δεν νίκησαν (Ελ Σαλβαδόρ τη δεκαετία του ΄80) ή κατεστάλησαν από τη στιγμή της γέννησής τους (Γουατεμάλα 1954, Χιλή 1970). Ωστόσο, από όλες αυτές τις εμπειρίες αναδύθηκαν οι παραδόσεις που τρέφουν τους λαϊκούς αγώνες.

Πολλαπλές χρήσεις

Στη Βενεζουέλα, η λέξη «επανάσταση» χρησιμοποιείται καθημερινά με υπερηφάνεια από τους συμμετέχοντες στο εθνικό σχέδιο. Καταφεύγουν σε αυτόν τον όρο για να χαρακτηρίσουν μια ιστορικής σημασίας στροφή στην πολιτική ζωή. Η «μπολιβαριανή επανάσταση» ταυτίζεται με τους αγώνες ενάντια στη δεξιά, την κατάρρευση του προηγούμενου δικομματικού συστήματος και τις σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις. Σε αυτήν την περίπτωση η αναφορά στην επανάσταση έχει μια συμβολική σημασία που εκφράζει την αίσθηση μια μεγάλης αλλαγής σε εξέλιξη.
Η Βενεζουέλα έχει απομακρυνθεί σημαντικά από το αρχικό στάδιο της εξέγερσης και είναι δόκιμο να αναγνωρίσουμε την παρουσία μιας επαναστατικής διαδικασίας. Όμως τα όρια που διάβηκαν οι τέσσερεις μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις δεν έχουν ακόμα ξεπεραστεί. Η ίδια διάγνωση μπορεί να γίνει και για τις εξελίξεις στην Βολιβία.

Η επικαιρότητα παλιών αιτημάτων

Το πρόσφατο κύμα αγώνων στη Λατινική Αμερική διεξάγεται σε μια διεθνή κατάσταση που διαφέρει σημαντικά από εκείνη των τεσσάρων μεγάλων επαναστάσεων του 20ου αιώνα.
Οι εξεγέρσεις ξεσπούν σε μια περίοδο επίθεσης του κεφαλαίου, που τείνει να εξαφανίσει τις μετα-πολεμικές κοινωνικές κατακτήσεις. Αποτελούν την πρώτη λαϊκή απάντηση με περιφερειακό χαρακτήρα και εναλλακτικές προτάσεις απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επίθεση.
Οι διαφορές με το παρελθόν, ωστόσο, δεν ακυρώνουν τους σημαντικούς παράγοντες επαφής που συνδέουν τις νέες με τις παλιές εξεγέρσεις. Οι νέες έφεραν στην επιφάνεια παλιά προβλήματα, που οι ανολοκλήρωτες ή αποτυχημένες επαναστάσεις του παρελθόντος δεν κατάφεραν να επιλύσουν. Για αυτό η μιζέρια των ανθρώπων, η αποεθνικοποίηση των στρατηγικών πόρων και η απουσία πραγματικής δημοκρατίας επιστρέφουν στο προσκήνιο ως τα μεγάλα ζητήματα για τη Λατινική Αμερική.
Σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη συνείδηση από ότι στο παρελθόν για το ότι δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν τα εκκρεμή κοινωνικά, δημοκρατικά και εθνικά ζητήματα στα στενά όρια της κάθε χώρας. Γι΄ αυτό και έχει κερδίσει τόσο έδαφος η αναζήτηση της περιφερειακής ενότητας μέσα από μια βαθιά διαδικασία χειραφέτησης.

Η εκκρεμής επανάσταση

Οι λατινοαμερικάνικες εξεγέρσεις κατάφεραν κυρίως να ανατρέψουν νεοφιλελεύθερους προέδρους και να βελτιώσουν τις συνθήκες για νέες κατακτήσεις. Παρόμοιες επιτυχίες, ωστόσο, δεν συνεπάγονται ικανοποίηση των κοινωνικών διεκδικήσεων. Συχνά, λαϊκά αιτήματα ικανοποιούνται με τρόπο μερικό ή μεταβατικό μέσω παραχωρήσεων στις οποίες, υπό τον φόβο μιας επαναστατικής έλευσης, προχωρούν οι κυρίαρχες τάξεις. Η πλήρης ικανοποίηση των λαϊκών προσδοκιών προϋποθέτει τη μετατροπή των εξεγέρσεων σε κοινωνικές επαναστάσεις. Αυτή η αλλαγή δεν έχει αρχίσει σε καμία χώρα της περιοχής.
Υπάρχει, επίσης, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη) που έχουν ανασυνθέσει την καπιταλιστική κυριαρχία και σε εκείνες που εφαρμόζουν ριζοσπαστικές εθνικές πολιτικές (Βενεζουέλα, Βολιβία και πιθανόν Εκουαδόρ). Σε αυτές τις χώρες κυοφορούνται σημαντικές αλλαγές και έχει ανοίξει μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε προγράμματα που είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε μια επαναστατική ρήξη ή στην ισχυροποίηση των νέων κυρίαρχων ελίτ.

Επιλογή-μετάφραση: Ν. Μ.


(*) Το κείμενο αποτελεί περίληψη εκτενούς άρθρου το οποίο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.rebelion.org/noticia.php?id=58138