Στις 6 Μαρτίου του 1957 η Γκάνα αποτινάσσει από πάνω της τον αποικιακό ζυγό και ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της. Είναι η πρώτη πράξη της εποποιίας των αφρικανικών λαών, που μέσα στο σύντομο -ιστορικά- διάστημα δύο περίπου δεκαετιών, θα οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση το σύστημα της αποικιοκρατίας, το οποίο οι αυτοκρατορίες, εξαντλημένες από το δυσβάσταχτο βάρος δύο παγκόσμιων πολέμων, αδυνατούν να συντηρήσουν. Εξ άλλου, η αναδυθείσα νέα υπερδύναμη, οι ΗΠΑ, διεκδικεί «χώρο» στην παγκόσμια σκηνή και το πλαίσιο της αποικιακής κυριαρχίας την κάνει να ασφυκτιά.
Με την απελευθέρωσή τους, της γης οι κολασμένοι, εισέρχονται σε μία νέα φάση που συγκλονίζεται από τις ιλιγγιώδεις ελπίδες ότι η πολιτική ανεξαρτησία θα οδηγήσει στην οικονομική χειραφέτηση, την ευημερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η πλειονότητα των νεοπαγών κρατών, επηρεασμένη και από το γενικότερο επαναστατικό κλίμα που κυριαρχούσε στην παγκόσμια σκηνή τη δεκαετία του ’60, θα υιοθετήσει σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Όπως παρατηρεί ο Αντώνης Λιάκος: «Πράγματι, μετά τη Ρωσική επανάσταση, για περίπου 60 χρόνια η πολιτική γλώσσα, μέσω της οποίας αρθρώθηκαν τα εθνικά και κοινωνικά αιτήματα των αποικιοκρατούμενων εθνών, ήταν ο μαρξισμός. Αυτή η γλώσσα εξασφάλιζε την επικοινωνία, αλλά και τη μετάφραση του τοπικού στο εθνικό και του εθνικού στο καθολικό».
Ποιος είναι ο απολογισμός 50, σχεδόν, χρόνων ανεξαρτησίας; Τι οικοδομήθηκε στη θέση των πρώην αποικιών, ποιοι δρόμοι ακολουθήθηκαν για την πολυπόθητη ανάπτυξη, τι απέγινε το χειραφετητικό όραμα των απελευθερωτικών κινημάτων; Από ποιο σημείο, σήμερα, ατενίζει το μέλλον της η αφρικανική ήπειρος;
Τα τελευταία 30 χρόνια, οι διάφοροι αναλυτές, χρησιμοποιούν εύστοχα τον όρο «αφρικανική τραγωδία», για να περιγράψουν την κατάσταση της πλήρους οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής εξουθένωσης, στην οποία έχει περιέλθει η περιοχή αυτή. Ο Φώτης Τερζάκης, στο άρθρο του «Υπάρχει ελπίδα για την Αφρική» επιχειρεί μια περιεκτική αναφορά στα στοιχεία που συνιστούν την κρίση αυτή. Εμείς θα αρκεστούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά, ότι η υποσαχάρια Αφρική παραμένει εξαρτημένη από την εξόρυξη και τον πρωτογενή τομέα, με ανύπαρκτες σχεδόν δυνατότητες βιομηχανικής ανάπτυξης. Το χρέος της είναι το μεγαλύτερο του κόσμου και διαρκώς αυξάνεται. Τα 300 από τα 500 εκατομμύρια Αφρικανών ζουν μέσα στην απόλυτη φτώχεια. Ο υποσιτισμός, το πρόβλημα της μη πρόσβασης σε «καθαρό» νερό, το AIDS και η έξαρση των επιδημιών συνθέτουν μια εικόνα εφιαλτική. Όλα αυτά, αποτυπώνονται, στο προσδόκιμο ζωής, έναν δείκτη στον οποίο χωρίς περιστροφές συμπυκνώνονται οι όροι ζωής των κατοίκων οποιασδήποτε περιοχής. Με στοιχεία του 2002 ένας Αφρικανός ζει, κατά μέσον όρο, 14 χρόνια λιγότερο από τον κάτοικο της επόμενης φτωχότερης περιοχής -της Νότιας Ασίας- και 30 από τον αντίστοιχο των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών. Μεταξύ του 1995 και 1998 σε 31 αφρικανικές χώρες ο μέσος όρος ζωής μειώθηκε. Στη Ζιμπάμπουε και την Ουγκάντα, κυρίως λόγω του ΑIDS, το προσδόκιμο ζωής το 1998 έπεσε κάτω από το αντίστοιχο του 1960.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, με την Αφρική;
Η κυρίαρχη ερμηνεία.
Στη δεκαετία του ’60, λίγο μετά την ανακήρυξη των πρώτων ανεξάρτητων κρατών, ο Μονερό ισχυριζόταν: «Η επανάσταση είναι μια απάτη. Στην πραγματικότητα δεν έχει γίνει. Οι Αφρικανοί ελεεινοί ήταν κάτω από την αποικιοκρατία, ελεεινοί είναι και κάτω από την ανεξαρτησία. Μια επανάσταση δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια παροδική αναστάτωση μέσα στην κυκλοφορία των ελίτ, και η αφρικανική επανάσταση δεν σημαίνει τίποτα άλλο από την υποκατάσταση μιας ελίτ λευκής από μια ελίτ μαύρη ή μελαψή. Οι πελώριες μάζες των Αφρικανών παραμένουν ότι ήταν ανέκαθεν: καταπονημένες από τις αρρώστιες, πεινασμένες και δίχως ελπίδα.»
Σήμερα, η κυρίαρχη ερμηνεία για την αφρικανική κρίση δεν διαφέρει ουσιαστικά από την άποψη του Μονερό. Ισχυρίζεται ότι η Αφρική είναι εγγενώς καθυστερημένη, προσκολλημένη ηλίθια στην «παράδοση» και για αυτό καταδικασμένη σε μόνιμη υπανάπτυξη. Ο Αριστείδης Σήτας αναφέρεται στο φαινόμενο του «αφροπεσιμισμού», που τη θέλει να αποτελεί «μια ήπειρο των ισλαμικών φονταμενταλισμών στο βόρειο μέρος της, συσσώρευσης χάους και αναρχίας, εστία επιδημιών κι ασθενειών, ανομβρίας κι ελλείψεων, πραξικοπημάτων και γενοκτονιών στο νότιο. Κοντολογίς, η Αφρική αναπαρίσταται σαν το τρομερό ρατσιστικοποιημένο «άλλο» της υφηλίου». Η εικόνα της χώρας των «φυλών», του παρελθόντος και του εξωτισμού αποτελεί, μια προσέγγιση οριενταλιστική, που κάποιος θα την χαρακτήριζε απλώς «ρομαντική», αν δε συνόδευε πεισματικά όλα τα ιμπεριαλιστικά εγχειρήματα. Από το τέλος της δεκαετίας του ’70 η εισαγωγή των νεοσυντηρητικών προγραμμάτων υποστηρίζεται από μια επίμονη συζήτηση για την «κακή διακυβέρνηση» και τις «κακές πολιτικές» που εμποδίζουν τα κράτη να κινηθούν στο πνεύμα του δυτικού εκσυγχρονισμού. Η ευθύνη για την κρίση επιρρίπτεται στις διεφθαρμένες αφρικανικές ελίτ και προσδιορίζεται με συγκεκριμένο, βεβαίως, τρόπο το περιεχόμενο της «καλής διακυβέρνησης» και της «δημοκρατίας», οι οποίες επιβάλλεται δίχως αναβολή να εφαρμοστούν.
Η «δική» μας προσέγγιση
Ο Πάτρικ Μποντ, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσμπουργκ, ισχυρίζεται ότι «από τη σκοπιά της αντικαπιταλιστικής αντίστασης, οι οικονομικά περισσότερο περιθωριοποιημένες περιοχές παρουσιάζουν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή κινητοποιείται δυναμικά μεγαλύτερος αριθμός στρατευμένων ακτιβιστών, αλλά γιατί οι δοκιμασίες και τα εμπόδια που πρέπει να υπερβούν καθώς και η συνειδητοποίηση που εκφράζουν, μας δίνουν μαθήματα ζωτικής σημασίας σχετικά με την ανισότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης».
Συμφωνώντας με την οπτική αυτή, υποστηρίζουμε ότι η μελέτη των εξελίξεων στην αφρικανική ήπειρο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Γιατί, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι αναλυτές είτε δεν ασχολούνται με αυτήν, θεωρώντας την «περιττή» και «πλεονάζουσα» -προφανώς για τα συμφέροντα της καπιταλιστικής συσσώρευσης- είτε το κάνουν με τρόπο οριενταλιστικό, η πραγματικότητα είναι ότι αποτέλεσε και αποτελεί πεδίο μεγάλων συγκρούσεων. «Παρακολούθησε» όλες τις κρίσιμες καμπές του εικοστού αιώνα. Προσφέρει ένα συγκλονιστικό παράδειγμα της αποτυχίας των νεοσυντηρητικών προγραμμάτων και πειραματισμών.
Στο αφιέρωμά μας, που θα συνεχιστεί και σε επόμενα τεύχη, θα επιχειρήσουμε:
● Να αντικρούσουμε το ρατσιστικό, οριενταλιστικό ιδεολόγημα περί αφρικανών υπανθρώπων, λαών χωρίς ιστορία, χωρίς πολιτισμό και φυσικά χωρίς μέλλον. Ειδικά στο παρόν τεύχος, φιλοξενούμε δύο άρθρα που προσεγγίζουν το ζήτημα των «φυλών» ως -κατά κύριο λόγο- δυτική επινόηση, ως ευρωπαϊκή κατασκευή.
● Να παρουσιάσουμε τα ιδεολογικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στην υποσαχάρια Αφρική από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, πολύ πριν ο κομμουνισμός ασκήσει τη δική του επιρροή στη σκέψη και την πολιτική πρακτική. Να μιλήσουμε για το έργο εξαιρετικών στοχαστών και ταυτόχρονα μεγάλων αγωνιστών ενάντια στην αποικιοκρατία, όπως ο Φανόν, ο Καμπράλ, ο Νκρούμα, ο Λουμούμπα, ο Σανκάρα, ο Πάντμορ και πολλών ακόμη. Αυτών, που παρά τις σημαντικά διαφορετικές μεταξύ τους προσεγγίσεις, συγκρότησαν ένα μεγάλο επίτευγμα της αφρικανικής πολιτικής σκέψης του εικοστού αιώνα, τον αφρικανικό σοσιαλισμό.
● Να παρακολουθήσουμε τα πρώτα βήματα των νέων ανεξάρτητων κρατών, ιδιαίτερα αυτών που ακολούθησαν μια ευρεία πολιτική κρατικού σοσιαλισμού, με ότι αυτό σημαίνει. Δηλαδή, να μιλήσουμε για τις δυσκολίες συγκρότησης του «κράτους-έθνους», μέσα στο γεωπολιτικό πλαίσιο της ιστορικά αυθαίρετης διαίρεσης της Αφρικής. Για τον αγώνα της «οικονομικής ανεξαρτησίας» μέσα από το μονόδρομο της «ανάπτυξης». Για την οικοδόμηση του συγκεντρωτικού-αυταρχικού κράτους. Για την ανάδυση των νέων ηγεμονικών ελίτ. Και, φυσικά, για το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα όλα αυτά: τον Ψυχρό Πόλεμο, την εδραίωση της οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και των πολυεθνικών εταιρειών, τη μοιραία πετρελαϊκή κρίση του 1974.
● Να μιλήσουμε για τη νεοαποικιοκρατία, που αντιπροσωπεύει το βορειοαμερικανικό στάδιο της αποικιοκρατίας, δηλαδή της αυτοκρατορίας χωρίς αποικίες. Ο έλεγχος των υποτελών χωρών διασφαλίζεται με οικονομικούς τρόπους, μέσω των πολυεθνικών εταιρειών, των διεθνών εμπορικών αγορών και των υπερεθνικών οικονομικών οργανισμών. Την ηγετική τους τάξη αποτελεί μια ελίτ, που λειτουργεί σε συνεργασία με το διεθνές κεφάλαιο για το δικό της συμφέρον. Είναι αυτή που ο Νιγηριανός αγωνιστής Κεν Σάρο Βίβα θα αποκαλέσει «τερατώδη εγχώρια αποικιοκρατία».
● Κυρίως, όμως, να διατυμπανίσουμε ότι αυτό που βύθισε την αφρικανική ήπειρο στην εξαθλίωση και την απελπισία, αυτό που μετέτρεψε την αφρικανική κρίση σε τραγωδία είναι η εφαρμογή, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, των λεγόμενων προγραμμάτων «δομικής προσαρμογής». Μέσω αυτών, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, στο όνομα της αποπληρωμής του χρέους, επέβαλλαν πολιτικές λιτότητας, με έμφαση στις ιδιωτικοποιήσεις και τον εξαγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας, με περικοπές στα δημόσια οικονομικά προγράμματα και τον τερματισμό των κοινωνικών παροχών. Παρά την τεράστια αποτυχία αυτών των προγραμμάτων -τόσο προφανή που μέχρι και η ίδια η Παγκόσμια Τράπεζα, σε μια στιγμή αυτοκριτικής, μίλησε για «ισχνή κατανόηση των αφρικανικών συνθηκών»- οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές συνεχίζονται και ανανεώνονται. Η Νέα Σύμπραξη για την Αφρικανική Ανάπτυξη (NEPAD), επιχειρεί την οικονομική και πολιτική συνεργασία των αφρικανικών χωρών, ευθυγραμμισμένης με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα.
● Τέλος, να γνωρίσουμε -κατά το δυνατόν- και να παρουσιάσουμε, το άλλο πρόσωπο της Αφρικής. Αυτό, της αντίστασης και των αγώνων. Ξεκινώντας από τις αντιαποικιακές εξεγέρσεις του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας με τις εθνικοαπελευθερωτικές εξεγέρσεις, τα μαζικά κινήματα -άλλοτε αγροτικά και άλλοτε αυτά που ξεπήδησαν από τα υποβαθμισμένα αστικά γκέτο- με τα ισχυρά συνδικάτα, με τα αυτοαποκαλούμενα «μαρξιστικά-λενινιστικά» κόμματα και καταλήγοντας στα σύγχρονα κινήματα ενάντια στο χρέος, τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις πολυεθνικές του πετρελαίου. Αναδεικνύοντας τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο των γυναικείων και φοιτητικών κινημάτων.
Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.
8 Ιουλ 2008
7 Ιουλ 2008
1948- 2008: Εξήντα χρόνια Νάκμπα
Η εξηκοστή επέτειος από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (14 Μαΐου 1948) αποτέλεσε καλή αφορμή για να επιχειρήσει η ισραηλινή κυβέρνηση μια μεγάλη εκστρατεία δημοσίων σχέσεων με στόχο τον εξωραϊσμό της -όχι και τόσο καλής- εικόνας του σιωνιστικού κράτους. Από την άλλη όμως έδωσε τόσο στους Παλαιστίνιους όσο και στα κινήματα αλληλεγγύης την ευκαιρία να θυμίσουν (ή και να γνωστοποιήσουν) τις απαρχές του παλαιστινιακού ζητήματος και της αιτίες που προκάλεσαν και συνεχίζουν να συντηρούν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Αν και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι σχεδόν ποτέ ξεκάθαρο ποιος είναι ο νικητής της επικοινωνιακής αναμέτρησης, εντούτοις, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι Παλαιστίνιοι και τα κινήματα κατάφεραν παρά τον τρομερά άνισο συσχετισμό δυνάμεων να εμποδίσουν το Ισραήλ να προωθήσει την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση του στο βαθμό που τουλάχιστον θα το ήθελε. Το Ισραήλ δεν είναι ένα κράτος «όπως όλα τα άλλα» πράγμα που μπορεί να πιστοποιηθεί εύκολα αν εξετάσουμε τη γένεση και τη μετέπειτα πορεία του μέχρι σήμερα.
Πρώτα από όλα, το σιωνιστικό σχέδιο δεν είναι ένα πρόγραμμα εθνικής απελευθέρωσης, αλλά μια αποικιοκρατική επιχείρηση στενά συνδεδεμένη με τα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντοτε οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν το Ισραήλ ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης μέσα στη στρατηγικής σημασίας Μέση Ανατολή). Το βασικό σιωνιστικό σύνθημα υπήρξε πάντοτε το «μια γη χωρίς λαό για ένα λαό χωρίς γη». Οι Εβραίοι είχαν κάθε δικαίωμα να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη μιας και αυτή ουσιαστικά ήταν ακατοίκητη. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ολωσδιόλου διαφορετική. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα δεν αφήνει αμφιβολίες για το αν η Παλαιστίνη… κατοικούταν πριν από την έλευση των πρώτων σιωνιστών εποίκων στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα οθωμανικά αρχεία παρέχουν αδιάσειστα τεκμήρια για τη ζωή μιας αραβικής αγροτικής κοινωνίας με ιδιαίτερη σύνδεση με τη γη της Παλαιστίνης. Όμως και η ίδια η στάση των σιωνιστών από την πρώτη στιγμή της έλευσης τους στην Παλαιστίνη δεν αφήνει αμφιβολίες, ούτε για την πραγματική κατάσταση «επί του εδάφους», ούτε και για τον θεμελιωδώς ρατσιστικό και αποικιοκρατικό χαρακτήρα του σιωνιστικού κινήματος.
Κεντρική θέση στο σιωνιστικό σχέδιο είχε πάντοτε η άρνηση εργασίας στους Άραβες. Όπως έχει δείξει με ενάργεια ο Ελίας Σανμπάρ στο «Figures du Paléstinien», η τυπική διαδικασία οικοδόμησης ενός εβραϊκού εποικισμού (ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα) αποτελούταν από τους εξής σταθμούς: α) Αγορά από τον Παλαιστίνιο τσιφλικά της καλλιεργήσιμης γης στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το χωριό των παλαιστινίων αγροτών που την εποινικίαζαν .β) Ανύψωση συρματοπλεγμάτων και πύργων παρατήρησης γύρω από την αγορασμένη γη. γ) Εκδίωξη των Παλαιστίνιων αγροτών από τη γη τους που νομιμοποιούταν τυπικά από το οθωμανικό φεουδαρχικό δίκαιο. δ) Μετεγκατάσταση εβραίων εποίκων. Στη συνέχεια ανάλογη διαδικασία έγινε και στα αστικά κέντρα με τα σιωνιστικά συνδικάτα για να διασφαλίζουν τη μη πρόσληψη Αράβων στις εβραϊκές επιχειρήσεις. Όπως σημειώνει ο Σανμπάρ, το αποικιοκρατικό σχέδιο στην Παλαιστίνη μοιάζει πολύ περισσότερο με αυτό που εφάρμοσαν οι δυτικοί άποικοι στη Βόρεια Αμερική παρά με αυτό που ακολούθησαν οι Ισπανοί στη Λατινική Αμερική. Ευθύς εξαρχής, στόχος των σιωνιστών δεν υπήρξε η κατάκτηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και η συνεπακόλουθη χρησιμοποίηση των ιθαγενών ως φτηνή εργατική δύναμη. Ο πραγματικός στόχος ήταν πάντοτε ο διωγμός των ιθαγενών (για να γίνει επιτέλους η Παλαιστίνης μια γη χωρίς λαό) και η αντικατάσταση τους με έναν καινούργιο εβραϊκό λαό που θα μεταφερόταν από αλλού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μεν κατατρεγμένοι Εβραίοι θα λυτρώνονταν επιτέλους, η δε γη των Πατριαρχών θα εξιλεωνόταν τελικά μετά από χιλιετίες «ξένης κατοχής». Στο σιωνιστικό σχέδιο οι Παλαιστίνιοι είναι ο Ινδιάνοι της Μέσης Ανατολής, μια ομάδα ανθρώπων που δεν λογίζονται ως τέτοιοι αλλά ως κομμάτι της άγριας φύσης της περιοχής που θα πρέπει εντέλει να υποταχτεί στις «δυνάμεις του πολιτισμού και της προόδου».
Αυτή η επιχείρηση εξιλασμού της γης θα πάρει τη μορφή της ανοιχτής εθνοκάθαρσης κατά τη διάρκεια των δύο αραβοϊσραηλινών πολέμων που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στις 29 Νοεμβρίου 1947 η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το σχέδιο διαμελισμού της (υπό βρετανική κατοχή μέχρι τότε) ιστορικής Παλαιστίνης σε δύο κράτη (ένα εβραϊκό και ένα αραβικό). Σύμφωνα με το σχέδιο, οι εβραίοι που αντιπροσώπευαν το 32% του συνολικού πληθυσμού έπαιρναν το 56% της ιστορικής Παλαιστίνη. Η περιοχή της Ιερουσαλήμ κηρυσσόταν corpus separatum υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Οι Άραβες απέρριψαν το σχέδιο και έτσι η μακροχρόνια αραβοϊσραηλινή διαμάχη (σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου είχαμε εξαιρετικά αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις) μετεξελίχθηκε σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση. Στις 14 Μάη 1948 ο Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσει την ανεξαρτησία του κράτους του Ισραήλ και αμέσως οι Αραβικές χώρες εμπλέκονται στον πόλεμο. Όπως αναμενόταν, το πολύ καλύτερα εξοπλισμένο και οργανωμένο Γισούβ συνέτριψε τους Άραβες (με τον όρο Γισούβ που στην κυριολεξία σημαίνει οικισμός, αναφερόμαστε στο σιωνιστικό κράτος εν κράτει που προηγήθηκε του κράτους του Ισραήλ). Μετά την ανακωχή, το Ισραήλ κατείχε πια το 78% της ιστορικής Παλαιστίνης συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Ιερουσαλήμ. Το υπόλοιπο 22% (συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ) θα το κατακτήσει με τον πόλεμο με τον πόλεμο των έξι ημερών τον Ιούνιο του 1967. Η ήττα όμως στον πόλεμο δεν θα γινόταν η Νάκμπα (Καταστροφή) των Παλαιστινίων αν δεν συνοδευόταν από το μαζικό διωγμό των Παλαιστινίων από τις εστίες τους.
Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 700.000 Παλαιστίνιοι (σε ένα συνολικό πληθυσμό που δεν υπερέβαινε τις 850.000) διώχτηκαν από τα σπίτια τους κάτω από την τρομοκρατία της σιωνιστική πολιτοφυλακής Χαγκάνα και άλλων ανάλογων ένοπλων ομάδων. Περισσότερα από 400 παλαιστινιακά χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η σιωνιστική προπαγάνδα διατείνεται ότι οι Παλαιστίνιοι έφυγαν οικειοθελώς από τα σπίτια τους κατόπιν παρότρυνσης της ηγεσίας τους. Το επιχείρημα είναι βέβαια έωλο γιατί αν όντως είχαν φύγει επειδή το ήθελαν οι ίδιοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν ανά πάσα στιγμή, πράγμα που δεν έχει γίνει εδώ και εξήντα χρόνια. Επιπλέον, χάρη κυρίως στους αντιεθνικιστές νέους ισραηλινούς ιστορικούς έχουμε και την επιστημονική τεκμηρίωση των παλαιστινιακών μαρτυριών για τη Νάκμπα. Ο Ιλάν Πάπε στην «Ιστορία της Σύγχρονης Παλαιστίνης» (μετάφραση Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδόσεις Κέδρος) μας δίνει μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα για το πώς ακριβώς εκκενώθηκε η Παλαιστίνη από τους Παλαιστίνιους:
«Η Ταντούρα, το μεγαλύτερο από τα έξι εναπομείναντα χωριά, παγιδεύτηκε μέσα στο εβραϊκό έδαφος όπως το «κόκκαλο στο λαιμό» σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του πολέμου της ταξιαρχίας Ακεξαντρόνι. Στις 23 Μαΐου είχε έρθει η δική της μέρα. Η Ταντούρα ήταν ένα παλιό παλαιστινιακό χωριό, μεγάλο για τα δεδομένα της περιόδου, με πληθυσμό 1.500 κατοίκων και εξαρτώμενο από τη γεωργία και την αλιεία. Δυο τρεις προύχοντες, μεταξύ των οποίων ο μουχτάρ, επικεφαλής του χωριού, δέχτηκαν όρους παράδοσης εκ μέρους των Εβραίων αξιωματικών των υπηρεσιών πληροφοριών. Τους απέρριψαν, υποπτευόμενοι, ορθά όπως φαίνεται, ότι η παράδοση θα οδηγούσε στην εκδίωξη. Αρχικά ο Εβραίος διοικητής σκέφτηκε να στείλει ένα βαν με ένα μεγάφωνο και να καλέσει τους ανθρώπους να παραδοθούν, αλλά δεν το έκανε. Τη νύχτα της 22ας Μαΐου το χωριό δέχτηκε επίθεση και από τις τέσσερις πλευρές του… Η έλλειψη συντονισμού οδήγησε στην πλήρη περικύκλωση του, έτσι ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων έπεσε στα χέρια της δύναμης κατοχής.
Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στην παραλία. Εκεί οι άντρες διαχωρίστηκαν από τις γυναίκες και τα παιδιά που εξορίστηκαν στο γειτονικό Φουρέιντι\ς… Διακόσιοι άντρες από την ηλικία των δεκατριών ετών μέχρι τριάντα σφαγιάστηκαν από την ταξιαρχία Αλεξαντρόνι και άλλες δυνάμεις. Η εκδίκηση και η εσκεμμένη επιθυμία να σκοτώσουν άντρες σε μάχιμη ηλικία ήταν το κίνητρα αυτής της αιματοχυσίας.»
Αργότερα, με το ψήφισμα 194 ο ΟΗΕ απαίτησε τον επαναπατρισμό όλων των Παλαιστίνιων προσφύγων. Το Ισραήλ βέβαια κώφευσε και αναγνωρισμένο πια από τη διεθνή κοινότητα, προχώρησε στην ολοκλήρωση της εθνοκάθαρσης. Η επιχείρηση σβησίματος κάθε αραβικού αποτυπώματος στη γη ολοκλήρωσε ένα σχέδιο του οποίου τα πρώτα μέρη ήταν η σφαγή και ο διωγμός. Στις 18 Ιουλίου 1949 ο Μπεν Γκουριόν συγκροτεί την πρώτη επιτροπή γεωγράφων και ιστορικών με καθήκον να αλλάξουν όλα τα τοπωνύμια από αραβικά σε εβραϊκά. Μαζί με την εξαφάνιση των Παλαιστίνιων θα πρέπει να εξαφανιστεί και η μνήμη της Παλαιστίνης. Για να φτάσουμε έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 όπου η ισραηλινή πρωθυπουργός Γκόλντα Μέγιερ θα δηλώσει: «Οι Παλαιστίνιοι; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο πρώτος σκοπός της παλαιστινιακής αντίστασης (αυτής της μεγάλης εξέγερσης που ξεπήδησε από τα προσφυγικά στρατόπεδα στις αραβικές χώρες) θα είναι να δείξει σε όλον τον κόσμο ότι η Παλαιστίνη εξακολουθεί να υπάρχει, ότι οι Παλαιστίνιοι επιμένουν να ζουν. Αυτή προσπάθεια να σπάσει η σιωπή και να μη σβηστεί η μνήμη παραμένει σταθερά του παλαιστινιακού κινήματος μέχρι σήμερα, εξήντα χρόνια μετά τη Νάκμπα.
Εξήντα χρόνια μετά το 1948 η μνήμη επιμένει. Και θα συνεχίσει να επιμένει όσο η Παλαιστίνη θα παραμένει μια χαίνουσα πληγή.
Γιάννης Αλμπάνης
Πρώτα από όλα, το σιωνιστικό σχέδιο δεν είναι ένα πρόγραμμα εθνικής απελευθέρωσης, αλλά μια αποικιοκρατική επιχείρηση στενά συνδεδεμένη με τα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντοτε οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν το Ισραήλ ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης μέσα στη στρατηγικής σημασίας Μέση Ανατολή). Το βασικό σιωνιστικό σύνθημα υπήρξε πάντοτε το «μια γη χωρίς λαό για ένα λαό χωρίς γη». Οι Εβραίοι είχαν κάθε δικαίωμα να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη μιας και αυτή ουσιαστικά ήταν ακατοίκητη. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ολωσδιόλου διαφορετική. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα δεν αφήνει αμφιβολίες για το αν η Παλαιστίνη… κατοικούταν πριν από την έλευση των πρώτων σιωνιστών εποίκων στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα οθωμανικά αρχεία παρέχουν αδιάσειστα τεκμήρια για τη ζωή μιας αραβικής αγροτικής κοινωνίας με ιδιαίτερη σύνδεση με τη γη της Παλαιστίνης. Όμως και η ίδια η στάση των σιωνιστών από την πρώτη στιγμή της έλευσης τους στην Παλαιστίνη δεν αφήνει αμφιβολίες, ούτε για την πραγματική κατάσταση «επί του εδάφους», ούτε και για τον θεμελιωδώς ρατσιστικό και αποικιοκρατικό χαρακτήρα του σιωνιστικού κινήματος.
Κεντρική θέση στο σιωνιστικό σχέδιο είχε πάντοτε η άρνηση εργασίας στους Άραβες. Όπως έχει δείξει με ενάργεια ο Ελίας Σανμπάρ στο «Figures du Paléstinien», η τυπική διαδικασία οικοδόμησης ενός εβραϊκού εποικισμού (ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα) αποτελούταν από τους εξής σταθμούς: α) Αγορά από τον Παλαιστίνιο τσιφλικά της καλλιεργήσιμης γης στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το χωριό των παλαιστινίων αγροτών που την εποινικίαζαν .β) Ανύψωση συρματοπλεγμάτων και πύργων παρατήρησης γύρω από την αγορασμένη γη. γ) Εκδίωξη των Παλαιστίνιων αγροτών από τη γη τους που νομιμοποιούταν τυπικά από το οθωμανικό φεουδαρχικό δίκαιο. δ) Μετεγκατάσταση εβραίων εποίκων. Στη συνέχεια ανάλογη διαδικασία έγινε και στα αστικά κέντρα με τα σιωνιστικά συνδικάτα για να διασφαλίζουν τη μη πρόσληψη Αράβων στις εβραϊκές επιχειρήσεις. Όπως σημειώνει ο Σανμπάρ, το αποικιοκρατικό σχέδιο στην Παλαιστίνη μοιάζει πολύ περισσότερο με αυτό που εφάρμοσαν οι δυτικοί άποικοι στη Βόρεια Αμερική παρά με αυτό που ακολούθησαν οι Ισπανοί στη Λατινική Αμερική. Ευθύς εξαρχής, στόχος των σιωνιστών δεν υπήρξε η κατάκτηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και η συνεπακόλουθη χρησιμοποίηση των ιθαγενών ως φτηνή εργατική δύναμη. Ο πραγματικός στόχος ήταν πάντοτε ο διωγμός των ιθαγενών (για να γίνει επιτέλους η Παλαιστίνης μια γη χωρίς λαό) και η αντικατάσταση τους με έναν καινούργιο εβραϊκό λαό που θα μεταφερόταν από αλλού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μεν κατατρεγμένοι Εβραίοι θα λυτρώνονταν επιτέλους, η δε γη των Πατριαρχών θα εξιλεωνόταν τελικά μετά από χιλιετίες «ξένης κατοχής». Στο σιωνιστικό σχέδιο οι Παλαιστίνιοι είναι ο Ινδιάνοι της Μέσης Ανατολής, μια ομάδα ανθρώπων που δεν λογίζονται ως τέτοιοι αλλά ως κομμάτι της άγριας φύσης της περιοχής που θα πρέπει εντέλει να υποταχτεί στις «δυνάμεις του πολιτισμού και της προόδου».
Αυτή η επιχείρηση εξιλασμού της γης θα πάρει τη μορφή της ανοιχτής εθνοκάθαρσης κατά τη διάρκεια των δύο αραβοϊσραηλινών πολέμων που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Στις 29 Νοεμβρίου 1947 η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το σχέδιο διαμελισμού της (υπό βρετανική κατοχή μέχρι τότε) ιστορικής Παλαιστίνης σε δύο κράτη (ένα εβραϊκό και ένα αραβικό). Σύμφωνα με το σχέδιο, οι εβραίοι που αντιπροσώπευαν το 32% του συνολικού πληθυσμού έπαιρναν το 56% της ιστορικής Παλαιστίνη. Η περιοχή της Ιερουσαλήμ κηρυσσόταν corpus separatum υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Οι Άραβες απέρριψαν το σχέδιο και έτσι η μακροχρόνια αραβοϊσραηλινή διαμάχη (σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου είχαμε εξαιρετικά αιματηρές διακοινοτικές συγκρούσεις) μετεξελίχθηκε σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση. Στις 14 Μάη 1948 ο Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσει την ανεξαρτησία του κράτους του Ισραήλ και αμέσως οι Αραβικές χώρες εμπλέκονται στον πόλεμο. Όπως αναμενόταν, το πολύ καλύτερα εξοπλισμένο και οργανωμένο Γισούβ συνέτριψε τους Άραβες (με τον όρο Γισούβ που στην κυριολεξία σημαίνει οικισμός, αναφερόμαστε στο σιωνιστικό κράτος εν κράτει που προηγήθηκε του κράτους του Ισραήλ). Μετά την ανακωχή, το Ισραήλ κατείχε πια το 78% της ιστορικής Παλαιστίνης συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Ιερουσαλήμ. Το υπόλοιπο 22% (συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ) θα το κατακτήσει με τον πόλεμο με τον πόλεμο των έξι ημερών τον Ιούνιο του 1967. Η ήττα όμως στον πόλεμο δεν θα γινόταν η Νάκμπα (Καταστροφή) των Παλαιστινίων αν δεν συνοδευόταν από το μαζικό διωγμό των Παλαιστινίων από τις εστίες τους.
Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 700.000 Παλαιστίνιοι (σε ένα συνολικό πληθυσμό που δεν υπερέβαινε τις 850.000) διώχτηκαν από τα σπίτια τους κάτω από την τρομοκρατία της σιωνιστική πολιτοφυλακής Χαγκάνα και άλλων ανάλογων ένοπλων ομάδων. Περισσότερα από 400 παλαιστινιακά χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η σιωνιστική προπαγάνδα διατείνεται ότι οι Παλαιστίνιοι έφυγαν οικειοθελώς από τα σπίτια τους κατόπιν παρότρυνσης της ηγεσίας τους. Το επιχείρημα είναι βέβαια έωλο γιατί αν όντως είχαν φύγει επειδή το ήθελαν οι ίδιοι θα μπορούσαν να επιστρέψουν ανά πάσα στιγμή, πράγμα που δεν έχει γίνει εδώ και εξήντα χρόνια. Επιπλέον, χάρη κυρίως στους αντιεθνικιστές νέους ισραηλινούς ιστορικούς έχουμε και την επιστημονική τεκμηρίωση των παλαιστινιακών μαρτυριών για τη Νάκμπα. Ο Ιλάν Πάπε στην «Ιστορία της Σύγχρονης Παλαιστίνης» (μετάφραση Μαρία-Αριάδνη Αλαβάνου, εκδόσεις Κέδρος) μας δίνει μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα για το πώς ακριβώς εκκενώθηκε η Παλαιστίνη από τους Παλαιστίνιους:
«Η Ταντούρα, το μεγαλύτερο από τα έξι εναπομείναντα χωριά, παγιδεύτηκε μέσα στο εβραϊκό έδαφος όπως το «κόκκαλο στο λαιμό» σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του πολέμου της ταξιαρχίας Ακεξαντρόνι. Στις 23 Μαΐου είχε έρθει η δική της μέρα. Η Ταντούρα ήταν ένα παλιό παλαιστινιακό χωριό, μεγάλο για τα δεδομένα της περιόδου, με πληθυσμό 1.500 κατοίκων και εξαρτώμενο από τη γεωργία και την αλιεία. Δυο τρεις προύχοντες, μεταξύ των οποίων ο μουχτάρ, επικεφαλής του χωριού, δέχτηκαν όρους παράδοσης εκ μέρους των Εβραίων αξιωματικών των υπηρεσιών πληροφοριών. Τους απέρριψαν, υποπτευόμενοι, ορθά όπως φαίνεται, ότι η παράδοση θα οδηγούσε στην εκδίωξη. Αρχικά ο Εβραίος διοικητής σκέφτηκε να στείλει ένα βαν με ένα μεγάφωνο και να καλέσει τους ανθρώπους να παραδοθούν, αλλά δεν το έκανε. Τη νύχτα της 22ας Μαΐου το χωριό δέχτηκε επίθεση και από τις τέσσερις πλευρές του… Η έλλειψη συντονισμού οδήγησε στην πλήρη περικύκλωση του, έτσι ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων έπεσε στα χέρια της δύναμης κατοχής.
Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στην παραλία. Εκεί οι άντρες διαχωρίστηκαν από τις γυναίκες και τα παιδιά που εξορίστηκαν στο γειτονικό Φουρέιντι\ς… Διακόσιοι άντρες από την ηλικία των δεκατριών ετών μέχρι τριάντα σφαγιάστηκαν από την ταξιαρχία Αλεξαντρόνι και άλλες δυνάμεις. Η εκδίκηση και η εσκεμμένη επιθυμία να σκοτώσουν άντρες σε μάχιμη ηλικία ήταν το κίνητρα αυτής της αιματοχυσίας.»
Αργότερα, με το ψήφισμα 194 ο ΟΗΕ απαίτησε τον επαναπατρισμό όλων των Παλαιστίνιων προσφύγων. Το Ισραήλ βέβαια κώφευσε και αναγνωρισμένο πια από τη διεθνή κοινότητα, προχώρησε στην ολοκλήρωση της εθνοκάθαρσης. Η επιχείρηση σβησίματος κάθε αραβικού αποτυπώματος στη γη ολοκλήρωσε ένα σχέδιο του οποίου τα πρώτα μέρη ήταν η σφαγή και ο διωγμός. Στις 18 Ιουλίου 1949 ο Μπεν Γκουριόν συγκροτεί την πρώτη επιτροπή γεωγράφων και ιστορικών με καθήκον να αλλάξουν όλα τα τοπωνύμια από αραβικά σε εβραϊκά. Μαζί με την εξαφάνιση των Παλαιστίνιων θα πρέπει να εξαφανιστεί και η μνήμη της Παλαιστίνης. Για να φτάσουμε έτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 όπου η ισραηλινή πρωθυπουργός Γκόλντα Μέγιερ θα δηλώσει: «Οι Παλαιστίνιοι; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο πρώτος σκοπός της παλαιστινιακής αντίστασης (αυτής της μεγάλης εξέγερσης που ξεπήδησε από τα προσφυγικά στρατόπεδα στις αραβικές χώρες) θα είναι να δείξει σε όλον τον κόσμο ότι η Παλαιστίνη εξακολουθεί να υπάρχει, ότι οι Παλαιστίνιοι επιμένουν να ζουν. Αυτή προσπάθεια να σπάσει η σιωπή και να μη σβηστεί η μνήμη παραμένει σταθερά του παλαιστινιακού κινήματος μέχρι σήμερα, εξήντα χρόνια μετά τη Νάκμπα.
Εξήντα χρόνια μετά το 1948 η μνήμη επιμένει. Και θα συνεχίσει να επιμένει όσο η Παλαιστίνη θα παραμένει μια χαίνουσα πληγή.
Γιάννης Αλμπάνης
6 Ιουλ 2008
Μικρό χρονικό για το Κοσσυφοπέδιο από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και μετά...
Η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων, αλλά στην πραγματικότητα το αναζωογόνησε. Ως αποτέλεσμα των πιέσεων που άσκησε η ΗΠΑ για μήνες, η ανακήρυξη ήρθε σε στιγμή προβλέψιμη και χωρίς να πιάσει κανέναν απροετοίμαστο.
Αυτό που ωστόσο δεν έγινε ιδιαίτερα αισθητό, καλυπτόμενο σε μεγάλο βαθμό από τον θόρυβο των πανηγυρισμών και την παραπλανητική εικόνα των μακρο-αναλύσεων για το μέλλον των Βαλκανίων, ήταν η πολύ καλά προετοιμασμένη αντίδραση των Σέρβων του Κοσσόβου. Σε συντονισμό με το Βελιγράδι, όχι μόνο δεν απέμειναν στο περιθώριο των εξελίξεων αλλά βρέθηκαν να πρωταγωνιστούν, εκθέτοντας τον σχεδιασμό και την επιχειρησιακή ικανότητα της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στο Κόσσοβο.
Τις μέρες αμέσως μετά την ανακήρυξη στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο, λειτούργησε με εξαιρετική επιτυχία ένας μηχανισμός που σκοπό είχε να ακυρώσει, συμβολικά αρχικά και στη συνέχεια πρακτικά, την αλβανική απόπειρα απόσχισης. Στελεχωμένος με μέλη της μυστικής αστυνομίας, η οποία χρηματοδοτείται από το Βελιγράδι και είναι εγκατεστημένη στο βόρειο Κόσσοβο από το τέλος του πολέμου, με νεολαίους μέλη ακροδεξιών οργανώσεων και Σέρβους Κοσσοβάρους αποφασισμένους για όλα, ο μηχανισμός αυτός κατάφερε να δημιουργήσει εστίες ελεγχόμενης έντασης.
Τις πρώτες μέρες, οι καθημερινές διαδηλώσεις στη βόρεια Μιτροβίτσα, οι νυχτερινές ανατινάξεις βομβών μπροστά από κτίρια των διεθνών δυνάμεων και οι εμπρησμοί αυτοκινήτων έδιναν την εντύπωση μιας σύγκρουσης εν τη γενέσει της. Το αποτέλεσμα ήταν να αποχωρίσει από τη βόρεια Μιτροβίτσα η προπαρασκευαστική αποστολή της ΕUROLEX, της ευρωπαϊκής αποστολής στο Κόσσοβο, καθώς και να μειωθεί το προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή. Αυτό το κενό διοικητικής εξουσίας, συμβολικό περισσότερο, έσπευσε να καλύψει το Βελιγράδι εγκαινιάζοντας παράρτημα του σέρβικου υπουργείου για το Κόσσοβο και τα Μετόχια στη βόρεια Μιτροβίτσα. Οι δύο οργανωμένες και σφοδρότατες επιθέσεις στα συνοριοφυλάκια του Γιάρινιε και της Μπάνια, στις οποίες συμμετείχαν ντόπιοι Σέρβοι, απέδειξαν επίσης τον ιδιαίτερα υψηλό βαθμό ετοιμότητας και αποφασιστικότητάς τους.
Έτσι, για πρώτη φορά οι Σέρβοι διεμήνυαν ότι όχι μόνο δεν τα παρατούν αλλά πως πρόκειται να παλέψουν σκληρά για ό,τι θεωρούν δικό τους. Στη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας από την ανακήρυξη, οι Σέρβοι αστυνομικοί της πολυεθνικής αστυνομίας των Ηνωμένων Εθνών σταμάτησαν να δέχονται εντολές από την Πρίστινα και αποκατέστησαν την επαφή τους με το Βελιγράδι. Στην πλειοψηφία τους οι αστυνομικοί αυτοί μισθοδοτούνται από τη σερβική κυβέρνηση, ενώ παραμένουν μέλη της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών, η οποία αδυνατεί να τους αποσύρει φοβούμενη το κενό αστυνόμευσης που θα δημιουργηθεί στις περιοχές στις οποίες μονό οι Σέρβοι μπορούν να εργασθούν.
Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας, το βόρειο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου έμοιαζε θεσμικά αποσπασμένο από το υπόλοιπο Κόσσοβο και δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα στην εφαρμογή των περαιτέρω σχεδίων της διεθνούς κοινότητας για το Κοσσυφοπέδιο. Η τεράστια παρεξήγηση για τη μεταβίβαση της διοίκησης από την UNMIK στην Ευρωπαϊκή αποστολή, η οποία δεν έχει λυθεί ακόμη, και για τις δικαιοδοσίες της καθεμιάς μετά την ανακήρυξη είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα και των εξελίξεων στο βόρειο Κόσσοβο.
Η απουσία ουσιαστικού ελέγχου της περιοχής, η συνοχή και η πλήρης αποδοχή της απόσπασης της απόπειρας θεσμικού και πολιτικού αποκλεισμού του βορείου Κοσσυφοπεδίου από τους Σέρβους του Κοσσόβου, οδήγησαν στη μεταβίβαση, από πλευράς διεθνούς κοινότητας, της ευθύνης της περιοχής στη στρατιωτική δύναμη της KFOR, η οποία ήταν ουσιαστικά και η μόνη που μπορούσε να παραμείνει ενεργή.
Το αποτέλεσμα ήταν η στρατιωτικοποίηση της ζώνης από τη βόρεια Μιτροβίτσα έως και τα βόρεια σύνορα του Κοσσόβου. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, εικόνες πάνοπλων στρατιωτών που σταματούσαν λεωφορεία με φοιτητές από το Βελιγράδι έξω από τη Μιτροβίτσα, και τα μπλόκα από βαριά τεθωρακισμένα άρματα έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας της περιοχής. Όχι μόνο αυτό δεν βοήθησε στο να αποσυμπιεστεί η ένταση αλλά αποκάλυψε τον πραγματικό ρόλο της Νατοϊκής δύναμης στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο που δεν είναι άλλος από αυτόν του στρατού κατοχής.
Τα σοβαρά επεισόδια της 17ης Μαρτίου, ένα μήνα μετά την ανακήρυξη, με ένα νεκρό αστυνομικό των Ηνωμένων Εθνών και πολλούς τραυματίες, διεθνείς και Σέρβους, διέψευσαν και αυτούς που θεωρούν ότι η ένταση θα εξομαλυνθεί με το πέρασμα του χρόνου. Τη νύχτα μετά τα επεισόδια, η βόρεια Μιτροβίτσα έμοιαζε με προσφάτως απελευθερωμένη πόλη. Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, θέλοντας να αποφύγουν περισσότερα επεισόδια, είχαν αποχωρίσει στο νότιο τμήμα της πόλης, ενώ στο βόρειο περιπολούσαν Σέρβοι αστυνομικοί με πολιτικά, γνωστοί και ως «Φύλακες της Γέφυρας».
Η πραγματική διαίρεση του Κοσσυφοπεδίου επιτεύχθηκε ουσιαστικά εκείνη τη νύχτα· η επίσημη θα προκύψει αργότερα, όταν τα τεχνητά εμπόδια που την καθυστερούν –η επιμονή της διεθνούς κοινότητας και κυρίως των ΗΠΑ να αναβάλουν το αναπόφευκτο– καμφθούν με το πέρασμα του χρόνου. Όσο ωστόσο καθυστερεί, τόσο πιο βίαιο θα είναι και το ξέσπασμα που θα την προκαλέσει.
Το νέο μόρφωμα που αναδύεται μέσα σε αυτή την πραγματικότητα είναι φορέας σοβαρών προβλημάτων που του κληρονόμησαν τα λάθη και τα ελαττώματα αυτών που το διαφέντευαν τα προηγούμενα χρόνια.
Η οικονομία δεν δείχνει την παραμικρή τάση ανάνηψης, ενώ ταυτόχρονα κεφάλαια και εταιρίες πλιατσικολογούν ό,τι μπορεί να έχει αξία. Πρόκειται για τη συνωμοσία της νεόκοπης τοπικής ελίτ με τη διεθνή διοίκηση του μορφώματος, η οποία λειτουργεί εις βάρος των πολλών.
Οι αδιαφανείς ιδιωτικοποιήσεις προχωρούν σταθερά και τα προβλήματα στις παμπάλαιες υποδομές διογκώνονται, αυξάνοντας την έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος και καθαρού νερού. Το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται άμεσα με την τοπική πολιτική ελίτ λυμαίνεται την περιοχή, ενώ η διαφθορά αποτελεί πια δομικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, οι μισοί σχεδόν Αλβανοί στο Κοσσυφοπέδιο ζουν κοντά στο όριο της φτώχιας και ακόμη ένα 20% σε συνθήκες εξαθλίωσης. Η κοινωνία φυτοζωεί με τα εμβάσματα των ξενιτεμένων συγγενών και την ελεημοσύνη που στέλνει η διεθνής κοινότητα, ενώ η ανεργία σκαρφαλώνει –προς το παρόν βρίσκεται στο 50%. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειματικό κατά 95%, με τις περισσότερες εισαγωγές να προέρχονται ακόμη και σήμερα από τη Σερβία. Με τα δεδομένα αυτά, η συνέχεια προβλέπεται δυσοίωνη. Ο συνδυασμός πολιτικής κρίσης και δυσλειτουργικής κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην περιοχή.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι νεολαίοι έλκονται, για ακόμη μια φορά, από ριζοσπαστικές φωνές που προτείνουν τις χειρότερες δυνατές λύσεις για την επίλυση των προβλημάτων. Ενώ ο πραγματικός ένοχος υποκρίνεται ότι όλα βαίνουν καλώς, στην κυριολεξία στρουθοκαμηλίζοντας –όπως συνήθως κάνουν και οι οργανισμοί της διεθνούς κοινότητας–, τα τελευταία αποθέματα ειρήνης εξανεμίζονται.
Αυτό που θα απομείνει είναι μια πραγματικότητα ανάπηρη που, ανεξάρτητα από το πως θα εξελιχθούν οι πολιτικές και η διπλωματία, θα ζει εις βάρος της κοινωνίας. Όσο για τους νεότερους –περισσότεροι από τους μίσους κάτοικους της περιοχής είναι κάτω των 25 ετών–, θα ζουν αποκλεισμένοι σε μια περιοχή όπου η δυστυχία τους θα είναι προεξοφλημένη, όντας τα μεγάλα θύματα ενός άχρηστου πολέμου και μιας μεταπολεμικής παρωδίας που κατέστησαν το Κοσσυφοπέδιο μια μαύρη τρύπα στη καρδιά των Βαλκανίων.
Αυτό που ωστόσο δεν έγινε ιδιαίτερα αισθητό, καλυπτόμενο σε μεγάλο βαθμό από τον θόρυβο των πανηγυρισμών και την παραπλανητική εικόνα των μακρο-αναλύσεων για το μέλλον των Βαλκανίων, ήταν η πολύ καλά προετοιμασμένη αντίδραση των Σέρβων του Κοσσόβου. Σε συντονισμό με το Βελιγράδι, όχι μόνο δεν απέμειναν στο περιθώριο των εξελίξεων αλλά βρέθηκαν να πρωταγωνιστούν, εκθέτοντας τον σχεδιασμό και την επιχειρησιακή ικανότητα της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στο Κόσσοβο.
Τις μέρες αμέσως μετά την ανακήρυξη στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο, λειτούργησε με εξαιρετική επιτυχία ένας μηχανισμός που σκοπό είχε να ακυρώσει, συμβολικά αρχικά και στη συνέχεια πρακτικά, την αλβανική απόπειρα απόσχισης. Στελεχωμένος με μέλη της μυστικής αστυνομίας, η οποία χρηματοδοτείται από το Βελιγράδι και είναι εγκατεστημένη στο βόρειο Κόσσοβο από το τέλος του πολέμου, με νεολαίους μέλη ακροδεξιών οργανώσεων και Σέρβους Κοσσοβάρους αποφασισμένους για όλα, ο μηχανισμός αυτός κατάφερε να δημιουργήσει εστίες ελεγχόμενης έντασης.
Τις πρώτες μέρες, οι καθημερινές διαδηλώσεις στη βόρεια Μιτροβίτσα, οι νυχτερινές ανατινάξεις βομβών μπροστά από κτίρια των διεθνών δυνάμεων και οι εμπρησμοί αυτοκινήτων έδιναν την εντύπωση μιας σύγκρουσης εν τη γενέσει της. Το αποτέλεσμα ήταν να αποχωρίσει από τη βόρεια Μιτροβίτσα η προπαρασκευαστική αποστολή της ΕUROLEX, της ευρωπαϊκής αποστολής στο Κόσσοβο, καθώς και να μειωθεί το προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή. Αυτό το κενό διοικητικής εξουσίας, συμβολικό περισσότερο, έσπευσε να καλύψει το Βελιγράδι εγκαινιάζοντας παράρτημα του σέρβικου υπουργείου για το Κόσσοβο και τα Μετόχια στη βόρεια Μιτροβίτσα. Οι δύο οργανωμένες και σφοδρότατες επιθέσεις στα συνοριοφυλάκια του Γιάρινιε και της Μπάνια, στις οποίες συμμετείχαν ντόπιοι Σέρβοι, απέδειξαν επίσης τον ιδιαίτερα υψηλό βαθμό ετοιμότητας και αποφασιστικότητάς τους.
Έτσι, για πρώτη φορά οι Σέρβοι διεμήνυαν ότι όχι μόνο δεν τα παρατούν αλλά πως πρόκειται να παλέψουν σκληρά για ό,τι θεωρούν δικό τους. Στη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας από την ανακήρυξη, οι Σέρβοι αστυνομικοί της πολυεθνικής αστυνομίας των Ηνωμένων Εθνών σταμάτησαν να δέχονται εντολές από την Πρίστινα και αποκατέστησαν την επαφή τους με το Βελιγράδι. Στην πλειοψηφία τους οι αστυνομικοί αυτοί μισθοδοτούνται από τη σερβική κυβέρνηση, ενώ παραμένουν μέλη της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών, η οποία αδυνατεί να τους αποσύρει φοβούμενη το κενό αστυνόμευσης που θα δημιουργηθεί στις περιοχές στις οποίες μονό οι Σέρβοι μπορούν να εργασθούν.
Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας, το βόρειο τμήμα του Κοσσυφοπεδίου έμοιαζε θεσμικά αποσπασμένο από το υπόλοιπο Κόσσοβο και δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα στην εφαρμογή των περαιτέρω σχεδίων της διεθνούς κοινότητας για το Κοσσυφοπέδιο. Η τεράστια παρεξήγηση για τη μεταβίβαση της διοίκησης από την UNMIK στην Ευρωπαϊκή αποστολή, η οποία δεν έχει λυθεί ακόμη, και για τις δικαιοδοσίες της καθεμιάς μετά την ανακήρυξη είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα και των εξελίξεων στο βόρειο Κόσσοβο.
Η απουσία ουσιαστικού ελέγχου της περιοχής, η συνοχή και η πλήρης αποδοχή της απόσπασης της απόπειρας θεσμικού και πολιτικού αποκλεισμού του βορείου Κοσσυφοπεδίου από τους Σέρβους του Κοσσόβου, οδήγησαν στη μεταβίβαση, από πλευράς διεθνούς κοινότητας, της ευθύνης της περιοχής στη στρατιωτική δύναμη της KFOR, η οποία ήταν ουσιαστικά και η μόνη που μπορούσε να παραμείνει ενεργή.
Το αποτέλεσμα ήταν η στρατιωτικοποίηση της ζώνης από τη βόρεια Μιτροβίτσα έως και τα βόρεια σύνορα του Κοσσόβου. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, εικόνες πάνοπλων στρατιωτών που σταματούσαν λεωφορεία με φοιτητές από το Βελιγράδι έξω από τη Μιτροβίτσα, και τα μπλόκα από βαριά τεθωρακισμένα άρματα έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας της περιοχής. Όχι μόνο αυτό δεν βοήθησε στο να αποσυμπιεστεί η ένταση αλλά αποκάλυψε τον πραγματικό ρόλο της Νατοϊκής δύναμης στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο που δεν είναι άλλος από αυτόν του στρατού κατοχής.
Τα σοβαρά επεισόδια της 17ης Μαρτίου, ένα μήνα μετά την ανακήρυξη, με ένα νεκρό αστυνομικό των Ηνωμένων Εθνών και πολλούς τραυματίες, διεθνείς και Σέρβους, διέψευσαν και αυτούς που θεωρούν ότι η ένταση θα εξομαλυνθεί με το πέρασμα του χρόνου. Τη νύχτα μετά τα επεισόδια, η βόρεια Μιτροβίτσα έμοιαζε με προσφάτως απελευθερωμένη πόλη. Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, θέλοντας να αποφύγουν περισσότερα επεισόδια, είχαν αποχωρίσει στο νότιο τμήμα της πόλης, ενώ στο βόρειο περιπολούσαν Σέρβοι αστυνομικοί με πολιτικά, γνωστοί και ως «Φύλακες της Γέφυρας».
Η πραγματική διαίρεση του Κοσσυφοπεδίου επιτεύχθηκε ουσιαστικά εκείνη τη νύχτα· η επίσημη θα προκύψει αργότερα, όταν τα τεχνητά εμπόδια που την καθυστερούν –η επιμονή της διεθνούς κοινότητας και κυρίως των ΗΠΑ να αναβάλουν το αναπόφευκτο– καμφθούν με το πέρασμα του χρόνου. Όσο ωστόσο καθυστερεί, τόσο πιο βίαιο θα είναι και το ξέσπασμα που θα την προκαλέσει.
Το νέο μόρφωμα που αναδύεται μέσα σε αυτή την πραγματικότητα είναι φορέας σοβαρών προβλημάτων που του κληρονόμησαν τα λάθη και τα ελαττώματα αυτών που το διαφέντευαν τα προηγούμενα χρόνια.
Η οικονομία δεν δείχνει την παραμικρή τάση ανάνηψης, ενώ ταυτόχρονα κεφάλαια και εταιρίες πλιατσικολογούν ό,τι μπορεί να έχει αξία. Πρόκειται για τη συνωμοσία της νεόκοπης τοπικής ελίτ με τη διεθνή διοίκηση του μορφώματος, η οποία λειτουργεί εις βάρος των πολλών.
Οι αδιαφανείς ιδιωτικοποιήσεις προχωρούν σταθερά και τα προβλήματα στις παμπάλαιες υποδομές διογκώνονται, αυξάνοντας την έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος και καθαρού νερού. Το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται άμεσα με την τοπική πολιτική ελίτ λυμαίνεται την περιοχή, ενώ η διαφθορά αποτελεί πια δομικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, οι μισοί σχεδόν Αλβανοί στο Κοσσυφοπέδιο ζουν κοντά στο όριο της φτώχιας και ακόμη ένα 20% σε συνθήκες εξαθλίωσης. Η κοινωνία φυτοζωεί με τα εμβάσματα των ξενιτεμένων συγγενών και την ελεημοσύνη που στέλνει η διεθνής κοινότητα, ενώ η ανεργία σκαρφαλώνει –προς το παρόν βρίσκεται στο 50%. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειματικό κατά 95%, με τις περισσότερες εισαγωγές να προέρχονται ακόμη και σήμερα από τη Σερβία. Με τα δεδομένα αυτά, η συνέχεια προβλέπεται δυσοίωνη. Ο συνδυασμός πολιτικής κρίσης και δυσλειτουργικής κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα στην περιοχή.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι νεολαίοι έλκονται, για ακόμη μια φορά, από ριζοσπαστικές φωνές που προτείνουν τις χειρότερες δυνατές λύσεις για την επίλυση των προβλημάτων. Ενώ ο πραγματικός ένοχος υποκρίνεται ότι όλα βαίνουν καλώς, στην κυριολεξία στρουθοκαμηλίζοντας –όπως συνήθως κάνουν και οι οργανισμοί της διεθνούς κοινότητας–, τα τελευταία αποθέματα ειρήνης εξανεμίζονται.
Αυτό που θα απομείνει είναι μια πραγματικότητα ανάπηρη που, ανεξάρτητα από το πως θα εξελιχθούν οι πολιτικές και η διπλωματία, θα ζει εις βάρος της κοινωνίας. Όσο για τους νεότερους –περισσότεροι από τους μίσους κάτοικους της περιοχής είναι κάτω των 25 ετών–, θα ζουν αποκλεισμένοι σε μια περιοχή όπου η δυστυχία τους θα είναι προεξοφλημένη, όντας τα μεγάλα θύματα ενός άχρηστου πολέμου και μιας μεταπολεμικής παρωδίας που κατέστησαν το Κοσσυφοπέδιο μια μαύρη τρύπα στη καρδιά των Βαλκανίων.
Πολωνία: Ταύρος σε υαλοπωλείο
Είχαμε αργήσει ψάχνοντας το κτίριο. Η συναυλία πρέπει να έχει ήδη αρχίσει, υποθέσαμε. Δεν ανησυχούσαμε όμως – οι προσδοκίες μας δεν ήταν μεγάλες έτσι και αλλιώς. Τα μέλη της μπάντας ήταν ερασιτέχνες φοιτητές που αγαπούσαν τη ρέγκε· σε τέτοιες συναυλίες πηγαίνεις περισσότερο για την ατμόσφαιρα παρά για την ποιότητα της μουσικής. Η πολυτεχνειούπολη του Γκντάνσκ δεν είναι μεγάλη, όμως όλα τα κτίρια μοιάζουν μεταξύ τους. Μόλις το βρήκαμε τρέξαμε και χτυπήσαμε στην είσοδο. Η πρώτη έκπληξη μάς περίμενε εκεί. Μας άνοιξαν 2 φουσκωτοί μαυροντυμένοι τύποι με ενδοεπικοινωνία στα αυτιά και αντίστοιχο ύφος. Θυμήθηκα αμέσως τους γορίλες της παραλιακής στην Αθήνα. Ο Κάρλος μου περιέγραψε το αντίστοιχο αργεντίνικο πρότυπο πορτιέρη στο Μπουένος Άιρες. Ήταν η «ασφάλεια» του χώρου, διαπιστώσαμε άφωνοι πληρώνοντας το εισιτήριο και περνώντας τους μεταλλικούς μύλους(!). Για να προχωρήσουμε έπρεπε οι γορίλες αυτοί να μας ψάξουν με ανιχνευτές μετάλλου (όσο και αν έψαξα για εγκληματικότητα στα πολωνέζικα πανεπιστήμια δεν βρήκα τίποτα), και να αφήσουμε υποχρεωτικά τα μπουφάν μας στην γκαρνταρόμπα επί πληρωμή σε διαφορετική περίπτωση απλά δεν επιτρεπόταν να μπούμε. Η αρχική καλή μας διάθεση είχε ήδη διαταραχτεί.
Η συναυλία πράγματι είχε αρχίσει. Υπήρχε πολύς κόσμος μπροστά που έδειχνε να περνάει καλά και αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και εμείς βάζοντας την εικόνα της εισόδου πίσω μας. Αλλά δυστυχώς η είσοδος δεν ήταν η εξαίρεση.
Αντίγραφα των γοριλλών υπήρχαν παντού. Έδειχναν σαν να ήταν οι άρχοντες του χώρου. Κάμερες σε όλες τις γωνιές (ακόμα και στις τουαλέτες). Και όμως οι μόνοι που έδειξαν να τα παρατηρούν όλα αυτά ήμασταν εμείς. Κατά τα άλλα συνεχίζαμε να βρισκόμαστε σε συναυλία σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι λέξεις freedom και independence που όλοι τραγουδούσαν μας φανήκαν σχεδόν άκαιρες. Τα μπλουζάκια της Τζαμάικα και του Μάρλευ άστοχα. «Ήμασταν πράγματι σε φοιτητικό χώρο;» αναρωτιόμασταν.
Η όλη αίθουσα έμοιαζε αποστειρωμένη, τρομερά καθαρή και τακτοποιημένη. Πάνω από την σκηνή υπήρχε το λογότυπο γνωστού αναψυκτικού. Οι «υπερβολικές» αντιδράσεις ήταν απαγορευμένες. Κάποια στιγμή ένας μικροκαβγάς ήταν αρκετός ώστε οι γορίλες να αναλάβουν δράση και να πετάξουν τους «άτακτους» έξω από το κτίριο χωρίς πολλά πολλά. Όλοι θεώρησαν φυσική την εξέλιξη. Μερικοί μάλιστα την επικρότησαν και έπειτα συνέχισαν να χορεύουν τραγουδώντας για την ελευθερία και τη μάνα γη. Από που όμως τους πέταξαν έξω; Από το πανεπιστημιακό άσυλο; Aπό τον χώρο που υποτίθεται αποφασίζουν αυτόνομα; Που η αυτοοργάνωση είναι δικαίωμα, και που η καταστολή και κάθε είδους αστυνομικός έλεγχος δεν επιτρέπεται;
Καθώς φεύγαμε στη μέση της συναυλίας αρχίσαμε να ψαχνόμαστε τι έχει συμβεί πράγματι στη χώρα σε σχέση με την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας παιδείας. Μετά από λίγες μέρες ψαξίματος διαπιστώσαμε τα πιο βασικά.
1. Η Πολωνία εισήγαγε ήδη από το 1990(!) νόμο για την ιδιωτικοποίηση της παιδείας και την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Αμέσως μετά δηλαδή την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού.
2. Το άσυλο ισχύει στα χαρτιά και με πολλούς περιορισμούς. Παρόλο που απαιτείται δικαστική εντολή και άδεια από τις πανεπιστημιακές αρχές, η αστυνομία δεν τηρεί ούτε αυτούς τους βασικούς κανόνες. Πρόσφατα έγινε εισβολή χωρίς άδεια σε φοιτητική εστία για τη δίωξη «εγκληματία» που αντάλλαζε ταινίες και μουσικά αρχεία στο ίντερνετ!!
3. Ο ιδιωτικός τομέας δραστηριοποιείται πλέον με χορηγίες, σπόνσορες και χρηματοδότηση, με τα αντίστοιχα ανταλλάγματα φυσικά –συμμετοχή στο μάνατζμεντ και στην έρευνα.
4. Ένας στους 4 φοιτητές πληρώνει δίδακτρα με το ποσοστό να μεγαλώνει κάθε χρόνο, ενώ έχουν περικοπεί κατά πολύ τα επιδόματα βοηθείας στους απόρους φοιτητές.
5. Τα πανεπιστήμια και οι καθηγητές αξιολογούνται συνεχώς και η χρηματοδότηση εξαρτάται από την αξιολόγηση αυτή καθώς και στις ικανότητες κάθε μάνατζερ πρύτανη, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Τα χρήματα για έρευνα είναι της πλάκας. Πολλά ιδιωτικά πανεπιστήμια θεωρούνται καλύτερα από τα δημόσια σε επίπεδο σπουδών.
6. Όλα σχεδόν τα δημόσια πανεπιστήμια λόγω του ανταγωνισμού και της ελλιπούς χρηματοδότησης έχουν εφαρμόσει την επί πληρωμή εναλλακτική φοίτηση το Σαββατοκύριακο, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν ιδιωτικά ιδρύματα.
Η εικόνα αυτή δεν ισχύει φυσικά μόνο για την παιδεία. Στις πρώην «λαϊκές δημοκρατίες», ο καπιταλισμός μπήκε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. Δικαιώματα που οι καπιταλιστές προσπαθούν να καταργήσουν εδώ και δεκαετίες στη δύση (παιδεία, υγειά, κοινωνική ασφάλιση), εδώ χάθηκαν σε 2-3 χρονιά στις αρχές του 1990 χωρίς καθόλου αντίσταση. Ως δούρειος ίππος για αυτό λειτούργησε το μίσος για το προηγούμενο καθεστώς, καθώς και η καπιταλιστική γυαλάδα η οποία δυστυχώς δεν είναι χρυσός. Δεν είναι τυχαίο ότι η Πολωνία (και όλες οι υπόλοιπες χώρες με την αντίστοιχη fast-food μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο) είναι από τις πλέον αμερικανόφιλες χώρες, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Και παρά το γεγονός ότι η συνειδητοποίηση της σημερινής κατάστασης έχει αρχίσει να χτίζει κάποια μικρά οχυρά αντίστασης, πολλές σημαντικές μάχες έχουν ήδη χαθεί αυτά τα 20 τελευταία χρόνια.
idealkrush
Η συναυλία πράγματι είχε αρχίσει. Υπήρχε πολύς κόσμος μπροστά που έδειχνε να περνάει καλά και αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και εμείς βάζοντας την εικόνα της εισόδου πίσω μας. Αλλά δυστυχώς η είσοδος δεν ήταν η εξαίρεση.
Αντίγραφα των γοριλλών υπήρχαν παντού. Έδειχναν σαν να ήταν οι άρχοντες του χώρου. Κάμερες σε όλες τις γωνιές (ακόμα και στις τουαλέτες). Και όμως οι μόνοι που έδειξαν να τα παρατηρούν όλα αυτά ήμασταν εμείς. Κατά τα άλλα συνεχίζαμε να βρισκόμαστε σε συναυλία σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι λέξεις freedom και independence που όλοι τραγουδούσαν μας φανήκαν σχεδόν άκαιρες. Τα μπλουζάκια της Τζαμάικα και του Μάρλευ άστοχα. «Ήμασταν πράγματι σε φοιτητικό χώρο;» αναρωτιόμασταν.
Η όλη αίθουσα έμοιαζε αποστειρωμένη, τρομερά καθαρή και τακτοποιημένη. Πάνω από την σκηνή υπήρχε το λογότυπο γνωστού αναψυκτικού. Οι «υπερβολικές» αντιδράσεις ήταν απαγορευμένες. Κάποια στιγμή ένας μικροκαβγάς ήταν αρκετός ώστε οι γορίλες να αναλάβουν δράση και να πετάξουν τους «άτακτους» έξω από το κτίριο χωρίς πολλά πολλά. Όλοι θεώρησαν φυσική την εξέλιξη. Μερικοί μάλιστα την επικρότησαν και έπειτα συνέχισαν να χορεύουν τραγουδώντας για την ελευθερία και τη μάνα γη. Από που όμως τους πέταξαν έξω; Από το πανεπιστημιακό άσυλο; Aπό τον χώρο που υποτίθεται αποφασίζουν αυτόνομα; Που η αυτοοργάνωση είναι δικαίωμα, και που η καταστολή και κάθε είδους αστυνομικός έλεγχος δεν επιτρέπεται;
Καθώς φεύγαμε στη μέση της συναυλίας αρχίσαμε να ψαχνόμαστε τι έχει συμβεί πράγματι στη χώρα σε σχέση με την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας παιδείας. Μετά από λίγες μέρες ψαξίματος διαπιστώσαμε τα πιο βασικά.
1. Η Πολωνία εισήγαγε ήδη από το 1990(!) νόμο για την ιδιωτικοποίηση της παιδείας και την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Αμέσως μετά δηλαδή την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλισμού.
2. Το άσυλο ισχύει στα χαρτιά και με πολλούς περιορισμούς. Παρόλο που απαιτείται δικαστική εντολή και άδεια από τις πανεπιστημιακές αρχές, η αστυνομία δεν τηρεί ούτε αυτούς τους βασικούς κανόνες. Πρόσφατα έγινε εισβολή χωρίς άδεια σε φοιτητική εστία για τη δίωξη «εγκληματία» που αντάλλαζε ταινίες και μουσικά αρχεία στο ίντερνετ!!
3. Ο ιδιωτικός τομέας δραστηριοποιείται πλέον με χορηγίες, σπόνσορες και χρηματοδότηση, με τα αντίστοιχα ανταλλάγματα φυσικά –συμμετοχή στο μάνατζμεντ και στην έρευνα.
4. Ένας στους 4 φοιτητές πληρώνει δίδακτρα με το ποσοστό να μεγαλώνει κάθε χρόνο, ενώ έχουν περικοπεί κατά πολύ τα επιδόματα βοηθείας στους απόρους φοιτητές.
5. Τα πανεπιστήμια και οι καθηγητές αξιολογούνται συνεχώς και η χρηματοδότηση εξαρτάται από την αξιολόγηση αυτή καθώς και στις ικανότητες κάθε μάνατζερ πρύτανη, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Τα χρήματα για έρευνα είναι της πλάκας. Πολλά ιδιωτικά πανεπιστήμια θεωρούνται καλύτερα από τα δημόσια σε επίπεδο σπουδών.
6. Όλα σχεδόν τα δημόσια πανεπιστήμια λόγω του ανταγωνισμού και της ελλιπούς χρηματοδότησης έχουν εφαρμόσει την επί πληρωμή εναλλακτική φοίτηση το Σαββατοκύριακο, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν ιδιωτικά ιδρύματα.
Η εικόνα αυτή δεν ισχύει φυσικά μόνο για την παιδεία. Στις πρώην «λαϊκές δημοκρατίες», ο καπιταλισμός μπήκε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. Δικαιώματα που οι καπιταλιστές προσπαθούν να καταργήσουν εδώ και δεκαετίες στη δύση (παιδεία, υγειά, κοινωνική ασφάλιση), εδώ χάθηκαν σε 2-3 χρονιά στις αρχές του 1990 χωρίς καθόλου αντίσταση. Ως δούρειος ίππος για αυτό λειτούργησε το μίσος για το προηγούμενο καθεστώς, καθώς και η καπιταλιστική γυαλάδα η οποία δυστυχώς δεν είναι χρυσός. Δεν είναι τυχαίο ότι η Πολωνία (και όλες οι υπόλοιπες χώρες με την αντίστοιχη fast-food μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο) είναι από τις πλέον αμερικανόφιλες χώρες, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Και παρά το γεγονός ότι η συνειδητοποίηση της σημερινής κατάστασης έχει αρχίσει να χτίζει κάποια μικρά οχυρά αντίστασης, πολλές σημαντικές μάχες έχουν ήδη χαθεί αυτά τα 20 τελευταία χρόνια.
idealkrush
Γαλλία : οι εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά σε απεργία
Το πρώτο κύμα της απεργίας ξεκίνησε στις 15 Απριλίου, στις 6 το πρωί και στην πλειονότητα των λεγόμενων κλάδων «έντασης εργασίας» όπου απασχολούνται, σχεδόν αποκλειστικά, εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά. Σε οικοδομές, εστιατόρια, ξενοδοχεία και συνεργεία καθαρισμού, σκούπες, δίσκοι και μυστριά μπήκαν στην άκρη για να σηκωθούν τα πανώ της απεργίας, που σε πολλές περιπτώσεις ανήγγειλαν και την ταυτόχρονη κατάληψη του χώρου από τους απεργούς. Για πρώτη φορά, στις-στους απεργούς καταγράφονται και τα λεγόμενα επαγγέλματα κατ’οίκον, οικιακοί βοηθοί, φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, όπου σημειώνεται μεγάλη συμμετοχή γυναικών. Η έναρξη του πρώτου κύματος πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη του συνδικάτου της CGT και της συλλογικότητας για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των χωρίς χαρτιά Droits Devant (Τα δικαιώματα μπροστά), για να κερδίσει στη συνέχεια και αυτή των ανεξάρτητων συνδικάτων βάσης Solidaires και της αναρχικής CNT. Στο κέντρο της κινητοποίησης, το σπάσιμο του φόβου και της σιωπής πάνω στην άγρια εκμετάλλευση και τις άθλιες συνθήκες που υφίστανται οι εργαζομένοι χωρίς χαρτιά: αυθαιρεσία των εργοδοτών που ποτέ δεν λείπει και που χρησιμοποιεί συστηματικά το φόβο για τον εξαναγκασμό των εργαζομένων σε εξαντλητικά ωράρια χωρίς καταβολή των δεδουλευμένων, σε ελλειπή μέτρα προστασίας τους στην εργασία, σε άθλιες συνθήκες στέγασης, χωρίς να ξεχνάμε τον αποκλεισμό τους από μια σειρά κοινωνικών παροχών (ασφάλιση, ταμείο ανεργίας, επιδόματα ενοικίου και παιδιών, δώρα, επίδομα αδείας) ενώ πληρώνουν φόρους και καταβάλλουν εισφορές όπως το σύνολο των εργαζομένων. Σε αυτό το πλαίσιο, το αίτημα που μπόρεσε να συμπυκνώσει όλες τις διεκδικήσεις ήταν ένα: άμεση νομιμοποίηση χωρίς διακρίσεις όλων των εργαζομένων χωρίς χαρτιά.
Όμως η κυβέρνηση δεν φαίνεται να είναι καθόλου σύμφωνη με αυτό το αίτημα, ιδιαίτερα στο βαθμό που ετοιμάζει την τελική τροπολογία του νέου νόμου για τη μετανάστευση, σύμφωνα με τον οποίο χιλιάδες οικογένειες μεταναστών θα αναγκαστούν να πάρουν την επόμενη πτήση τσάρτερ. Έτσι, και μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσουν και τις πιο άθλιες μεθόδους για τη διάσπαση και τη χειραγώγηση του κινήματος, αυτό που προτείνουν, πάντα σε ένα πλαίσιο «καλής θέλησης» και «κατανόησης», είναι η εξέταση κατά περίπτωση των 1000 αιτήσεων που έχουν κατατεθεί στη Νομαρχία. Μέχρι σήμερα μόνο οι 100 από αυτές έχουν εξεταστεί και οι λύσεις που προτείνονται, ιδιαίτερα ετερογενείς προς αποφυγή μιας μαζικής νομιμοποίησης, κυμαίνονται από την πλήρη νομιμοποίηση μέχρι την έκδοση κάρτας εργασίας η οποία θα λήγει μαζί με τη σύμβαση εργασίας. Είναι αποκαλυπτικό ότι, όταν αμέσως μετά την εκδήλωση του πρώτου απεργιακού κύματος το «παρισινό συντονιστικό των χωρίς χαρτιά» επιχείρησε να καταθέσει στη Νομαρχία άλλες 1000 αιτήσεις που είχε συγκεντρώσει, η τελευταία το παρέπεμψε στην CGT, συμπληρώνοντας ότι είναι ο μόνος φορέας με τον οποίο δέχεται να συνδιαλλαγεί. Το κατάφωρο αυτό ψέμα δεν εμπόδισε το συντονιστικό να καταλάβει το κεντρικό κτίριο της CGT στο Παρίσι με αίτημα την ενσωμάτωσή τους στις διαπραγματεύσεις και ενώ η τελευταία προσπαθούσε για μέρες να εξηγήσει ότι ο μόνος δρόμος που είχε να προτείνει ήταν αυτός της απεργίας. Όπερ και εγένετο, παρά τις εσωτερικές στο κίνημα αντιπαραθέσεις – που επίσης δεν λείπουν ποτέ – και από τις 20 Μάη εκδηλώθηκε το δεύτερο απεργιακό κύμα έχοντας τις περισσότερες φορές να αντιμετωπίσει από τις απειλές και τη βία των αφεντικών (κόψιμο νερού, κλείσιμο τουαλέτας στην κατάληψη του κτιρίου της επιχείρησης, εμπόδιση εξόδου με την απειλή ότι δεν θα ξαναμπούν), μέχρι και την εμφανή εχθρότητα των πελατών που, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν δίστασαν να στείλουν τους απεργούς εκεί από όπου έρχονται.
Και ενώ πολλές φορές, η απεργία συμπεριλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων μιας επιχείρησης, στην πλειοψηφία τους αφρικανοί, παρά τα κροκοδείλια δάκρυα των αφεντικών ότι δεν γνώριζαν την κατάσταση τους – μέγα ψέμα αφού εδώ και ένα χρόνο υποχρεούνται να έχουν ελέγξει τα χαρτιά τους – είναι σαφές ότι οι εν λόγω κλάδοι λειτουργούν μόνο χάρη στο καθεστώς σύγχρονης δουλείας που υφίστανται οι εργαζόμενοι για να μπορεί το αφεντικό, τις περισσότερες φορές ιδιοκτήτης της νιοστής θυγατρικής στην διεκπεραίωση ενός έργου, να κερδίζει ακόμη. Όμως οι απεργοί, εκτός της βίας, κοινωνικής και κρατικής, συναντούν και μια ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεγγύη από τον κόσμο της γειτονιάς, τους συλλόγους και βέβαια τα συνδικάτα που αναφέραμε παραπάνω.
Τέλος, δεν έλειψαν ούτε και οι απεργίες πείνας, κυρίως εκεί όπου οι εργαζόμενοι βρέθηκαν μόνοι τους και όπου η απεργία δεν ήταν δυνατή. Είναι συνεπώς σε αυτό το σημείο που το ζήτημα τίθεται με τη μεγαλύτερη ένταση: την ίδια στιγμή που η αλληλεγγύη στην τόλμη και την αγωνιστικότητα των απεργών και των συνδικάτων που τους στηρίζουν κορυφώνεται, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τι γίνεται εκεί όπου οι εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά βρίσκονται απομονωμένοι και πολλές φορές αποστερημένοι από την υποστήριξη των ίδιων των συναδέλφων τους, νόμιμων μεταναστών ή ντόπιων. Δεν είναι τυχαίο ότι η απάντηση της κυβέρνησης, δια στόματος του υπουργού μετανάστευσης Μπρίς Ορτεφέ, όταν βρέθηκε ενώπιον του ζητήματος της εκμετάλλευσης στην οποία εκθέτει τους εργαζομένους η στέρηση των χαρτιών τους, ήταν ότι δεν μπορούμε να δώσουμε χαρτιά σε αυτούς που δεν έχουν, όταν η ανεργία σε αυτούς που έχουν αγγίζει το 20%. Κυνισμός είπατε ;
Όμως η κυβέρνηση δεν φαίνεται να είναι καθόλου σύμφωνη με αυτό το αίτημα, ιδιαίτερα στο βαθμό που ετοιμάζει την τελική τροπολογία του νέου νόμου για τη μετανάστευση, σύμφωνα με τον οποίο χιλιάδες οικογένειες μεταναστών θα αναγκαστούν να πάρουν την επόμενη πτήση τσάρτερ. Έτσι, και μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσουν και τις πιο άθλιες μεθόδους για τη διάσπαση και τη χειραγώγηση του κινήματος, αυτό που προτείνουν, πάντα σε ένα πλαίσιο «καλής θέλησης» και «κατανόησης», είναι η εξέταση κατά περίπτωση των 1000 αιτήσεων που έχουν κατατεθεί στη Νομαρχία. Μέχρι σήμερα μόνο οι 100 από αυτές έχουν εξεταστεί και οι λύσεις που προτείνονται, ιδιαίτερα ετερογενείς προς αποφυγή μιας μαζικής νομιμοποίησης, κυμαίνονται από την πλήρη νομιμοποίηση μέχρι την έκδοση κάρτας εργασίας η οποία θα λήγει μαζί με τη σύμβαση εργασίας. Είναι αποκαλυπτικό ότι, όταν αμέσως μετά την εκδήλωση του πρώτου απεργιακού κύματος το «παρισινό συντονιστικό των χωρίς χαρτιά» επιχείρησε να καταθέσει στη Νομαρχία άλλες 1000 αιτήσεις που είχε συγκεντρώσει, η τελευταία το παρέπεμψε στην CGT, συμπληρώνοντας ότι είναι ο μόνος φορέας με τον οποίο δέχεται να συνδιαλλαγεί. Το κατάφωρο αυτό ψέμα δεν εμπόδισε το συντονιστικό να καταλάβει το κεντρικό κτίριο της CGT στο Παρίσι με αίτημα την ενσωμάτωσή τους στις διαπραγματεύσεις και ενώ η τελευταία προσπαθούσε για μέρες να εξηγήσει ότι ο μόνος δρόμος που είχε να προτείνει ήταν αυτός της απεργίας. Όπερ και εγένετο, παρά τις εσωτερικές στο κίνημα αντιπαραθέσεις – που επίσης δεν λείπουν ποτέ – και από τις 20 Μάη εκδηλώθηκε το δεύτερο απεργιακό κύμα έχοντας τις περισσότερες φορές να αντιμετωπίσει από τις απειλές και τη βία των αφεντικών (κόψιμο νερού, κλείσιμο τουαλέτας στην κατάληψη του κτιρίου της επιχείρησης, εμπόδιση εξόδου με την απειλή ότι δεν θα ξαναμπούν), μέχρι και την εμφανή εχθρότητα των πελατών που, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν δίστασαν να στείλουν τους απεργούς εκεί από όπου έρχονται.
Και ενώ πολλές φορές, η απεργία συμπεριλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων μιας επιχείρησης, στην πλειοψηφία τους αφρικανοί, παρά τα κροκοδείλια δάκρυα των αφεντικών ότι δεν γνώριζαν την κατάσταση τους – μέγα ψέμα αφού εδώ και ένα χρόνο υποχρεούνται να έχουν ελέγξει τα χαρτιά τους – είναι σαφές ότι οι εν λόγω κλάδοι λειτουργούν μόνο χάρη στο καθεστώς σύγχρονης δουλείας που υφίστανται οι εργαζόμενοι για να μπορεί το αφεντικό, τις περισσότερες φορές ιδιοκτήτης της νιοστής θυγατρικής στην διεκπεραίωση ενός έργου, να κερδίζει ακόμη. Όμως οι απεργοί, εκτός της βίας, κοινωνικής και κρατικής, συναντούν και μια ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεγγύη από τον κόσμο της γειτονιάς, τους συλλόγους και βέβαια τα συνδικάτα που αναφέραμε παραπάνω.
Τέλος, δεν έλειψαν ούτε και οι απεργίες πείνας, κυρίως εκεί όπου οι εργαζόμενοι βρέθηκαν μόνοι τους και όπου η απεργία δεν ήταν δυνατή. Είναι συνεπώς σε αυτό το σημείο που το ζήτημα τίθεται με τη μεγαλύτερη ένταση: την ίδια στιγμή που η αλληλεγγύη στην τόλμη και την αγωνιστικότητα των απεργών και των συνδικάτων που τους στηρίζουν κορυφώνεται, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τι γίνεται εκεί όπου οι εργαζόμενοι χωρίς χαρτιά βρίσκονται απομονωμένοι και πολλές φορές αποστερημένοι από την υποστήριξη των ίδιων των συναδέλφων τους, νόμιμων μεταναστών ή ντόπιων. Δεν είναι τυχαίο ότι η απάντηση της κυβέρνησης, δια στόματος του υπουργού μετανάστευσης Μπρίς Ορτεφέ, όταν βρέθηκε ενώπιον του ζητήματος της εκμετάλλευσης στην οποία εκθέτει τους εργαζομένους η στέρηση των χαρτιών τους, ήταν ότι δεν μπορούμε να δώσουμε χαρτιά σε αυτούς που δεν έχουν, όταν η ανεργία σε αυτούς που έχουν αγγίζει το 20%. Κυνισμός είπατε ;
Συνάντηση της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς στο Παρίσι
Στην εκπνοή του επετειακού τούτου Μάη, στο θεατράκι Belle Etoile που φέρει κόκκινο αστέρι και στεγάζει το μουσικό θίασο Jolie Môme , 34 οργανώσεις από 15 χώρες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της LCR για μια συνάντηση κομμάτων και οργανώσεων της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Κι αν στο παρελθόν δεν έλειψαν παρόμοιες διεθνείς συναντήσεις, όμως τόσο ο αριθμός των συμμετεχόντων όσο και η ποιότητα των συζητήσεων αυτού του διημέρου ήταν χωρίς προηγούμενο.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεν ήταν οι μνήμες και οι παρακαταθήκες του Μάη του ‘68 αλλά αυτές των πρόσφατων εγχειρημάτων ανασύνθεσης της ευρωπαϊκής αριστεράς που, άλλοτε αποτυχημένα κι άλλοτε ελπιδοφόρα τροφοδοτούν τη συλλογική εμπειρία των πολιτικών δυνάμεων που προσβλέπουν σε μια ρήξη με την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και τις καταστροφικές της συνέπειες για τα εργατικά, κοινωνικά και πολιτικά κεκτημένα, για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Κι ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η κρίση αποτυπώνεται σε εξεγέρσεις εξαιτίας της πείνας, σε μια από τις σημαντικότερες οικονομικο-πιστοτικο-χρηματιστηριακές κρίσεις, στις ατέρμονες όσο και αδιέξοδες ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις σε Ιρακ, Αφγανιστάν και Μέση Ανατολή, σε μια περιβαλλοντική καταστροφή που προκαλεί μόνο επιδερμικές αντιδράσεις, το παγκόσμιο κίνημα δεν φαίνεται να εγείρει τις αναγκαίες αντιστάσεις και να οδηγείται στον απαιτούμενο συντονισμό και εμβάθυνση. Στην Ευρώπη πάλι, σε συμφραζόμενα ανασύνταξης και ενδυνάμωσης μιας «ακομπλεξάριστης» δεξιάς που διαθέτει όλα τα μέσα για το διεθνή της συντονισμό και οργάνωση φλερτάροντας με την ιδεολογία και συχνά τις πρακτικές της παραδοσιακής ακροδεξιάς, και απέναντι σε μια σοσιαλδημοκρατία που ολοκληρώνει την πορεία ενσωμάτωσής της σε μια νεοφιλελεύθερη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά χωρίς μεταρρυθμίσεις, συμπαρασύροντας σε αυτές της τις επιλογές και ένα μέρος των συνιστωσών του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, οι δυνάμεις που διατυμπανίζουν το ριζοσπαστικό διεθνισμό τους δυσκολεύονται να χαράξουν έναν πραγματικά διεθνιστικό και αποτελεσματικό ορίζοντα εναλλακτικών τακτικών και στρατηγικών σχεδιασμών. Αυτό ακριβώς ήταν και το επίδικο της συγκεκριμένης συνάντησης: ένα πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αναζήτησης του τι μπορούμε να ελπίζουμε και τι μπορούμε να πράξουμε μέσα από κοινές παρεμβάσεις και δράσεις που δεν θα μένουν περιχαρακωμένες στα όρια των υπαρχόντων κρατών εθνών αλλά θα συγκλίνουν σε πρακτικές με ευρύτερη ορατότητα και όραμα την κοινωνική αλλαγή, που δεν θα μένουν περιχαρακωμένες στα εξαρτημένα ανακλαστικά μιας επαναστατικής και συχνά σεκταριστικής αριστεράς αλλά με πρόταγμα τις ενωτικές δράσεις και σε ώσμωση με τα κινήματα θα είναι σε θέση να τροφοδοτηθούν αλλά και να παρέμβουν σε αυτά και μαζί με αυτά.
Κι επειδή τα παραπάνω μπορούν πολύ εύκολα να ολισθήσουν σε ένα ευπροσήγορο ευχολόγιο, καθορίστηκαν και τρεις άξονες δράσης που θα μπορούσαν να κάνουν τα πράγματα πιο συγκεκριμένα, δοκιμάζοντας στην πράξη τις προγραμματικές συμφωνίες. Πόλεμος και ιμπεριαλισμός, μετανάστευση και ρατσισμός, κλιματική αλλαγή και ριζοσπαστική οικολογία συμφωνήθηκε να είναι οι θεματικές από τις οποίες θα εκκινήσει η κοινή προσπάθεια και συντονισμός. Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Γερμανία, η Σύνοδος του ευρωπαϊκού υπουργικού συμβουλίου για τη μετανάστευση στο Παρίσι και η Σύνοδος της Κοπεγχάγης για την κλιματική αλλαγή μπορούν να αποτελέσουν ισχυρές στιγμές αυτού του εγχειρήματος που περνά αναντίρρητα από το ΕΚΦ στο Μάλμε, όπως και από το επόμενο ΕΚΦ στην Ισταμπούλ (2010).
Η συνάντηση όμως δεν εξαντλήθηκε σε εξαγγελίες για δράσεις και κινητοποιήσεις που επιτρέπουν μια στοιχειώδη έστω ενότητα αντινεοφιλελεύθερων και αντικαπιταλιστικών πολιτικών δυνάμεων, αλλά ανέδειξε και κάποιους άξονες που οριοθετούν τις πολιτικές επιλογές μιας συνεπούς ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς (ΕΑΑ): η πλήρης ανεξαρτησία από τη σοσιαλδημοκρατία και η κριτική στάση στους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των συνδικάτων του συμβιβασμού και της συνδιαχείρισης, συνιστούν τους καθοριστικούς παράγοντες για τη συγκρότηση σε ευρωπαϊκή κλίμακα ενός μορφώματος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Και παρότι πολλές από τις οργανώσεις και κόμματα που συμμετείχαν στη συνάντηση αυτή έβρισκαν για συναπτά έτη μια θέση άλλοτε κριτική κι άλλοτε πλήρους ταύτισης στα πλαίσια του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), οι πρόσφατες εξελίξεις, κυρίως στην Ιταλία, έχουν εν πολλοίς απονομιμοποιήσει τη χρησιμότητα αυτής της «κοινής ομπρέλλας». Δεν είναι τυχαίο το ότι η κάθοδος του ΚΕΑ με ενιαίο ψηφοδέλτιο στις επόμενες ευρωεκλογές μοιάζει αδύνατη. Πως όμως μπορεί να αναδειχθεί μια εναλλακτική όταν τα εθνικά επίδικα επικαθορίζουν και τις διεθνείς συμμαχίες; Αν στην Ελλάδα μια κοινή κάθοδος του ΕΝΑΝΤΙΑ και του ΜΕΡΑ υπό το σήμα του ΕΑΑ δείχνει εφικτή, τι γίνεται με τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που ενώ θα προσέβλεπαν στην ίδια ευρωπαϊκή εκπροσώπηση εγγράφονται σε διακριτά πολιτικά εγχειρήματα, έχουν επενδύσει σε αυτά και, σε κάποιες περιπτώσεις, προσβλέπουν και σε ανταλλάγματα; Τέτοιες όμως σπαζοκεφαλιές δεν αφορούν μόνο την ελληνική πραγματικότητα. Σε Πορτογαλία, Γερμανία και Μεγάλη Βρετανία, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, οι συσχετισμοί δυνάμεων στους κόλπους της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν κάνουν τις επιλογές ευκολότερες. Και γι αυτό δεν ευθύνεται μόνο η πολυδιάσπαση ή η «παθολογία» του χώρου, αλλά και η έκβαση ή καλύτερα η μη έκβαση της κουβέντας για το περιεχόμενο ενός αντινεοφιλελεύθερου και ενός αντικαπιταλιστικού προτάγματος. Σε κάθε περίπτωση, μια επόμενη συνάντηση της ΕΑΑ προτάθηκε για τα τέλη Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη προκειμένου να δωθούν πιο συγκεκριμένες απαντήσεις στο ζήτημα των ευρωεκλογών. Ένα καλοκαίρι μπορεί να βοηθήσει ;
http://www.cie-joliemome.org/
Κοκκινοπράσινη Συμμαχία από Δανία. MPS, Solidarité, Gauche Anticapitaliste από Ελβετία. RSB, ISL, IL,BASG, Marx 21 από Γερμανία. Σοσιαλιστικό Κόμμα Σουηδίας. Εργατικό Κόμμα Πολωνίας. LCR/SAP από Βέλγιο. Σοσιαλιστική Ένωση από Νορβηγία. Sosialist Scotish Parti, Socialist Resistance, SWP, Respect από Μεγάλη Βρετανία. Espacio Alternativo από Ισπανία, ÖDP από Τουρκία. Αριστερό Μπλόκ από Πορτογαλία. Sinistra Critica από Ιταλία. SAP από Ολλανδία. ISO από Ηνωμένες Πολιτείες.ΝΑΡ, ΣΥΡΙΖΑ και ΕΝΑΝΤΙΑ με τις συνιστώσες τους από Ελλάδα.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεν ήταν οι μνήμες και οι παρακαταθήκες του Μάη του ‘68 αλλά αυτές των πρόσφατων εγχειρημάτων ανασύνθεσης της ευρωπαϊκής αριστεράς που, άλλοτε αποτυχημένα κι άλλοτε ελπιδοφόρα τροφοδοτούν τη συλλογική εμπειρία των πολιτικών δυνάμεων που προσβλέπουν σε μια ρήξη με την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και τις καταστροφικές της συνέπειες για τα εργατικά, κοινωνικά και πολιτικά κεκτημένα, για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Κι ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η κρίση αποτυπώνεται σε εξεγέρσεις εξαιτίας της πείνας, σε μια από τις σημαντικότερες οικονομικο-πιστοτικο-χρηματιστηριακές κρίσεις, στις ατέρμονες όσο και αδιέξοδες ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις σε Ιρακ, Αφγανιστάν και Μέση Ανατολή, σε μια περιβαλλοντική καταστροφή που προκαλεί μόνο επιδερμικές αντιδράσεις, το παγκόσμιο κίνημα δεν φαίνεται να εγείρει τις αναγκαίες αντιστάσεις και να οδηγείται στον απαιτούμενο συντονισμό και εμβάθυνση. Στην Ευρώπη πάλι, σε συμφραζόμενα ανασύνταξης και ενδυνάμωσης μιας «ακομπλεξάριστης» δεξιάς που διαθέτει όλα τα μέσα για το διεθνή της συντονισμό και οργάνωση φλερτάροντας με την ιδεολογία και συχνά τις πρακτικές της παραδοσιακής ακροδεξιάς, και απέναντι σε μια σοσιαλδημοκρατία που ολοκληρώνει την πορεία ενσωμάτωσής της σε μια νεοφιλελεύθερη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά χωρίς μεταρρυθμίσεις, συμπαρασύροντας σε αυτές της τις επιλογές και ένα μέρος των συνιστωσών του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, οι δυνάμεις που διατυμπανίζουν το ριζοσπαστικό διεθνισμό τους δυσκολεύονται να χαράξουν έναν πραγματικά διεθνιστικό και αποτελεσματικό ορίζοντα εναλλακτικών τακτικών και στρατηγικών σχεδιασμών. Αυτό ακριβώς ήταν και το επίδικο της συγκεκριμένης συνάντησης: ένα πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αναζήτησης του τι μπορούμε να ελπίζουμε και τι μπορούμε να πράξουμε μέσα από κοινές παρεμβάσεις και δράσεις που δεν θα μένουν περιχαρακωμένες στα όρια των υπαρχόντων κρατών εθνών αλλά θα συγκλίνουν σε πρακτικές με ευρύτερη ορατότητα και όραμα την κοινωνική αλλαγή, που δεν θα μένουν περιχαρακωμένες στα εξαρτημένα ανακλαστικά μιας επαναστατικής και συχνά σεκταριστικής αριστεράς αλλά με πρόταγμα τις ενωτικές δράσεις και σε ώσμωση με τα κινήματα θα είναι σε θέση να τροφοδοτηθούν αλλά και να παρέμβουν σε αυτά και μαζί με αυτά.
Κι επειδή τα παραπάνω μπορούν πολύ εύκολα να ολισθήσουν σε ένα ευπροσήγορο ευχολόγιο, καθορίστηκαν και τρεις άξονες δράσης που θα μπορούσαν να κάνουν τα πράγματα πιο συγκεκριμένα, δοκιμάζοντας στην πράξη τις προγραμματικές συμφωνίες. Πόλεμος και ιμπεριαλισμός, μετανάστευση και ρατσισμός, κλιματική αλλαγή και ριζοσπαστική οικολογία συμφωνήθηκε να είναι οι θεματικές από τις οποίες θα εκκινήσει η κοινή προσπάθεια και συντονισμός. Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Γερμανία, η Σύνοδος του ευρωπαϊκού υπουργικού συμβουλίου για τη μετανάστευση στο Παρίσι και η Σύνοδος της Κοπεγχάγης για την κλιματική αλλαγή μπορούν να αποτελέσουν ισχυρές στιγμές αυτού του εγχειρήματος που περνά αναντίρρητα από το ΕΚΦ στο Μάλμε, όπως και από το επόμενο ΕΚΦ στην Ισταμπούλ (2010).
Η συνάντηση όμως δεν εξαντλήθηκε σε εξαγγελίες για δράσεις και κινητοποιήσεις που επιτρέπουν μια στοιχειώδη έστω ενότητα αντινεοφιλελεύθερων και αντικαπιταλιστικών πολιτικών δυνάμεων, αλλά ανέδειξε και κάποιους άξονες που οριοθετούν τις πολιτικές επιλογές μιας συνεπούς ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής αριστεράς (ΕΑΑ): η πλήρης ανεξαρτησία από τη σοσιαλδημοκρατία και η κριτική στάση στους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των συνδικάτων του συμβιβασμού και της συνδιαχείρισης, συνιστούν τους καθοριστικούς παράγοντες για τη συγκρότηση σε ευρωπαϊκή κλίμακα ενός μορφώματος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Και παρότι πολλές από τις οργανώσεις και κόμματα που συμμετείχαν στη συνάντηση αυτή έβρισκαν για συναπτά έτη μια θέση άλλοτε κριτική κι άλλοτε πλήρους ταύτισης στα πλαίσια του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), οι πρόσφατες εξελίξεις, κυρίως στην Ιταλία, έχουν εν πολλοίς απονομιμοποιήσει τη χρησιμότητα αυτής της «κοινής ομπρέλλας». Δεν είναι τυχαίο το ότι η κάθοδος του ΚΕΑ με ενιαίο ψηφοδέλτιο στις επόμενες ευρωεκλογές μοιάζει αδύνατη. Πως όμως μπορεί να αναδειχθεί μια εναλλακτική όταν τα εθνικά επίδικα επικαθορίζουν και τις διεθνείς συμμαχίες; Αν στην Ελλάδα μια κοινή κάθοδος του ΕΝΑΝΤΙΑ και του ΜΕΡΑ υπό το σήμα του ΕΑΑ δείχνει εφικτή, τι γίνεται με τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που ενώ θα προσέβλεπαν στην ίδια ευρωπαϊκή εκπροσώπηση εγγράφονται σε διακριτά πολιτικά εγχειρήματα, έχουν επενδύσει σε αυτά και, σε κάποιες περιπτώσεις, προσβλέπουν και σε ανταλλάγματα; Τέτοιες όμως σπαζοκεφαλιές δεν αφορούν μόνο την ελληνική πραγματικότητα. Σε Πορτογαλία, Γερμανία και Μεγάλη Βρετανία, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, οι συσχετισμοί δυνάμεων στους κόλπους της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν κάνουν τις επιλογές ευκολότερες. Και γι αυτό δεν ευθύνεται μόνο η πολυδιάσπαση ή η «παθολογία» του χώρου, αλλά και η έκβαση ή καλύτερα η μη έκβαση της κουβέντας για το περιεχόμενο ενός αντινεοφιλελεύθερου και ενός αντικαπιταλιστικού προτάγματος. Σε κάθε περίπτωση, μια επόμενη συνάντηση της ΕΑΑ προτάθηκε για τα τέλη Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη προκειμένου να δωθούν πιο συγκεκριμένες απαντήσεις στο ζήτημα των ευρωεκλογών. Ένα καλοκαίρι μπορεί να βοηθήσει ;
http://www.cie-joliemome.org/
Κοκκινοπράσινη Συμμαχία από Δανία. MPS, Solidarité, Gauche Anticapitaliste από Ελβετία. RSB, ISL, IL,BASG, Marx 21 από Γερμανία. Σοσιαλιστικό Κόμμα Σουηδίας. Εργατικό Κόμμα Πολωνίας. LCR/SAP από Βέλγιο. Σοσιαλιστική Ένωση από Νορβηγία. Sosialist Scotish Parti, Socialist Resistance, SWP, Respect από Μεγάλη Βρετανία. Espacio Alternativo από Ισπανία, ÖDP από Τουρκία. Αριστερό Μπλόκ από Πορτογαλία. Sinistra Critica από Ιταλία. SAP από Ολλανδία. ISO από Ηνωμένες Πολιτείες.ΝΑΡ, ΣΥΡΙΖΑ και ΕΝΑΝΤΙΑ με τις συνιστώσες τους από Ελλάδα.
Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΑΔΩΝ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
Οι Γάλλοι ψαράδες ψηφίσαν υπέρ της συνέχειας των απεργιακών τους κινητοποιήσεων, κάνοντας κατάληψη σε κάποια από τα λιμάνια της χώρας, μετά από την γνωστή αύξηση της τιμής του πετρελαίου.
Η κίνηση αυτή αποφασίστηκε από ψαράδες που δραστηριοποιούνται στα κανάλια Calais, Dunkirk, Dieppe και Bologna, με αποτέλεσμα αρκετοί Άγγλοι ναυτικοί και τουρίστες να παραμείνουν εκεί. Νωρίτερα, η γαλλική κυβέρνηση είχε προσφέρει στους γάλλους αλιείς οικονομική βοήθεια για τα καύσιμα που καταλώνουν χωρίς κανένα αποτέλεσμα αφού οι ψαράδες υποστηρίζουν πως το οικονομικό πακέτο που πρόσφερε η κυβέρνηση δεν φτάνει για τα καύσιμα (marine diesel) που έχουν σχεδόν διπλασιαστεί τους τελευταίους 6 μήνες.
Όταν η γαλλική κυβέρνηση έκανε την πρόταση περί οικονομικού πακέτου, ο πρόεδρος της γαλλικής επιτροπής αλιείας έδωσε εντολή στους ψαράδες να επιστρέψουν στα λιμάνια.
Ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών ενώ την ίδια ώρα υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ της γαλλικής αστυνομίας και διαδηλωτών έξω από το υπουργείο γεωργίας.
Την προηγούμενη Τρίτη τα γαλλικά ΜΑΤ (CRS) απώθησαν διαδηλωτές από της αποθήκες πετρελαίου της For-sur-mer, Lavera και στα διυλιστήρια της Τotal στη La med στα νότια, την ίδια μέρα συγκρούσεις διεξάγονταν μεταξύ της γαλλικής αστυνομίας και των ψαράδων που καίγανε λάστιχα στο λιμάνι της Lorient που βλέπει ατλαντικό ενώ εκατοντάδες διαδήλωναν στο Quimper (Brittany).
Επίσης και οι αγρότες έχουν αποκλείσει κάποιους πετρελαϊκούς σταθμούς κοντά στης πόλη της Dijon και Toulouse.
Οι Γάλλοι αλιείς διαδηλώνουν εδώ και εβδομάδες μαζί με Ιταλούς και Βέλγους συνάδελφους τους ενώ τους ακολουθούν και οι αγρότες, αποκλείοντας αποθήκες πετρελαίου με τα τρακτέρ τους.
Μετά από συνομιλίες με τους εκπρόσωπους των βιομηχάνων ο υπουργός γεωργίας Μichel Barnier είπε ότι: «ένα τριετές πλάνο που είχε ήδη ανακοινωθεί τώρα θα δρομολογηθεί επιλέξαμε να απαντήσουμε στο άγχος που έχει εκφραστεί με το να επεκτείνουμε το χρονικό όριο και να συγκεντρωθούμε πάνω σε αυτό το τριετές πλάνο».
«Δεν είμαστε καθόλου ευχαριστημένοι με την ανακοίνωση αυτή», λέει ο Frederic Mateo συνδικαλιστικός εκπρόσωπος από την Marseille.
Kαι όλα αυτά ενώ ολόκληρη η Γαλλία ετοιμάζεται για μια μεγάλη πανεθνική απεργία.
Φαίνεται πως οι κινητοποιήσεις θα συνεχισθούν όχι μόνο στην Γαλλία αλλά παντού στην Ευρώπη, εφόσον, οι κυβερνήσεις ευνοούν κανονικά τις εταιρίες και τις βιομηχανίες οι οποίες έχουν αυξήσει τα κέρδη τους τα τελευταία χρόνια ενώ το κόστος αυξάνεται και ο κόσμος αρχίζει και καταλαβαίνει την ακρίβεια στην τσέπη του. Αυτό το βλέπουμε εξάλλου ήδη στην Ασία, Αφρική, και νότια Αμερική, με σκηνές πείνας και ανθρώπους να μαζεύονται σε μεγάλες ουρές με κουπόνια στα χέρια τους ή με σκηνές βίας και βανδαλισμών.
Λούης Βαλέντσια.
Η κίνηση αυτή αποφασίστηκε από ψαράδες που δραστηριοποιούνται στα κανάλια Calais, Dunkirk, Dieppe και Bologna, με αποτέλεσμα αρκετοί Άγγλοι ναυτικοί και τουρίστες να παραμείνουν εκεί. Νωρίτερα, η γαλλική κυβέρνηση είχε προσφέρει στους γάλλους αλιείς οικονομική βοήθεια για τα καύσιμα που καταλώνουν χωρίς κανένα αποτέλεσμα αφού οι ψαράδες υποστηρίζουν πως το οικονομικό πακέτο που πρόσφερε η κυβέρνηση δεν φτάνει για τα καύσιμα (marine diesel) που έχουν σχεδόν διπλασιαστεί τους τελευταίους 6 μήνες.
Όταν η γαλλική κυβέρνηση έκανε την πρόταση περί οικονομικού πακέτου, ο πρόεδρος της γαλλικής επιτροπής αλιείας έδωσε εντολή στους ψαράδες να επιστρέψουν στα λιμάνια.
Ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών ενώ την ίδια ώρα υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ της γαλλικής αστυνομίας και διαδηλωτών έξω από το υπουργείο γεωργίας.
Την προηγούμενη Τρίτη τα γαλλικά ΜΑΤ (CRS) απώθησαν διαδηλωτές από της αποθήκες πετρελαίου της For-sur-mer, Lavera και στα διυλιστήρια της Τotal στη La med στα νότια, την ίδια μέρα συγκρούσεις διεξάγονταν μεταξύ της γαλλικής αστυνομίας και των ψαράδων που καίγανε λάστιχα στο λιμάνι της Lorient που βλέπει ατλαντικό ενώ εκατοντάδες διαδήλωναν στο Quimper (Brittany).
Επίσης και οι αγρότες έχουν αποκλείσει κάποιους πετρελαϊκούς σταθμούς κοντά στης πόλη της Dijon και Toulouse.
Οι Γάλλοι αλιείς διαδηλώνουν εδώ και εβδομάδες μαζί με Ιταλούς και Βέλγους συνάδελφους τους ενώ τους ακολουθούν και οι αγρότες, αποκλείοντας αποθήκες πετρελαίου με τα τρακτέρ τους.
Μετά από συνομιλίες με τους εκπρόσωπους των βιομηχάνων ο υπουργός γεωργίας Μichel Barnier είπε ότι: «ένα τριετές πλάνο που είχε ήδη ανακοινωθεί τώρα θα δρομολογηθεί επιλέξαμε να απαντήσουμε στο άγχος που έχει εκφραστεί με το να επεκτείνουμε το χρονικό όριο και να συγκεντρωθούμε πάνω σε αυτό το τριετές πλάνο».
«Δεν είμαστε καθόλου ευχαριστημένοι με την ανακοίνωση αυτή», λέει ο Frederic Mateo συνδικαλιστικός εκπρόσωπος από την Marseille.
Kαι όλα αυτά ενώ ολόκληρη η Γαλλία ετοιμάζεται για μια μεγάλη πανεθνική απεργία.
Φαίνεται πως οι κινητοποιήσεις θα συνεχισθούν όχι μόνο στην Γαλλία αλλά παντού στην Ευρώπη, εφόσον, οι κυβερνήσεις ευνοούν κανονικά τις εταιρίες και τις βιομηχανίες οι οποίες έχουν αυξήσει τα κέρδη τους τα τελευταία χρόνια ενώ το κόστος αυξάνεται και ο κόσμος αρχίζει και καταλαβαίνει την ακρίβεια στην τσέπη του. Αυτό το βλέπουμε εξάλλου ήδη στην Ασία, Αφρική, και νότια Αμερική, με σκηνές πείνας και ανθρώπους να μαζεύονται σε μεγάλες ουρές με κουπόνια στα χέρια τους ή με σκηνές βίας και βανδαλισμών.
Λούης Βαλέντσια.
5 Ιουλ 2008
Πέρα από τους Ζαπατίστας. Άλλα αντάρτικα και ένοπλες ομάδες του Μεξικού. Μέρος Β' ERPI
Στο προηγούμενο τεύχος, με αφορμή και την περσινή δυναμική επανεμφάνιση του EPR, ξεκινήσαμε μια σύντομη παρουσίαση των ένοπλων ομάδων. Σε αυτό το τεύχος συνεχίζουμε με την πρώτη μεγάλη διάσπασή του ΕRP.
Η διάσπαση του EPR : «Η επανάσταση πρέπει να γίνει πιο ανθρώπινη»
«Ο ERPI (Επαναστατικός Στρατός του Εξεγερμένου Λαού) γεννιέται ως αποτέλεσμα μιας διάσπασης του EPR. Αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας που εκδηλώθηκε με συγκεκριμένο τρόπο στις 8 Ιανουαρίου 1998. Αρχικά είχαμε αποφασίσει να μη χειριστούμε το γεγονός δημόσια, μέχρις ότου ωριμάσουν οι συνθήκες. Τελικά τα γεγονότα αυτά δημοσιοποιήθηκαν με αφορμή τη σφαγή στο Ελ Τσάρκο, Δήμος Αγιούτλα, του Γκερέρο. Μετά το θάνατο του καπετάν Χοσέ, ο ομοσπονδιακός στρατός βρήκε στο σάκο του μερικά ντοκουμέντα και γράμματα όπου εκτίθονταν τα αίτια της απόσχισής μας και μερικά από αυτά δημοσιεύθηκαν στον Τύπο.
Είμαστε μέλη του ERPE, σύντροφοι που συμμετείχαμε στους λαϊκούς αγώνες των δεκαετιών '70 και '80 και σε μερικές ένοπλες οργανώσεις εκείνων των χρόνων, όπως και νέοι σύντροφοι που ενσωματώθηκαν πρόσφατα.
Γιατί συνέβη η απόσχισή μας από τον EPR; Για πολιτικούς λόγους. Αρχικά οι διαφορές ήταν κυρίως μεθοδολογικές, μετά έγιναν τακτικής και στρατηγικής, αντιλήψεων και θεώρησης. Μας απασχολούσε ο ρόλος της οργάνωσής μας στο γενικό επαναστατικό σχέδιο του Μεξικού. Είχαμε ανησυχίες γύρω από τη σχέση που θέλουμε να έχουμε με τον λαό, το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε, την αντίληψη για τη λαϊκή κυριαρχία, τις σχέσεις στο εσωτερικό της οργάνωσής μας, την επαναστατική ηθική και τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί. Μας ανησυχούσε η μικρή ανάπτυξη, ο εμφανής συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατία του EPR, το απάνθρωπο μερικών μεθόδων. Τελικά, ήταν ανάγκη να προχωρήσουμε σε διαφορετικούς δρόμους.
Σήμερα, παρακινούμενοι από τα δικά μας βιώματα, από αυτά που είδαμε στο εσωτερικό του επαναστατικού κινήματος γενικά και από την εμπειρία άλλων διαδικασιών, στα βασικά μας σχέδια προσθέτουμε ένα ηθικό αίτημα, επείγον και αποφασιστικό: η επανάσταση πρέπει να γίνει πιο ανθρώπινη.»
Η κριτική στον EPR
Πιο αναλυτικά τα αίτια των διαφορών περιγράφονται σε μια σειρά από ντοκουμέντα με πιο σημαντικό αυτό υπό τον τίτλο «Ακούτε, σύντροφοι;», όπου, μεταξύ άλλων, μπορούμε να διαβάσουμε τα εξής:
«Η δύναμη του κόμματος, απέχει μακράν από το να έχει αυξηθεί, λόγω της ύπαρξης αυτή την περίοδο και εδώ και πολλά χρόνια ευνοϊκών συνθηκών για τον επαναστατικό αγώνα, στην καλύτερη τον περιπτώσεων έχει τελματωθεί, ενώ γενικά έχει μειωθεί. Αυτό μαρτυρούν τα παρακάτω στοιχεία, των οποίων τα πρώτα αναφέρονται σε όσα συνέβησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο: * Στην Οαχάκα σημειώθηκε μια εμφανής μείωση του αριθμού των μαχητών, του μεγέθους της πολιτικής βάσης και της λαϊκής στήριξης. * Στην κοιλάδα του Μεξικού ο αριθμός των μαχητών μειώθηκε εξαιτίας συλλήψεων μερικών και της μη αντικατάστασής τους στην ίδια περιοχή. * Στην Τσιάπας αυξήθηκε ο αριθμός των μαχητών, αλλά σε ένα ελάχιστο ποσοστό. * Στην υπόλοιπη χώρα, με εξαίρεση το Γκερέρο, οι δυνάμεις διατήρησαν την ίδια δυναμική που είχαν και πριν από ενάμιση χρόνο." [ΣτΜ εννοεί 1996]
Στη συνέχεια παρατίθενται τα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχει προσλάβει ο EPR και το κόμμα PDPR:
«α) Απώλεια της αντικειμενικότητας […]
β) Απώλεια του αυτοκριτικού πνεύματος. Οι εξηγήσεις που προσπαθεί να δώσει το κόμμα για μια σειρά από ελαττώματα, δείχνουν ότι μακράν από το να τα εξηγήσει, προσπαθεί στην πραγματικότητα να τα δικαιολογήσει. […] ήταν οι «συνθήκες» που προκάλεσαν τα χαρακτηριστικά της δουλειάς και ιδιαίτερα τα ελαττώματά της. Δηλαδή τα πράγματα είναι έτσι γιατί δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς, δεν ήταν στο χέρι κανενός να μπορέσει να κάνει κάτι διαφορετικό.
Το ίδιο συμβαίνει με το επιχείρημα με το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει την υστέρηση της δουλειάς στην πλειονότητα των πολιτειών σε αντίθεση με την κατάσταση στο Γκερέρο. Αντί να εξηγήσει το γιατί της υστέρησης προσπαθεί να εξηγήσει το γιατί της προόδου στην πολιτεία μας, λέγοντας ότι εδώ επικεντρώθηκε η προσπάθεια του κόμματος και ότι επιπλέον, σε καμιά άλλη πολιτεία οι συνθήκες για την επαναστατική δουλειά δεν ήταν τόσο ευνοϊκές όσο στο Γκερέρο λόγω της προϊστορίας του. Δεν είναι παρά μια προσπάθεια δικαιολόγησης, αφού μπορούμε να συγκρίνουμε την κατάσταση στην πολιτεία μας με αυτήν σε άλλες που έχουν λάβει παρόμοια υποστήριξη και θα δούμε ότι σε καμία τα αποτελέσματα δεν μοιάζουν. Για παράδειγμα, στην Κοιλάδα του Μεξικού, όπου συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των μελών της Κεντρικής Επιτροπής σε διαφορετικές στιγμές και όπου συγκεντρώθηκαν μαχητές από διάφορα μέρη της χώρας, έχει παρά ταύτα, μηδενική ανάπτυξη. Η Τσιάπας, άλλη περιοχή όπου στάλθηκαν μαχητές από διάφορα μέρη, βρίσκεται κολλημένη χωρίς μια σημαντική ανάπτυξη εδώ και ενάμιση χρόνο. Μόνο στο Γκερέρο είναι ευνοϊκές οι συνθήκες για τον ένοπλο αγώνα; Και στην Τσιάπας γιατί ο EZLN μπόρεσε να κάνει αυτή τη δουλειά και οι σύντροφοι όχι; Και μετά την εμφάνιση του EZLN που δυναμίτισε την κατάσταση και προκάλεσε μια κατάσταση αναβρασμού του λαϊκού αγώνα, γιατί δεν αναπτυχθήκαμε λοιπόν; Και γιατί δεν αναπτυχθήκαμε στην Οαχάκα όπου υφίσταται μια εκρηκτική κατάσταση λόγω των ιθαγενών;
γ) Αυξανόμενη απώλεια της σχέσης με το λαό. […] Ήταν φανερό στην περίπτωση του Γκερέρο όπου παρά την έκφραση των βάσεων, που τη συμμεριζόταν η Πολιτειακή Επιτροπή και είχε μεταφερθεί στην Κεντρική Επιτροπή, αυτή αρνήθηκε να προωθήσει την αυτοάμυνα μέσω της παρενόχλησης του στρατού, όταν αυτός επιτίθετο ανοικτά στον πληθυσμό. […] Έτσι λέμε ότι εκπροσωπούμε το λαό; […] Έτσι δεν εκπροσωπούμε ούτε τους μαχητές και τις βάσεις μας!
Άλλη περίπτωση, εξίσου σημαντική είναι η μη πραγματοποίηση στρατιωτικών ενεργειών (πάνω απ΄ όλα εκκαθάρισης) σε κάποια μέρη όταν η κυβέρνηση με τις ένοπλες και αστυνομικές δυνάμεις της και τις παραστρατιωτικές συμμορίες παρενοχλούσαν το λαό, το οποίο οδήγησε στο να ακούγονται σε εκείνες τις περιοχές εκφράσεις όπως «τότε γιατί υπάρχουν οι αντάρτες;».
δ) Αυξανόμενη απώλεια της σχέσης της διοίκησης με τις βάσεις του κόμματος. Οι βασικές συνέπειες αυτού του φαινομένου υπήρξαν ο συγκεντρωτισμός που καταπιέζει την πρωτοβουλία, τις φιλοδοξίες και τα συναισθήματα της βάσης και η γραφειοκρατία που αυξάνεται συνεχώς και εκδηλώνεται με μια λειτουργία με εμφανώς αστικά χαρακτηριστικά, όταν η κυριότερή μας δύναμη βρίσκεται στην ύπαιθρο (δεν πάει να πει ότι έτσι πρέπει να είναι, αλλά ότι έτσι συνέβη). […] Μπορούμε να πούμε, χωρίς φόβο ότι θα πέσουμε έξω, ότι σε μεγάλο ποσοστό, οι σχέσεις των ανώτερων κλιμακίων με τα κατώτερα και τους [απλούς] αγωνιστές είναι σχέσεις κυριαρχίας, στις οποίες τα ανώτερα κλιμάκια ασκούν μια πραγματική εκμετάλλευση κάποιων στοιχείων, όπως η εξουσία της αρχής (αυτό που η κομματική αρχή ορίζει ως σωστό, αν και πάει κόντρα στην πραγματικότητα και τις προσδοκίες της βάσης ή του λαού), το ψέμα που κρύβει την αλήθεια και μεταμφιέζεται σε μέτρα ασφάλειας (οι απλοί αγωνιστές δεν πρέπει να γνωρίζουν τι πραγματικά έχουμε, παρά θα πρέπει πάντα να υποθέτουν ότι έχουμε παραπάνω), ο φόβος (όποιος δεν είναι σύμφωνος σε μερικά ζητήματα καθίσταται ύποπτος έναντι των αγωνιστών} και ακόμα και η γνώση η οποία σε πολλές περιπτώσεις, στην πράξη, εκλήφθηκε ως όργανο κυριαρχίας (εκμετάλλευση ψυχολογικών γνώσεων).
ε) Προσκόλληση σε δογματικές αντιλήψεις. Συνηθισμένο στην αντίληψη του μαρξισμού που προωθήθηκε από τις χώρες που προσπάθησαν να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό γραφειοκρατικά, και παρά τις μεμονωμένες εσωτερικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της υπέρβασης αυτής της δογματικής αντίληψης, δεν διαφαίνεται μια γενική προσπάθεια για την επίτευξή της, αφού μετά που έγινε γνωστή η ύπαρξη υλικού κριτικών μαρξιστών δεν μελετήθηκε, ούτε προωθήθηκε η μελέτη του από τα μέλη […]
στ) Αύξηση της κυριαρχίας του συγκεντρωτισμού έναντι της δημοκρατίας […], εκφραζόμενη στα πισωγυρίσματα στη δημοκρατικοποίηση της εσωτερικής ζωής του κόμματος που σε θεμελιώδεις πλευρές γίνεται εμφανώς αντιδημοκρατική.
ζ) Απώλεια του επαναστατικού πνεύματος. Η πλειονότητα των μελών της Κ.Ε. βρίσκεται τόσο απομακρυσμένη από τη δουλειά με τη βάση του κόμματος και τον λαό, που πια δεν μοιράζονται τις ανησυχίες τους, τις χαρές τους, έχοντας γίνει υποκείμενα μιας διαδικασίας που θα μπορούσε να ονομαστεί βόλεμα. Η δουλειά που θεωρείται σκληρή, δύσκολη και απαιτεί αυταπάρνηση ανατίθεται σε αγωνιστές κατώτερων επιπέδων, από τους οποίους ζητούν αυτό που δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι ίδιοι.
η) Απώλεια της ικανότητας να χρησιμοποιούνται με λογική οι ανθρώπινοι πόροι. Πιθανοί οργανωτές κάνουν διοικητικές δουλειές, πιθανοί αρχηγοί φαλαγγών ή αντάρτικων μονάδων κάνουν δουλειά μαχητών.[…] Η ανάθεση καθηκόντων και του πεδίου δραστηριότητας αποφασίζεται από τα πάνω και ανακοινώνεται μόνο η απόφαση στο άτομο. Τα ενδιαφέροντά του; Οι κλίσεις του; Δεν μετράνε, αφού αν κάποιος διαμαρτυρηθεί σημαίνει ότι του λείπει η συνείδηση.
θ) Σύγχυση μεταξύ της ενότητας και της ομογενοποίησης. Παρά το γεγονός ότι η αντίληψη περί ενότητας σε σχέση με άλλες οργανώσεις έχει γίνει πιο ελαστική από αυτήν που ήταν πριν από μερικά χρόνια […] στην πράξη και πάνω απ’ όλα για ορισμένους συντρόφους η έλλειψη ομογενοποίησης σημαίνει ήδη εκδήλωση αποσχιστικής τάσης.
ι) Προσκόλληση σε μεθοδολογίες των οποίων η ανεπάρκεια αποδείχτηκε.
κ) Ανικανότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες. […] Παρότι είναι εμφανής η έλλειψη στρατιωτικών δυνάμεων και η ανάγκη να προωθηθεί η δημιουργία και ανάπτυξή τους, αφού ένα μόνο τμήμα (Γκερέρο) έχει το 60% όλων των φαλαγγών της χώρας, ενώ υπάρχουν τμήματα που δεν έχουν ούτε μια αντάρτικη φάλαγγα και ούτε ένα απόσπασμα, συνεχίζεται να δίνεται έμφαση στο σχηματισμό μιας δομής γεμάτης με επιτροπές με χαρακτηριστικά της πόλης, αφού δεν έχει προωθηθεί επαρκώς ο σχηματισμός φαλαγγών και αντιθέτως εμποδίστηκαν να το κάνουν όσοι θα μπορούσαν.
Επιπλέον οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την επανέναρξη των εχθροπραξιών παρήγαγαν νέες ανάγκες, μεταξύ των οποίων μια μεγαλύτερη αυτονομία των στρατιωτικών μονάδων, παρ’ όλα αυτά αποφεύχθηκε το να αποδοθεί αφού καθώς φαίνεται είναι πιο μεγάλος ο φόβος να χαθεί ο έλεγχος αυτών των μονάδων από την επιθυμία να αντιμετωπιστεί καταλλήλως η νέα κατάσταση και να κατοχυρωθεί η ασφάλειά τους. […]
Γνωρίζουμε ότι για σας θα ήταν προτιμότερο η απόσχισή μας να ήταν ατομική, αλλά θυμηθείτε ότι εδώ είναι χαρακτηριστικό μας ότι συζητάμε με τους συντρόφους διαφορετικών επιπέδων τα προβλήματα, ώστε οι αποφάσεις να παίρνονται με κοινή συγκατάθεση. Αυτή η απόφαση, λοιπόν, δεν είναι μιας ομάδας που σέρνει πίσω της τους υφιστάμενούς της, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαβούλευσης όπου κάθε σύντροφος συμμετείχε και αποφάσισε για τον εαυτό του."
Σε άλλο κείμενο με τίτλο «Εμείς κι εσείς: δύο EPR» οι ηγέτες του κατοπινού ERPI ισχυρίστηκαν ότι πήραν μαζί τους το 70% των δυνάμεων του EPR.
Αρχές, μέθοδοι, στόχοι
Στο εισαγωγικό σημείωμα που υπάρχει στην ιστοσελίδα του ERPI ως βασικές αρχές αναφέρονται η δέσμευση προς τον λαό, η λαϊκή κυριαρχία, η δημοκρατία, η ευελιξία («γιατί υπάρχουν θεμελιώδεις αρχές που δεν μπορούν να αλλάξουν και άλλα ζητήματα τα οποία μπορούμε να τα αλλάξουμε») και ο ανθρωπισμός. «Έχουμε έρθει σε ρήξη: α) με την αντίληψη περί πρωτοπορίας που θεωρεί ότι η επανάσταση έχει ανάγκη μια επίλεκτη ομάδα πρωτοπορίας που αντιπροσωπεύει τα ιστορικά συμφέροντα του λαού. β) Με το συγκεντρωτικό σχήμα που υποτάσσει, που κυριαρχεί από τα πάνω προς τα κάτω και υιοθετούμε μορφές διεύθυνσης και οργάνωσης πιο δημοκρατικές και συμμετοχικές, δηλαδή από τα κάτω προς τα πάνω. Συνδυάζοντας τη δημοκρατία με τους αναγκαίους κανόνες ασφάλειας. γ) Με το οργανωτικό σχήμα που αγωνίζεται για την κατάληψη της εξουσίας για να την ασκήσει στο όνομα του λαού. Είμαστε μια οργάνωση που προωθεί την οικοδόμηση της λαϊκής εξουσίας εδώ και παντού, τώρα, από τα κάτω και μέχρι τέλους, χωρίς να αφήνουμε τη δουλειά στη μέση, που επιτρέπει να προχωράμε κάνοντας πραγματικότητα τους στόχους χωρίς να περιμένουμε μέχρι τον θρίαμβο της επανάστασης για να αρχίσουμε τις αλλαγές. δ) Με το σχήμα που θέλει όλους να είναι και να σκέφτονται το ίδιο, για να αποδεχτούμε ότι μπορούμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά και ότι είμαστε διαφορετικοί αν και ενωμένοι, για να αποδεχτούμε τον καθένα με τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν ξεχωριστό από τους υπόλοιπους, την ατομικότητα στη συλλογικότητα. Απορρίπτουμε το ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα ή ότι στο όνομα της επανάστασης ή του κόμματος υποθάλπονται καταχρήσεις, εγκλήματα ή ψέματα μες στο επαναστατικό κίνημα. Για μας ένα καλό όραμα για τον λαό, ανθρώπινο και τίμιο, χρειάζεται να οικοδομηθεί με μεθόδους εξίσου καλές για τον λαό, ανθρώπινες και τίμιες. Απορρίπτουμε την ακαμψία και τη γραφειοκρατία για να τις αντικαταστήσουμε με την ευελιξία και την υιοθέτηση των αναγκών και των σχεδίων της βάσης και του λαού. Έχουμε έρθει σε ρήξη με κάθε είδος δογματισμού και με το σχήμα της οργάνωσης που κατέχει το ιδεολογικό φως ή την απόλυτη αλήθεια που οι υπόλοιποι θα πρέπει να υιοθετήσουν. […]
Όσον αφορά τη δουλειά με τις βάσεις, σεβόμαστε τις δημοκρατικές αποφάσεις τους. Οι βάσεις και οι μαχητές ασκούν μια σχετική αυτονομία στη δράση τους, αυτονομία που προωθούμε, ενισχύουμε και υπερασπιζόμαστε. […] Πάει να πει πως μας διακρίνει η αρχή του να διοικείς υπακούοντας που διέδωσε ο EZLN.»
Ως βασικοί στόχοι αναφέρονται οι εξής: ευημερία, υγεία, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, δημοκρατία, ελευθερία, κυριαρχία, υπεράσπιση της φύσης και του περιβάλλοντος, ειρήνη με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, τέλος στην εκμετάλλευση και τη διαφθορά. Παρόμοιοι δηλαδή, με αυτούς των Ζαπατίστας.
Οι κρατούμενοι ηγέτες και η Άλλη Καμπάνια
Τον Οκτώβριο του 1999 οι κυβερνητικές δυνάμεις επέφεραν ένα πολύ σημαντικό πλήγμα στον ERPI με τη σύλληψη του κομαντάντε Αντόνιο (Χάκομπο Σίλβα Νογκάλες), της συνταγματάρχισσας Αουρόρα (Γκλόρια Αρένας Αχίς) και δύο ακόμα συμπαθούντων της οργάνωσης. Ο ERPI κατήγγειλε ότι η σύλληψη του Αντόνιο έγινε στην πόλη του Μεξικού και της Αουρόρα στο Σαν Λουίς Ποτοσί και δεν είχε σχέση με τη σύλληψη του ζευγαριού των συμπαθούντων που φρόντιζαν ένα σπίτι της οργάνωσης στο Τσιλπασίνγκο του Γκερέρο. Με τον τρόπο αυτό, οι αρχές προσπάθησαν να αποκρύψουν αφενός το γεγονός ότι τα δύο ηγετικά στελέχη του ERPI έκαναν πολιτική δουλειά εκτός της πολιτείας του Γκερέρο και αφετέρου την απαγωγή και τα βασανιστήρια που υπέστησαν επί ημέρες πριν τους εμφανίσουν. Βασανιστήρια υπέστη και το ζευγάρι των συμπαθούντων. Σύμφωνα με τον ERPE, η σύλληψη των δυο ηγετικών στελεχών κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται σε άτομο με το οποίο είχαν έρθει σε επαφή, στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν σχέσεις με άλλες επαναστατικές ομάδες, και το οποίο τους κατέδωσε. Η σύλληψη προκάλεσε τεράστια προβλήματα στην οργάνωση, μέχρι και απώλεια επαφής με τμήματά της, όμως, σύμφωνα πάντα με τον ERPE, μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο λειτουργούσε και πάλι σε ένα 80% των δυνατοτήτων του.
Ο Αντόνιο και η Αουρόρα έκτοτε μεταβλήθηκαν σε σύμβολα του επαναστατικού αγώνα στο Μεξικό, ενώ σημαδιακή στιγμή ήταν η προσχώρησή τους, ως πολιτικοί κρατούμενοι πλέον, στην ζαπατιστική Άλλη Καμπάνια. Άλλωστε και ο ίδιος ο ERPI κράτησε πολύ θετική στάση με το έντυπό του (El Paliacate, τεύχος 2ου τριμήνου 2006) να τιτλοφορείται «Η Άλλη Καμπάνια είναι και δική μας Άλλη Καμπάνια». Ενώ στο σχετικό ανακοινωθέν της οργάνωσης αναφερόταν μεταξύ άλλων: « Η Άλλη Καμπάνια έχει μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι παίζει ενωτικό ρόλο για τους αγώνες του λαού. Σε αυτή την πρώτη φάση που περιλαμβάνει το "να ακούσουμε και να ακουστούμε", είμαστε σίγουροι ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την Οργάνωση του λαού για να προχωρήσει στην Οικοδόμηση των χώρων Λαϊκής Εξουσίας και στην ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών και του Επαναστατικού και Εξεγερσιακού Κινήματος. […] Γι’ αυτό Σύντροφοι/-ισσες της Άλλης Καμπάνιας, στο όνομα των αγωνιστών, των βάσεων, των συμπαθούντων και της εθνικής διεύθυνσης του ERPI, σας καλωσορίζουμε σε αυτούς τους τόπους, κάτω και αριστερά, στους οποίους έχουμε παρουσία. Δεσμευόμαστε να διευκολύνουμε την πορεία σας από αυτούς τους τόπους, να μην παρέμβουμε με καμιά δική μας ενέργεια ή λόγω του γεγονότος ότι διωκόμαστε από το μεξικανικό κράτος. Αναγνωρίζουμε και χαιρετίζουμε τη μεγάλη προσπάθεια που αυτή η "Άλλη Καμπάνια" προϋποθέτει και προτείνει στις διάφορες δυνάμεις του μεγάλου μας Έθνους».
Στις αρχές Μαρτίου 2008 το κίνημα υποστήριξης των πολιτικών κρατουμένων πέτυχε μια σημαντική νίκη. Τα δυο ηγετικά στελέχη του ERPI απαλλάχτηκαν από μερικές πολύ σημαντικές κατηγορίες για τις οποίες είχαν αρχικά καταδικαστεί (ανθρωποκτονίες) και έτσι οι ποινές τους μειώθηκαν σημαντικά από τα 46 στα 14 χρόνια κάθειρξη. Ο αγώνας συνεχίζεται για να δοθεί αμνηστία.
Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι οι σκευωρίες των αρχών σε σχέση με τον ERPI, δεν έλειψαν ποτέ. Τον περασμένο Αύγουστο, στο Γκερέρο, οι αρχές συνέλαβαν άτομο στην κατοχή του οποίου φέρεται να βρέθηκε οπλισμός και τον παρουσίασαν ως αντάρτη του ERPI. Η αντάρτικη οργάνωση το διέψευσε κατηγορηματικά και τελικά τον Δεκέμβριο το άτομο αφέθηκε ελεύθερο με περιοριστικούς όρους κατηγορούμενο μόνο για οπλοκατοχή.
Τα τελευταία νέα
Στις 25 Μαρτίου 2008 ο ERPI επανεμφανίστηκε με συνέντευξη που έδωσαν δεκάδες μέλη του στην εφημερίδα La Jornada. Σε σύγκριση με άλλες φορές, εντύπωση έκανε η απουσία ανώτερων στελεχών και καλά εξοπλισμένων ανταρτών. Αντίθετα, επρόκειτο για απλούς κατοίκους, κυρίως ιθαγενείς, χωρίς στολές, οπλισμένους με καραμπίνες. Με λόγο απλό εξήγησαν την κατάσταση που έχουν φτάσει, την πρόθεσή τους να μην περιμένουν ως το 2010 για να κάνουν την επανάσταση, την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν το πετρέλαιο και τους άλλους φυσικούς πόρους της χώρας. Τονίστηκε ιδιαίτερα η προσχώρηση δεκάδων ιθαγενικών κοινοτήτων στον ERPI. Αλλά και η πρόθεσή τους να αμυνθούν απέναντι στους παραστρατιωτικούς τους οποίους προσπάθησαν να προσεγγίσουν για να μη χυθεί αίμα, αλλά «εκείνοι δεν παίρνουν από λόγια».
Στις 31 Μαρτίου, σε ενέδρα που έστησαν άγνωστοι ένοπλοι κοντά στην κοινότητα Ελ Σάλτο στο Γκερέρο, σκοτώθηκαν 4 αστυνομικοί κι ένας πολίτης. Αν και το γεγονός δεν φαίνεται να έχει σχέση με τα αντάρτικα, ακολούθησε στρατιωτικοποίηση της περιοχής με πολλές εκατοντάδες στρατιώτες και αστυνομικούς να εισβάλλουν σε ιθαγενικές κοινότητες, να φωτογραφίζουν και να ανακρίνουν τους κατοίκους και να ψάχνουν για αντάρτες ή εμπόρους ναρκωτικών. Έγιναν και συλλήψεις. Ανάμεσα στις οργανώσεις που καταγγέλλουν καταστολή είναι και αυτή του λαού των Μεφάα (OPIM), η οποία συμμετέχει στην Άλλη Καμπάνια και τον Φλεβάρη είχε καταγγείλει τη δολοφονία ενός μέλους της. Η κατάσταση στην πολιτεία του Γκερέρο δυναμιτίστηκε ακόμα περισσότερο από τις δηλώσεις του τοπικού Αρχιεπισκόπου που άφησε να εννοηθεί ότι οι ιθαγενείς χειραγωγούνται από τους αντάρτες του EPR και του ERPI και γενικά μοιάζει εκρηκτική.
Γ.Κ.
κυριότερες πηγές:
• http://www.enlace-erpi.org
• Εφημερίδα La Jornada
[ΕΝΘΕΤΟ] «Διάλογος» EPR - κυβέρνησης
Στα τέλη Απριλίου, ο EPR ζήτησε τη σύσταση μιας ομάδας διαμεσολαβητών, μεταξύ του αντάρτικου και της κυβέρνησης, με μοναδικό σκοπό την επανεμφάνιση των δυο «εξαφανισθέντων» από πέρυσι μελών του. Δεσμεύτηκε να μην κάνει ένοπλες ενέργειες όσο θα διαρκεί η διαμεσολάβηση. Η κυβέρνηση αντιπρότεινε απευθείας διάλογο (με τους διαμεσολαβητές να μετατρέπονται απλώς σε «κοινωνικούς αυτόπτες μάρτυρες») εφ’ όλης της ύλης και όχι μόνο για τους «εξαφανισθέντες». Πρόταση που απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τους αντάρτες, οι οποίοι διευκρίνισαν ότι δεν παραδίδουν τα όπλα. Τελικά την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, φαίνεται να ξεκινά ο «διάλογος» με τις πρώτες επαφές μεταξύ κυβερνητικών στελεχών και της ομάδας διαμεσολαβητών που αποτελείται από: τον συγγραφέα Κάρλος Μοντεμαγιόρ, τον επίτιμο επίσκοπο του Σαν Κριστόμπαλ ντε Λας Κάσας, Σαμουέλ Ρουίς, τον ανθρωπολόγο Χιλμπέρτο Λόπες ι Ρίβας, τον δικηγόρο και δημοσιογράφο Μιγκέλ Άνχελ Γκρανάδος Τσάπα και 3 μέλη του Εθνικού Μετώπου Ενάντια στην Καταστολή, μεταξύ των οποίων και η γερουσιαστής Ροσάριο Ιμπάρα ντε Πιέδρα.
Η διάσπαση του EPR : «Η επανάσταση πρέπει να γίνει πιο ανθρώπινη»
«Ο ERPI (Επαναστατικός Στρατός του Εξεγερμένου Λαού) γεννιέται ως αποτέλεσμα μιας διάσπασης του EPR. Αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας που εκδηλώθηκε με συγκεκριμένο τρόπο στις 8 Ιανουαρίου 1998. Αρχικά είχαμε αποφασίσει να μη χειριστούμε το γεγονός δημόσια, μέχρις ότου ωριμάσουν οι συνθήκες. Τελικά τα γεγονότα αυτά δημοσιοποιήθηκαν με αφορμή τη σφαγή στο Ελ Τσάρκο, Δήμος Αγιούτλα, του Γκερέρο. Μετά το θάνατο του καπετάν Χοσέ, ο ομοσπονδιακός στρατός βρήκε στο σάκο του μερικά ντοκουμέντα και γράμματα όπου εκτίθονταν τα αίτια της απόσχισής μας και μερικά από αυτά δημοσιεύθηκαν στον Τύπο.
Είμαστε μέλη του ERPE, σύντροφοι που συμμετείχαμε στους λαϊκούς αγώνες των δεκαετιών '70 και '80 και σε μερικές ένοπλες οργανώσεις εκείνων των χρόνων, όπως και νέοι σύντροφοι που ενσωματώθηκαν πρόσφατα.
Γιατί συνέβη η απόσχισή μας από τον EPR; Για πολιτικούς λόγους. Αρχικά οι διαφορές ήταν κυρίως μεθοδολογικές, μετά έγιναν τακτικής και στρατηγικής, αντιλήψεων και θεώρησης. Μας απασχολούσε ο ρόλος της οργάνωσής μας στο γενικό επαναστατικό σχέδιο του Μεξικού. Είχαμε ανησυχίες γύρω από τη σχέση που θέλουμε να έχουμε με τον λαό, το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε, την αντίληψη για τη λαϊκή κυριαρχία, τις σχέσεις στο εσωτερικό της οργάνωσής μας, την επαναστατική ηθική και τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί. Μας ανησυχούσε η μικρή ανάπτυξη, ο εμφανής συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατία του EPR, το απάνθρωπο μερικών μεθόδων. Τελικά, ήταν ανάγκη να προχωρήσουμε σε διαφορετικούς δρόμους.
Σήμερα, παρακινούμενοι από τα δικά μας βιώματα, από αυτά που είδαμε στο εσωτερικό του επαναστατικού κινήματος γενικά και από την εμπειρία άλλων διαδικασιών, στα βασικά μας σχέδια προσθέτουμε ένα ηθικό αίτημα, επείγον και αποφασιστικό: η επανάσταση πρέπει να γίνει πιο ανθρώπινη.»
Η κριτική στον EPR
Πιο αναλυτικά τα αίτια των διαφορών περιγράφονται σε μια σειρά από ντοκουμέντα με πιο σημαντικό αυτό υπό τον τίτλο «Ακούτε, σύντροφοι;», όπου, μεταξύ άλλων, μπορούμε να διαβάσουμε τα εξής:
«Η δύναμη του κόμματος, απέχει μακράν από το να έχει αυξηθεί, λόγω της ύπαρξης αυτή την περίοδο και εδώ και πολλά χρόνια ευνοϊκών συνθηκών για τον επαναστατικό αγώνα, στην καλύτερη τον περιπτώσεων έχει τελματωθεί, ενώ γενικά έχει μειωθεί. Αυτό μαρτυρούν τα παρακάτω στοιχεία, των οποίων τα πρώτα αναφέρονται σε όσα συνέβησαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο: * Στην Οαχάκα σημειώθηκε μια εμφανής μείωση του αριθμού των μαχητών, του μεγέθους της πολιτικής βάσης και της λαϊκής στήριξης. * Στην κοιλάδα του Μεξικού ο αριθμός των μαχητών μειώθηκε εξαιτίας συλλήψεων μερικών και της μη αντικατάστασής τους στην ίδια περιοχή. * Στην Τσιάπας αυξήθηκε ο αριθμός των μαχητών, αλλά σε ένα ελάχιστο ποσοστό. * Στην υπόλοιπη χώρα, με εξαίρεση το Γκερέρο, οι δυνάμεις διατήρησαν την ίδια δυναμική που είχαν και πριν από ενάμιση χρόνο." [ΣτΜ εννοεί 1996]
Στη συνέχεια παρατίθενται τα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχει προσλάβει ο EPR και το κόμμα PDPR:
«α) Απώλεια της αντικειμενικότητας […]
β) Απώλεια του αυτοκριτικού πνεύματος. Οι εξηγήσεις που προσπαθεί να δώσει το κόμμα για μια σειρά από ελαττώματα, δείχνουν ότι μακράν από το να τα εξηγήσει, προσπαθεί στην πραγματικότητα να τα δικαιολογήσει. […] ήταν οι «συνθήκες» που προκάλεσαν τα χαρακτηριστικά της δουλειάς και ιδιαίτερα τα ελαττώματά της. Δηλαδή τα πράγματα είναι έτσι γιατί δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς, δεν ήταν στο χέρι κανενός να μπορέσει να κάνει κάτι διαφορετικό.
Το ίδιο συμβαίνει με το επιχείρημα με το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει την υστέρηση της δουλειάς στην πλειονότητα των πολιτειών σε αντίθεση με την κατάσταση στο Γκερέρο. Αντί να εξηγήσει το γιατί της υστέρησης προσπαθεί να εξηγήσει το γιατί της προόδου στην πολιτεία μας, λέγοντας ότι εδώ επικεντρώθηκε η προσπάθεια του κόμματος και ότι επιπλέον, σε καμιά άλλη πολιτεία οι συνθήκες για την επαναστατική δουλειά δεν ήταν τόσο ευνοϊκές όσο στο Γκερέρο λόγω της προϊστορίας του. Δεν είναι παρά μια προσπάθεια δικαιολόγησης, αφού μπορούμε να συγκρίνουμε την κατάσταση στην πολιτεία μας με αυτήν σε άλλες που έχουν λάβει παρόμοια υποστήριξη και θα δούμε ότι σε καμία τα αποτελέσματα δεν μοιάζουν. Για παράδειγμα, στην Κοιλάδα του Μεξικού, όπου συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των μελών της Κεντρικής Επιτροπής σε διαφορετικές στιγμές και όπου συγκεντρώθηκαν μαχητές από διάφορα μέρη της χώρας, έχει παρά ταύτα, μηδενική ανάπτυξη. Η Τσιάπας, άλλη περιοχή όπου στάλθηκαν μαχητές από διάφορα μέρη, βρίσκεται κολλημένη χωρίς μια σημαντική ανάπτυξη εδώ και ενάμιση χρόνο. Μόνο στο Γκερέρο είναι ευνοϊκές οι συνθήκες για τον ένοπλο αγώνα; Και στην Τσιάπας γιατί ο EZLN μπόρεσε να κάνει αυτή τη δουλειά και οι σύντροφοι όχι; Και μετά την εμφάνιση του EZLN που δυναμίτισε την κατάσταση και προκάλεσε μια κατάσταση αναβρασμού του λαϊκού αγώνα, γιατί δεν αναπτυχθήκαμε λοιπόν; Και γιατί δεν αναπτυχθήκαμε στην Οαχάκα όπου υφίσταται μια εκρηκτική κατάσταση λόγω των ιθαγενών;
γ) Αυξανόμενη απώλεια της σχέσης με το λαό. […] Ήταν φανερό στην περίπτωση του Γκερέρο όπου παρά την έκφραση των βάσεων, που τη συμμεριζόταν η Πολιτειακή Επιτροπή και είχε μεταφερθεί στην Κεντρική Επιτροπή, αυτή αρνήθηκε να προωθήσει την αυτοάμυνα μέσω της παρενόχλησης του στρατού, όταν αυτός επιτίθετο ανοικτά στον πληθυσμό. […] Έτσι λέμε ότι εκπροσωπούμε το λαό; […] Έτσι δεν εκπροσωπούμε ούτε τους μαχητές και τις βάσεις μας!
Άλλη περίπτωση, εξίσου σημαντική είναι η μη πραγματοποίηση στρατιωτικών ενεργειών (πάνω απ΄ όλα εκκαθάρισης) σε κάποια μέρη όταν η κυβέρνηση με τις ένοπλες και αστυνομικές δυνάμεις της και τις παραστρατιωτικές συμμορίες παρενοχλούσαν το λαό, το οποίο οδήγησε στο να ακούγονται σε εκείνες τις περιοχές εκφράσεις όπως «τότε γιατί υπάρχουν οι αντάρτες;».
δ) Αυξανόμενη απώλεια της σχέσης της διοίκησης με τις βάσεις του κόμματος. Οι βασικές συνέπειες αυτού του φαινομένου υπήρξαν ο συγκεντρωτισμός που καταπιέζει την πρωτοβουλία, τις φιλοδοξίες και τα συναισθήματα της βάσης και η γραφειοκρατία που αυξάνεται συνεχώς και εκδηλώνεται με μια λειτουργία με εμφανώς αστικά χαρακτηριστικά, όταν η κυριότερή μας δύναμη βρίσκεται στην ύπαιθρο (δεν πάει να πει ότι έτσι πρέπει να είναι, αλλά ότι έτσι συνέβη). […] Μπορούμε να πούμε, χωρίς φόβο ότι θα πέσουμε έξω, ότι σε μεγάλο ποσοστό, οι σχέσεις των ανώτερων κλιμακίων με τα κατώτερα και τους [απλούς] αγωνιστές είναι σχέσεις κυριαρχίας, στις οποίες τα ανώτερα κλιμάκια ασκούν μια πραγματική εκμετάλλευση κάποιων στοιχείων, όπως η εξουσία της αρχής (αυτό που η κομματική αρχή ορίζει ως σωστό, αν και πάει κόντρα στην πραγματικότητα και τις προσδοκίες της βάσης ή του λαού), το ψέμα που κρύβει την αλήθεια και μεταμφιέζεται σε μέτρα ασφάλειας (οι απλοί αγωνιστές δεν πρέπει να γνωρίζουν τι πραγματικά έχουμε, παρά θα πρέπει πάντα να υποθέτουν ότι έχουμε παραπάνω), ο φόβος (όποιος δεν είναι σύμφωνος σε μερικά ζητήματα καθίσταται ύποπτος έναντι των αγωνιστών} και ακόμα και η γνώση η οποία σε πολλές περιπτώσεις, στην πράξη, εκλήφθηκε ως όργανο κυριαρχίας (εκμετάλλευση ψυχολογικών γνώσεων).
ε) Προσκόλληση σε δογματικές αντιλήψεις. Συνηθισμένο στην αντίληψη του μαρξισμού που προωθήθηκε από τις χώρες που προσπάθησαν να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό γραφειοκρατικά, και παρά τις μεμονωμένες εσωτερικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της υπέρβασης αυτής της δογματικής αντίληψης, δεν διαφαίνεται μια γενική προσπάθεια για την επίτευξή της, αφού μετά που έγινε γνωστή η ύπαρξη υλικού κριτικών μαρξιστών δεν μελετήθηκε, ούτε προωθήθηκε η μελέτη του από τα μέλη […]
στ) Αύξηση της κυριαρχίας του συγκεντρωτισμού έναντι της δημοκρατίας […], εκφραζόμενη στα πισωγυρίσματα στη δημοκρατικοποίηση της εσωτερικής ζωής του κόμματος που σε θεμελιώδεις πλευρές γίνεται εμφανώς αντιδημοκρατική.
ζ) Απώλεια του επαναστατικού πνεύματος. Η πλειονότητα των μελών της Κ.Ε. βρίσκεται τόσο απομακρυσμένη από τη δουλειά με τη βάση του κόμματος και τον λαό, που πια δεν μοιράζονται τις ανησυχίες τους, τις χαρές τους, έχοντας γίνει υποκείμενα μιας διαδικασίας που θα μπορούσε να ονομαστεί βόλεμα. Η δουλειά που θεωρείται σκληρή, δύσκολη και απαιτεί αυταπάρνηση ανατίθεται σε αγωνιστές κατώτερων επιπέδων, από τους οποίους ζητούν αυτό που δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι ίδιοι.
η) Απώλεια της ικανότητας να χρησιμοποιούνται με λογική οι ανθρώπινοι πόροι. Πιθανοί οργανωτές κάνουν διοικητικές δουλειές, πιθανοί αρχηγοί φαλαγγών ή αντάρτικων μονάδων κάνουν δουλειά μαχητών.[…] Η ανάθεση καθηκόντων και του πεδίου δραστηριότητας αποφασίζεται από τα πάνω και ανακοινώνεται μόνο η απόφαση στο άτομο. Τα ενδιαφέροντά του; Οι κλίσεις του; Δεν μετράνε, αφού αν κάποιος διαμαρτυρηθεί σημαίνει ότι του λείπει η συνείδηση.
θ) Σύγχυση μεταξύ της ενότητας και της ομογενοποίησης. Παρά το γεγονός ότι η αντίληψη περί ενότητας σε σχέση με άλλες οργανώσεις έχει γίνει πιο ελαστική από αυτήν που ήταν πριν από μερικά χρόνια […] στην πράξη και πάνω απ’ όλα για ορισμένους συντρόφους η έλλειψη ομογενοποίησης σημαίνει ήδη εκδήλωση αποσχιστικής τάσης.
ι) Προσκόλληση σε μεθοδολογίες των οποίων η ανεπάρκεια αποδείχτηκε.
κ) Ανικανότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες. […] Παρότι είναι εμφανής η έλλειψη στρατιωτικών δυνάμεων και η ανάγκη να προωθηθεί η δημιουργία και ανάπτυξή τους, αφού ένα μόνο τμήμα (Γκερέρο) έχει το 60% όλων των φαλαγγών της χώρας, ενώ υπάρχουν τμήματα που δεν έχουν ούτε μια αντάρτικη φάλαγγα και ούτε ένα απόσπασμα, συνεχίζεται να δίνεται έμφαση στο σχηματισμό μιας δομής γεμάτης με επιτροπές με χαρακτηριστικά της πόλης, αφού δεν έχει προωθηθεί επαρκώς ο σχηματισμός φαλαγγών και αντιθέτως εμποδίστηκαν να το κάνουν όσοι θα μπορούσαν.
Επιπλέον οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την επανέναρξη των εχθροπραξιών παρήγαγαν νέες ανάγκες, μεταξύ των οποίων μια μεγαλύτερη αυτονομία των στρατιωτικών μονάδων, παρ’ όλα αυτά αποφεύχθηκε το να αποδοθεί αφού καθώς φαίνεται είναι πιο μεγάλος ο φόβος να χαθεί ο έλεγχος αυτών των μονάδων από την επιθυμία να αντιμετωπιστεί καταλλήλως η νέα κατάσταση και να κατοχυρωθεί η ασφάλειά τους. […]
Γνωρίζουμε ότι για σας θα ήταν προτιμότερο η απόσχισή μας να ήταν ατομική, αλλά θυμηθείτε ότι εδώ είναι χαρακτηριστικό μας ότι συζητάμε με τους συντρόφους διαφορετικών επιπέδων τα προβλήματα, ώστε οι αποφάσεις να παίρνονται με κοινή συγκατάθεση. Αυτή η απόφαση, λοιπόν, δεν είναι μιας ομάδας που σέρνει πίσω της τους υφιστάμενούς της, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαβούλευσης όπου κάθε σύντροφος συμμετείχε και αποφάσισε για τον εαυτό του."
Σε άλλο κείμενο με τίτλο «Εμείς κι εσείς: δύο EPR» οι ηγέτες του κατοπινού ERPI ισχυρίστηκαν ότι πήραν μαζί τους το 70% των δυνάμεων του EPR.
Αρχές, μέθοδοι, στόχοι
Στο εισαγωγικό σημείωμα που υπάρχει στην ιστοσελίδα του ERPI ως βασικές αρχές αναφέρονται η δέσμευση προς τον λαό, η λαϊκή κυριαρχία, η δημοκρατία, η ευελιξία («γιατί υπάρχουν θεμελιώδεις αρχές που δεν μπορούν να αλλάξουν και άλλα ζητήματα τα οποία μπορούμε να τα αλλάξουμε») και ο ανθρωπισμός. «Έχουμε έρθει σε ρήξη: α) με την αντίληψη περί πρωτοπορίας που θεωρεί ότι η επανάσταση έχει ανάγκη μια επίλεκτη ομάδα πρωτοπορίας που αντιπροσωπεύει τα ιστορικά συμφέροντα του λαού. β) Με το συγκεντρωτικό σχήμα που υποτάσσει, που κυριαρχεί από τα πάνω προς τα κάτω και υιοθετούμε μορφές διεύθυνσης και οργάνωσης πιο δημοκρατικές και συμμετοχικές, δηλαδή από τα κάτω προς τα πάνω. Συνδυάζοντας τη δημοκρατία με τους αναγκαίους κανόνες ασφάλειας. γ) Με το οργανωτικό σχήμα που αγωνίζεται για την κατάληψη της εξουσίας για να την ασκήσει στο όνομα του λαού. Είμαστε μια οργάνωση που προωθεί την οικοδόμηση της λαϊκής εξουσίας εδώ και παντού, τώρα, από τα κάτω και μέχρι τέλους, χωρίς να αφήνουμε τη δουλειά στη μέση, που επιτρέπει να προχωράμε κάνοντας πραγματικότητα τους στόχους χωρίς να περιμένουμε μέχρι τον θρίαμβο της επανάστασης για να αρχίσουμε τις αλλαγές. δ) Με το σχήμα που θέλει όλους να είναι και να σκέφτονται το ίδιο, για να αποδεχτούμε ότι μπορούμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά και ότι είμαστε διαφορετικοί αν και ενωμένοι, για να αποδεχτούμε τον καθένα με τα χαρακτηριστικά που τον κάνουν ξεχωριστό από τους υπόλοιπους, την ατομικότητα στη συλλογικότητα. Απορρίπτουμε το ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα ή ότι στο όνομα της επανάστασης ή του κόμματος υποθάλπονται καταχρήσεις, εγκλήματα ή ψέματα μες στο επαναστατικό κίνημα. Για μας ένα καλό όραμα για τον λαό, ανθρώπινο και τίμιο, χρειάζεται να οικοδομηθεί με μεθόδους εξίσου καλές για τον λαό, ανθρώπινες και τίμιες. Απορρίπτουμε την ακαμψία και τη γραφειοκρατία για να τις αντικαταστήσουμε με την ευελιξία και την υιοθέτηση των αναγκών και των σχεδίων της βάσης και του λαού. Έχουμε έρθει σε ρήξη με κάθε είδος δογματισμού και με το σχήμα της οργάνωσης που κατέχει το ιδεολογικό φως ή την απόλυτη αλήθεια που οι υπόλοιποι θα πρέπει να υιοθετήσουν. […]
Όσον αφορά τη δουλειά με τις βάσεις, σεβόμαστε τις δημοκρατικές αποφάσεις τους. Οι βάσεις και οι μαχητές ασκούν μια σχετική αυτονομία στη δράση τους, αυτονομία που προωθούμε, ενισχύουμε και υπερασπιζόμαστε. […] Πάει να πει πως μας διακρίνει η αρχή του να διοικείς υπακούοντας που διέδωσε ο EZLN.»
Ως βασικοί στόχοι αναφέρονται οι εξής: ευημερία, υγεία, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, δημοκρατία, ελευθερία, κυριαρχία, υπεράσπιση της φύσης και του περιβάλλοντος, ειρήνη με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, τέλος στην εκμετάλλευση και τη διαφθορά. Παρόμοιοι δηλαδή, με αυτούς των Ζαπατίστας.
Οι κρατούμενοι ηγέτες και η Άλλη Καμπάνια
Τον Οκτώβριο του 1999 οι κυβερνητικές δυνάμεις επέφεραν ένα πολύ σημαντικό πλήγμα στον ERPI με τη σύλληψη του κομαντάντε Αντόνιο (Χάκομπο Σίλβα Νογκάλες), της συνταγματάρχισσας Αουρόρα (Γκλόρια Αρένας Αχίς) και δύο ακόμα συμπαθούντων της οργάνωσης. Ο ERPI κατήγγειλε ότι η σύλληψη του Αντόνιο έγινε στην πόλη του Μεξικού και της Αουρόρα στο Σαν Λουίς Ποτοσί και δεν είχε σχέση με τη σύλληψη του ζευγαριού των συμπαθούντων που φρόντιζαν ένα σπίτι της οργάνωσης στο Τσιλπασίνγκο του Γκερέρο. Με τον τρόπο αυτό, οι αρχές προσπάθησαν να αποκρύψουν αφενός το γεγονός ότι τα δύο ηγετικά στελέχη του ERPI έκαναν πολιτική δουλειά εκτός της πολιτείας του Γκερέρο και αφετέρου την απαγωγή και τα βασανιστήρια που υπέστησαν επί ημέρες πριν τους εμφανίσουν. Βασανιστήρια υπέστη και το ζευγάρι των συμπαθούντων. Σύμφωνα με τον ERPE, η σύλληψη των δυο ηγετικών στελεχών κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται σε άτομο με το οποίο είχαν έρθει σε επαφή, στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν σχέσεις με άλλες επαναστατικές ομάδες, και το οποίο τους κατέδωσε. Η σύλληψη προκάλεσε τεράστια προβλήματα στην οργάνωση, μέχρι και απώλεια επαφής με τμήματά της, όμως, σύμφωνα πάντα με τον ERPE, μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο λειτουργούσε και πάλι σε ένα 80% των δυνατοτήτων του.
Ο Αντόνιο και η Αουρόρα έκτοτε μεταβλήθηκαν σε σύμβολα του επαναστατικού αγώνα στο Μεξικό, ενώ σημαδιακή στιγμή ήταν η προσχώρησή τους, ως πολιτικοί κρατούμενοι πλέον, στην ζαπατιστική Άλλη Καμπάνια. Άλλωστε και ο ίδιος ο ERPI κράτησε πολύ θετική στάση με το έντυπό του (El Paliacate, τεύχος 2ου τριμήνου 2006) να τιτλοφορείται «Η Άλλη Καμπάνια είναι και δική μας Άλλη Καμπάνια». Ενώ στο σχετικό ανακοινωθέν της οργάνωσης αναφερόταν μεταξύ άλλων: « Η Άλλη Καμπάνια έχει μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι παίζει ενωτικό ρόλο για τους αγώνες του λαού. Σε αυτή την πρώτη φάση που περιλαμβάνει το "να ακούσουμε και να ακουστούμε", είμαστε σίγουροι ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την Οργάνωση του λαού για να προχωρήσει στην Οικοδόμηση των χώρων Λαϊκής Εξουσίας και στην ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών και του Επαναστατικού και Εξεγερσιακού Κινήματος. […] Γι’ αυτό Σύντροφοι/-ισσες της Άλλης Καμπάνιας, στο όνομα των αγωνιστών, των βάσεων, των συμπαθούντων και της εθνικής διεύθυνσης του ERPI, σας καλωσορίζουμε σε αυτούς τους τόπους, κάτω και αριστερά, στους οποίους έχουμε παρουσία. Δεσμευόμαστε να διευκολύνουμε την πορεία σας από αυτούς τους τόπους, να μην παρέμβουμε με καμιά δική μας ενέργεια ή λόγω του γεγονότος ότι διωκόμαστε από το μεξικανικό κράτος. Αναγνωρίζουμε και χαιρετίζουμε τη μεγάλη προσπάθεια που αυτή η "Άλλη Καμπάνια" προϋποθέτει και προτείνει στις διάφορες δυνάμεις του μεγάλου μας Έθνους».
Στις αρχές Μαρτίου 2008 το κίνημα υποστήριξης των πολιτικών κρατουμένων πέτυχε μια σημαντική νίκη. Τα δυο ηγετικά στελέχη του ERPI απαλλάχτηκαν από μερικές πολύ σημαντικές κατηγορίες για τις οποίες είχαν αρχικά καταδικαστεί (ανθρωποκτονίες) και έτσι οι ποινές τους μειώθηκαν σημαντικά από τα 46 στα 14 χρόνια κάθειρξη. Ο αγώνας συνεχίζεται για να δοθεί αμνηστία.
Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι οι σκευωρίες των αρχών σε σχέση με τον ERPI, δεν έλειψαν ποτέ. Τον περασμένο Αύγουστο, στο Γκερέρο, οι αρχές συνέλαβαν άτομο στην κατοχή του οποίου φέρεται να βρέθηκε οπλισμός και τον παρουσίασαν ως αντάρτη του ERPI. Η αντάρτικη οργάνωση το διέψευσε κατηγορηματικά και τελικά τον Δεκέμβριο το άτομο αφέθηκε ελεύθερο με περιοριστικούς όρους κατηγορούμενο μόνο για οπλοκατοχή.
Τα τελευταία νέα
Στις 25 Μαρτίου 2008 ο ERPI επανεμφανίστηκε με συνέντευξη που έδωσαν δεκάδες μέλη του στην εφημερίδα La Jornada. Σε σύγκριση με άλλες φορές, εντύπωση έκανε η απουσία ανώτερων στελεχών και καλά εξοπλισμένων ανταρτών. Αντίθετα, επρόκειτο για απλούς κατοίκους, κυρίως ιθαγενείς, χωρίς στολές, οπλισμένους με καραμπίνες. Με λόγο απλό εξήγησαν την κατάσταση που έχουν φτάσει, την πρόθεσή τους να μην περιμένουν ως το 2010 για να κάνουν την επανάσταση, την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν το πετρέλαιο και τους άλλους φυσικούς πόρους της χώρας. Τονίστηκε ιδιαίτερα η προσχώρηση δεκάδων ιθαγενικών κοινοτήτων στον ERPI. Αλλά και η πρόθεσή τους να αμυνθούν απέναντι στους παραστρατιωτικούς τους οποίους προσπάθησαν να προσεγγίσουν για να μη χυθεί αίμα, αλλά «εκείνοι δεν παίρνουν από λόγια».
Στις 31 Μαρτίου, σε ενέδρα που έστησαν άγνωστοι ένοπλοι κοντά στην κοινότητα Ελ Σάλτο στο Γκερέρο, σκοτώθηκαν 4 αστυνομικοί κι ένας πολίτης. Αν και το γεγονός δεν φαίνεται να έχει σχέση με τα αντάρτικα, ακολούθησε στρατιωτικοποίηση της περιοχής με πολλές εκατοντάδες στρατιώτες και αστυνομικούς να εισβάλλουν σε ιθαγενικές κοινότητες, να φωτογραφίζουν και να ανακρίνουν τους κατοίκους και να ψάχνουν για αντάρτες ή εμπόρους ναρκωτικών. Έγιναν και συλλήψεις. Ανάμεσα στις οργανώσεις που καταγγέλλουν καταστολή είναι και αυτή του λαού των Μεφάα (OPIM), η οποία συμμετέχει στην Άλλη Καμπάνια και τον Φλεβάρη είχε καταγγείλει τη δολοφονία ενός μέλους της. Η κατάσταση στην πολιτεία του Γκερέρο δυναμιτίστηκε ακόμα περισσότερο από τις δηλώσεις του τοπικού Αρχιεπισκόπου που άφησε να εννοηθεί ότι οι ιθαγενείς χειραγωγούνται από τους αντάρτες του EPR και του ERPI και γενικά μοιάζει εκρηκτική.
Γ.Κ.
κυριότερες πηγές:
• http://www.enlace-erpi.org
• Εφημερίδα La Jornada
[ΕΝΘΕΤΟ] «Διάλογος» EPR - κυβέρνησης
Στα τέλη Απριλίου, ο EPR ζήτησε τη σύσταση μιας ομάδας διαμεσολαβητών, μεταξύ του αντάρτικου και της κυβέρνησης, με μοναδικό σκοπό την επανεμφάνιση των δυο «εξαφανισθέντων» από πέρυσι μελών του. Δεσμεύτηκε να μην κάνει ένοπλες ενέργειες όσο θα διαρκεί η διαμεσολάβηση. Η κυβέρνηση αντιπρότεινε απευθείας διάλογο (με τους διαμεσολαβητές να μετατρέπονται απλώς σε «κοινωνικούς αυτόπτες μάρτυρες») εφ’ όλης της ύλης και όχι μόνο για τους «εξαφανισθέντες». Πρόταση που απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τους αντάρτες, οι οποίοι διευκρίνισαν ότι δεν παραδίδουν τα όπλα. Τελικά την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, φαίνεται να ξεκινά ο «διάλογος» με τις πρώτες επαφές μεταξύ κυβερνητικών στελεχών και της ομάδας διαμεσολαβητών που αποτελείται από: τον συγγραφέα Κάρλος Μοντεμαγιόρ, τον επίτιμο επίσκοπο του Σαν Κριστόμπαλ ντε Λας Κάσας, Σαμουέλ Ρουίς, τον ανθρωπολόγο Χιλμπέρτο Λόπες ι Ρίβας, τον δικηγόρο και δημοσιογράφο Μιγκέλ Άνχελ Γκρανάδος Τσάπα και 3 μέλη του Εθνικού Μετώπου Ενάντια στην Καταστολή, μεταξύ των οποίων και η γερουσιαστής Ροσάριο Ιμπάρα ντε Πιέδρα.
Παραγουάη: η χώρα μπαίνει σε κεντροαριστερή τροχιά
Μετά από 61 χρόνια αλλάζει χέρια η διαχείριση της κυβερνητικής πολιτικής. Το προηγούμενο διάστημα, είτε με δικτατορίες είτε με εκλογικές νοθείες, το αστικό πολιτικό σύστημα είχε παραδώσει τη χώρα στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και είχε βυθίσει τα κατώτερα στρώματα στη μιζέρια. Στην εκλογή του πρώην επισκόπου Φερνάντο Λούγκο ως νέου προέδρου της χώρας έχουν στηριχτεί οι ελπίδες για μια πραγματική αλλαγή. Ωστόσο, η εκλογή αυτή δεν αλλάζει τους κυρίαρχους ταξικούς συσχετισμούς. Δεν πρόκειται για μια εργατο-αγροτική κυβέρνηση που θα προχωρήσει στην ικανοποίηση των βασικών αιτημάτων των στρωμάτων που την εξέλεξαν. Ο Λούγκο έχει υποσχεθεί να προωθήσει ένα «μεγάλο εθνικό, κοινωνικό και οικονομικό συμβόλαιο». Το μεγαλύτερο κόμμα της εκλογικής του συμμαχίας είναι ένα αστικό κόμμα το οποίο αντιστάθηκε στη δικτατορία διαπραγματευόμενο μαζί της μια δημοκρατική λύση, και του οποίου τον κύριο κορμό αποτελούν παραδοσιακές μεγαλοαστικές οικογένεις της χώρας. Κινήματα, αγροτικά και κοινωνικά, καθώς και τρεις από τις εργατικές ομοσπονδίες αποτελούν ελάσσονες εκλογικούς εταίρους. Παρόλα αυτά, η δεξιά δαιμονοποιεί τον Λούγκο ως «αριστεριστή» και «φίλο του Τσάβες». Αν η μερική μετατόπιση προς τα αριστερά συνιστά μια μερική νίκη για το λαϊκό κίνημα, είναι απαραίτητο, ξεκινώντας από αυτήν να βαθύνει ο αγώνας για την πραγματική ταξική αλλαγή στην χώρα.
Ν. Μ.
Ν. Μ.
Βολιβία: η αντεπίθεση της δεξιάς
Ο κύκλος των λαϊκών αγώνων που άνοιξε το 2000 έκλεισε το 2005 με την εκλογή του Μοράλες στην προεδρία της χώρας. Η αλλαγή αυτή στο κυβερνητικό επίπεδο δεν επέφερε την πολιτική αλλαγή που επιθυμούσαν τα κοινωνικά κινήματα. Το κόμμα του Μοράλες, το MAS (Κίνημα προς τον Σοσιαλισμό), δεν ήταν ούτε στην πρώτη γραμμή εκείνων των αγώνων ούτε αποτελεί άμεσο πολιτικό αντιπρόσωπο και εκφραστή των κινημάτων. Τα τελευταία, ενώ έδειξαν μια θαυμαστή ικανότητα αντίστασης δεν μπόρεσαν να μεταφράσουν την δυναμική τους σε κατάληψη θέσεων στο πολιτικό επίπεδο (στο κράτος) διευθέτησης των κοινωνικών ανταγωνισμών. Δεν μπόρεσαν ούτε να μετατραπούν τα ίδια σε μια ενιαία πολιτικο-κοινωνική οργάνωση ούτε και επιδίωξαν να αποτελέσουν πολιτικούς εταίρους του MAS στον δρόμο για την κατάκτηση της προεδρίας. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ο Μοράλες δεν έχει καμία οργανωμένη πίεση από τα αριστερά του η οποία να επιρρεάζει τα όρια των πολιτικών του κινήσεων.
Όσον αφορά τα πιο πρόσφατα γεγονότα, στις αρχές Μαΐου, η δεξιά διενήργησε δημοψήφισμα για την ανακήρυξη αυτονομίας στο διαμέρισμα της Σάντα Κρους, όπου και υπερίσχυσε εκλογικά, και στη συνέχεια προχώρησε στη ντε φάκτο αυτοανακηρυξή της σε νόμιμη παράλληλη εξουσία, ενώ τις ίδιες προθέσεις έχουν εκφράσει κυβερνήτες και άλλων περιοχών. Ο Μοράλες, ως τακτικό ελιγμό, οδηγεί αρχές Αυγούστου τη χώρα σε δημοψήφισμα το οποίο θα κρίνει τη συνέχιση ή ανάκληση της θητείας του ίδιου, του αντιπροέδρου και των κυβερνητών των 9 διαμερισμάτων της χώρας.
Αλλά πως φτάσαμε από την πανηγυρική νίκη του Μοράλες το 2005 στη δυναμική επανεμφάνιση της δεξιάς;
Η χώρα φαίνεται να διέσχισε τα τέσσερα τελευταία χρόνια την απόσταση από μια εξεγερσιακή περίοδο, στην οποία τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα κυριαρχούσαν και καθόριζαν τις πολιτικές προτεραιότητες, σε μια κατάσταση στην οποία η άκρα δεξιά έχει περάσει στην αντεπίθεση, κυριαρχώντας σε ολόκληρες περιοχές της χώρας και πιέζοντας το κεντροαριστερό MAS σε σημαντικές οπισθοχωρήσεις από τις, έτσι κι αλλιώς, μετριοπαθείς προεκλογικές του δεσμεύσεις. Αυτή η απότομη και βαθιά αλλαγή στον συσχετισμό δύναμης μεταξύ δεξιάς και κοινωνικών κινημάτων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κυβερνητική πολιτική υπονόμευσης της αυτόνομης και άμεσης δράσης των κινημάτων, προς όφελος μιας τακτικής που προώθησε την πολιτική μέσω των κρατικών θεσμών. Επιπλέον, η κυβέρνηση παραμόρφωσε ριζικά αρκετά από τα λαϊκά αιτήματα, αποφεύγοντας να συγκρουστεί με τα συμφέροντα της ολιγαρχίας και του ξένου κεφαλαίου. Αυτές οι οπισθοχωρήσεις ενθάρρυναν την αυτοπεποίθηση της δεξιάς και τη δυναμική της επανεμφάνιση στο προσκήνιο ενώ προκάλεσαν απογοήτευση, σύγχυση και εξασθένιση των κοινωνικών κινημάτων.
Η κυβέρνηση προχώρησε σε μια κολοβή εθνικοποίηση του ορυκτού πλούτου, υποχρεώνοντας τις πετρελαϊακές εταιρείες να μειώσουν τα ποσοστά κέρδους τους. Οι εταιρείες (στη χώρα δραστηριοποιούνται κυρίως μια αργεντίνικη και μια βραζιλιάνικη) αν και αρχικά απείλησαν με αποχώρηση δέχτηκαν να υπογράψουν τα νέα συμβόλαια. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αύξηση των διεθνών τιμών έχει οδηγήσει τη χώρα σε μια σταθερή μακροοικονομική κατάσταση, ωστόσο, η τιμή στην οποία πουλάει η Βολιβία είναι αισθητά χαμηλότερη σε σχέση με την τρέχουσα διεθνή.
Το αίτημα για μια συντακτική συνέλευση η οποία θα επαναχάραζε τον καταστατικό χάρτη της χώρας και θα επανίδρυε το κράτος στη βάση ενός πολυεθνικού χαρακτήρα, ο οποίος θα αναγνώριζε τα κυριαρχικά δικαιώματα των ιθαγενών λαών, αποτελούσε βασικό αίτημα των κοινωνικών κινημάτων. Ο Μοράλες, ωστόσο, προχώρησε στην εκλογή των μελών της στη βάση ενός εκλογικού συστήματος που δεν ευνοούσε τη συμμετοχή των κινημάτων, των ιθαγενικών λαών και των άλλων φτωχών στρωμάτων της χώρας αλλά αντίθετα ευνοούσε τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, και συνεπώς τη δεξιά, κάνοντας προς αυτήν συνεχείς καλόπιστες χειρονομίες που αλλοίωναν εντελώς το επαναστατικό περιεχόμενο της συνέλευσης. Μετά από αλεπάλληλα πήγαινε-έλα αποφασίστηκε ένα σχέδιο συντάγματος το οποίο θα έπρεπε να υποβληθεί σε δημοψήφισμα για έγκριση. Το περιεχόμενο, ωστόσο, των «αυτονομιών» που προτείνει ευνοεί τις αποσχιστικές κινήσεις της δεξιάς. Επιπλέον αφήνει ανέγγιχτη την ιδιωτική ιδιοκτησία και τις μεγάλες γεωργικές εκτάσεις ενώ από την άλλη το κράτος επανακτά τα δικαιώματα στον ορυκτό πλούτο,χωρίς όμως να αφαιρεί από τις πολυεθνικές όλα τα πλουσιοπάροχα προνόμια τους.
Το προς επικύρωση σύνταγμα αποτελεί αντανάκλαση των ιδεολογικών αντιφάσεων της κυβέρνησης.
Η ιδεολογική βάση του MAS βρίσκεται στην προώθηση ενός «καπιταλισμού των Άνδεων»: στην προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (περιλαμβάνει και το 1% του πληθυσμού που κατέχει το 80% των εύφορων εκτάσεων), στις μικτές κρατικές επιχειρήσεις με πολυεθνικές εταιρείες αλλά και με ιθαγενείς αγρότες στη βάση της μικρής κοινοτικής ιδιοκτησίας. Ένα δεύτερο συστατικό της ιδεολογίας του είναι η πολιτική αυτονομία, ιθαγενική και τοπική. Ο «ιθαγενισμός» του MAS περιορίστηκε ωστόσο μόνο στο δημοκρατικό και πολιτιστικό επίπεδο, αρνούμενο οποιονδήποτε ταξικό μετασχηματισμό στην ιδιοκτησία και στις κοινωνικές σχέσεις που θα οδηγούσε στον πραγματικό σεβασμό του δικαιώματος της ιθαγενικής «αυτοχειραφέτησης». Τουναντίον η έμφαση στην ιδέα μιας αυτονομίας χωρίς πολιτικά και ταξικά κριτήρια οδήγησε στα επεισόδια των τελευταίων μηνών.
Αντί η κυβέρνηση να επιτεθεί κατά μέτωπο στην ολιγαρχία προσπαθεί να την στρατολογήσει στο πολιτικό της σχέδιο μέσα από συνεχείς παραχωρήσεις με αποτέλεσμα, η δεξιά να εξακολουθεί να κυριαρχεί στην κρατική μηχανή, να απειλεί και να επιτίθεται στα κινήματα και να έχει την ηγεμονία πάνω στα λαϊκά στρώματα των ανατολικών διαμερισμάτων. Ο Μοράλες, ωστόσο, εξακολουθεί να απολαμβάνει την επιδοκιμασία ενός 60% του λαού παρά τα τεράστια καθημερινά εμπόδια που συναντά η κυβέρνηση στο έργο της και τους «κακούς» υπουργούς της. Από τη μιά πλευρά η εθνικοποίηση, έστω και κολοβή, των υδρογονανθράκων, τροφοδοτεί τις ελπίδες του λαού για ένα καλύτερο μέλλον ενώ από την άλλη, υπάρχει μια έντονη ταύτιση της πλειοψηφίας των κατώτερων στρωμάτων με τον «πρώτο ιθαγενή πρόεδρο». Η χώρα βρίσκεται σε μια στιγμή που είναι οφθαλμοφανή τα όρια όσον αφορά τις δυνατότητες προώθησης ενός «ρεφορμισμού με μεταρρυθμίσεις» και γίνεται αισθητή η απουσία ενός στρατηγικού σχεδίου που να επιτρέπει την υιοθέτηση μιας σταθερής και συνεκτικής πολιτικής.
Όπως έχει αναγνωρίσει και ο ίδιος ο Μοράλες, το MAS έχει φτάσει στην κυβέρνηση αλλά δεν έχει την εξουσία. Επομένως, εαν προτίθεται να προχωρήσει σε βαθιές αλλαγές δεν μπορεί να αποφεύγει το πρόβλημα της εξουσίας κάτω από το ρίσκο του να μην τα χάσει όλα. Οι συνεχείς παραχωρήσεις που έχει κάνει ο Μοραλές στη δεξιά και στην αστική τάξη έφεραν τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το δίλημμα που τίθεται είναι με ποιόν τρόπο θα αντιμετωπισθεί η δεξιά: κάνοντας παραχωρήσεις ή αντιμετωπίζοντάς την, προχωρώντας σε βαθιές αλλαγές. Η απάντηση είναι περίπλοκη αφού η κυβέρνηση είναι διασπασμένη σε δύο πόλους: στους μετριοπαθείς από τη μία και στους αγωνιστές και τις ριζοσπαστικές οργανώσεις της βάσης από την άλλη. Οι δεύτεροι θέλουν να σπάσει η πολιτική συμφωνία με τη δεξιά η οποία φρενάρει την κυβέρνηση και σιγά σιγά την εξασθενεί. Προτείνουν σύγκρουση με τη δεξιά στις ανατολικές επαρχίες, να επιβληθεί έλεγχος στις τιμές των αγαθών, να κατασχεθούν χωρίς αποζημιώσεις τα λατιφούντια και να αποκτηθεί ο συνολικός και όχι μόνο ο μερικός έλεγχος στον υπεδάφιο πλούτο.
Οι πολιτικές του MAS είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην οργάνωση και στις δράσεις των κοινωνικών κινημάτων. Τα πενιχρώς επιδοτούμενα κοινωνικά προγράμματα και οι μισθολογικές αυξήσεις δεν άλλαξαν το επίπεδο ζωής των ιθαγενών, των εργατών και των δημοσιών υπαλλήλων, ενώ η κυβέρνηση έδειξε σκληρό πρόσωπο στις απεργιακές κινητοποιήσεις που σημειώθηκαν στην αρχή της θητείας της, απαντώντας με μειώσεις μισθών στον δημόσιο τομέα, με καταστολή σε απεργίες ανθρακωρύχων και φέρνοντάς τες ως και αντιμέτωπες με ιθαγενείς κοκαλέρος, οι οποίοι αποτελούν τη σταθερή βάση του MAS. Η γενικότερη καλή οικονομική κατάσταση έχει επιτρέψει στον Μοράλες, παρά την εφαρμογή των πολιτικών του ΔΝΤ, να μοιράζει κάτι ελάχιστο στην εκλογική του βάση ενώ παράλληλα ακολουθεί μια πολιτική ενσωμάτωσης διαφόρων ιθαγενών ηγετών και συνδικαλιστικών στελεχών στον κρατικό μηχανισμό. Από την άλλη, η ανεξάρτητη ταξική δράση είναι σποραδική και η αριστερά δεν έχει καμία εναλλακτική πολιτική πρόταση, πολύ περισσότερο τώρα που φαίνεται να βαθαίνει η σύγκρουση του Μοράλες με την δεξιά.
Ν. Μ.
Όσον αφορά τα πιο πρόσφατα γεγονότα, στις αρχές Μαΐου, η δεξιά διενήργησε δημοψήφισμα για την ανακήρυξη αυτονομίας στο διαμέρισμα της Σάντα Κρους, όπου και υπερίσχυσε εκλογικά, και στη συνέχεια προχώρησε στη ντε φάκτο αυτοανακηρυξή της σε νόμιμη παράλληλη εξουσία, ενώ τις ίδιες προθέσεις έχουν εκφράσει κυβερνήτες και άλλων περιοχών. Ο Μοράλες, ως τακτικό ελιγμό, οδηγεί αρχές Αυγούστου τη χώρα σε δημοψήφισμα το οποίο θα κρίνει τη συνέχιση ή ανάκληση της θητείας του ίδιου, του αντιπροέδρου και των κυβερνητών των 9 διαμερισμάτων της χώρας.
Αλλά πως φτάσαμε από την πανηγυρική νίκη του Μοράλες το 2005 στη δυναμική επανεμφάνιση της δεξιάς;
Η χώρα φαίνεται να διέσχισε τα τέσσερα τελευταία χρόνια την απόσταση από μια εξεγερσιακή περίοδο, στην οποία τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα κυριαρχούσαν και καθόριζαν τις πολιτικές προτεραιότητες, σε μια κατάσταση στην οποία η άκρα δεξιά έχει περάσει στην αντεπίθεση, κυριαρχώντας σε ολόκληρες περιοχές της χώρας και πιέζοντας το κεντροαριστερό MAS σε σημαντικές οπισθοχωρήσεις από τις, έτσι κι αλλιώς, μετριοπαθείς προεκλογικές του δεσμεύσεις. Αυτή η απότομη και βαθιά αλλαγή στον συσχετισμό δύναμης μεταξύ δεξιάς και κοινωνικών κινημάτων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κυβερνητική πολιτική υπονόμευσης της αυτόνομης και άμεσης δράσης των κινημάτων, προς όφελος μιας τακτικής που προώθησε την πολιτική μέσω των κρατικών θεσμών. Επιπλέον, η κυβέρνηση παραμόρφωσε ριζικά αρκετά από τα λαϊκά αιτήματα, αποφεύγοντας να συγκρουστεί με τα συμφέροντα της ολιγαρχίας και του ξένου κεφαλαίου. Αυτές οι οπισθοχωρήσεις ενθάρρυναν την αυτοπεποίθηση της δεξιάς και τη δυναμική της επανεμφάνιση στο προσκήνιο ενώ προκάλεσαν απογοήτευση, σύγχυση και εξασθένιση των κοινωνικών κινημάτων.
Η κυβέρνηση προχώρησε σε μια κολοβή εθνικοποίηση του ορυκτού πλούτου, υποχρεώνοντας τις πετρελαϊακές εταιρείες να μειώσουν τα ποσοστά κέρδους τους. Οι εταιρείες (στη χώρα δραστηριοποιούνται κυρίως μια αργεντίνικη και μια βραζιλιάνικη) αν και αρχικά απείλησαν με αποχώρηση δέχτηκαν να υπογράψουν τα νέα συμβόλαια. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αύξηση των διεθνών τιμών έχει οδηγήσει τη χώρα σε μια σταθερή μακροοικονομική κατάσταση, ωστόσο, η τιμή στην οποία πουλάει η Βολιβία είναι αισθητά χαμηλότερη σε σχέση με την τρέχουσα διεθνή.
Το αίτημα για μια συντακτική συνέλευση η οποία θα επαναχάραζε τον καταστατικό χάρτη της χώρας και θα επανίδρυε το κράτος στη βάση ενός πολυεθνικού χαρακτήρα, ο οποίος θα αναγνώριζε τα κυριαρχικά δικαιώματα των ιθαγενών λαών, αποτελούσε βασικό αίτημα των κοινωνικών κινημάτων. Ο Μοράλες, ωστόσο, προχώρησε στην εκλογή των μελών της στη βάση ενός εκλογικού συστήματος που δεν ευνοούσε τη συμμετοχή των κινημάτων, των ιθαγενικών λαών και των άλλων φτωχών στρωμάτων της χώρας αλλά αντίθετα ευνοούσε τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, και συνεπώς τη δεξιά, κάνοντας προς αυτήν συνεχείς καλόπιστες χειρονομίες που αλλοίωναν εντελώς το επαναστατικό περιεχόμενο της συνέλευσης. Μετά από αλεπάλληλα πήγαινε-έλα αποφασίστηκε ένα σχέδιο συντάγματος το οποίο θα έπρεπε να υποβληθεί σε δημοψήφισμα για έγκριση. Το περιεχόμενο, ωστόσο, των «αυτονομιών» που προτείνει ευνοεί τις αποσχιστικές κινήσεις της δεξιάς. Επιπλέον αφήνει ανέγγιχτη την ιδιωτική ιδιοκτησία και τις μεγάλες γεωργικές εκτάσεις ενώ από την άλλη το κράτος επανακτά τα δικαιώματα στον ορυκτό πλούτο,χωρίς όμως να αφαιρεί από τις πολυεθνικές όλα τα πλουσιοπάροχα προνόμια τους.
Το προς επικύρωση σύνταγμα αποτελεί αντανάκλαση των ιδεολογικών αντιφάσεων της κυβέρνησης.
Η ιδεολογική βάση του MAS βρίσκεται στην προώθηση ενός «καπιταλισμού των Άνδεων»: στην προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (περιλαμβάνει και το 1% του πληθυσμού που κατέχει το 80% των εύφορων εκτάσεων), στις μικτές κρατικές επιχειρήσεις με πολυεθνικές εταιρείες αλλά και με ιθαγενείς αγρότες στη βάση της μικρής κοινοτικής ιδιοκτησίας. Ένα δεύτερο συστατικό της ιδεολογίας του είναι η πολιτική αυτονομία, ιθαγενική και τοπική. Ο «ιθαγενισμός» του MAS περιορίστηκε ωστόσο μόνο στο δημοκρατικό και πολιτιστικό επίπεδο, αρνούμενο οποιονδήποτε ταξικό μετασχηματισμό στην ιδιοκτησία και στις κοινωνικές σχέσεις που θα οδηγούσε στον πραγματικό σεβασμό του δικαιώματος της ιθαγενικής «αυτοχειραφέτησης». Τουναντίον η έμφαση στην ιδέα μιας αυτονομίας χωρίς πολιτικά και ταξικά κριτήρια οδήγησε στα επεισόδια των τελευταίων μηνών.
Αντί η κυβέρνηση να επιτεθεί κατά μέτωπο στην ολιγαρχία προσπαθεί να την στρατολογήσει στο πολιτικό της σχέδιο μέσα από συνεχείς παραχωρήσεις με αποτέλεσμα, η δεξιά να εξακολουθεί να κυριαρχεί στην κρατική μηχανή, να απειλεί και να επιτίθεται στα κινήματα και να έχει την ηγεμονία πάνω στα λαϊκά στρώματα των ανατολικών διαμερισμάτων. Ο Μοράλες, ωστόσο, εξακολουθεί να απολαμβάνει την επιδοκιμασία ενός 60% του λαού παρά τα τεράστια καθημερινά εμπόδια που συναντά η κυβέρνηση στο έργο της και τους «κακούς» υπουργούς της. Από τη μιά πλευρά η εθνικοποίηση, έστω και κολοβή, των υδρογονανθράκων, τροφοδοτεί τις ελπίδες του λαού για ένα καλύτερο μέλλον ενώ από την άλλη, υπάρχει μια έντονη ταύτιση της πλειοψηφίας των κατώτερων στρωμάτων με τον «πρώτο ιθαγενή πρόεδρο». Η χώρα βρίσκεται σε μια στιγμή που είναι οφθαλμοφανή τα όρια όσον αφορά τις δυνατότητες προώθησης ενός «ρεφορμισμού με μεταρρυθμίσεις» και γίνεται αισθητή η απουσία ενός στρατηγικού σχεδίου που να επιτρέπει την υιοθέτηση μιας σταθερής και συνεκτικής πολιτικής.
Όπως έχει αναγνωρίσει και ο ίδιος ο Μοράλες, το MAS έχει φτάσει στην κυβέρνηση αλλά δεν έχει την εξουσία. Επομένως, εαν προτίθεται να προχωρήσει σε βαθιές αλλαγές δεν μπορεί να αποφεύγει το πρόβλημα της εξουσίας κάτω από το ρίσκο του να μην τα χάσει όλα. Οι συνεχείς παραχωρήσεις που έχει κάνει ο Μοραλές στη δεξιά και στην αστική τάξη έφεραν τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το δίλημμα που τίθεται είναι με ποιόν τρόπο θα αντιμετωπισθεί η δεξιά: κάνοντας παραχωρήσεις ή αντιμετωπίζοντάς την, προχωρώντας σε βαθιές αλλαγές. Η απάντηση είναι περίπλοκη αφού η κυβέρνηση είναι διασπασμένη σε δύο πόλους: στους μετριοπαθείς από τη μία και στους αγωνιστές και τις ριζοσπαστικές οργανώσεις της βάσης από την άλλη. Οι δεύτεροι θέλουν να σπάσει η πολιτική συμφωνία με τη δεξιά η οποία φρενάρει την κυβέρνηση και σιγά σιγά την εξασθενεί. Προτείνουν σύγκρουση με τη δεξιά στις ανατολικές επαρχίες, να επιβληθεί έλεγχος στις τιμές των αγαθών, να κατασχεθούν χωρίς αποζημιώσεις τα λατιφούντια και να αποκτηθεί ο συνολικός και όχι μόνο ο μερικός έλεγχος στον υπεδάφιο πλούτο.
Οι πολιτικές του MAS είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην οργάνωση και στις δράσεις των κοινωνικών κινημάτων. Τα πενιχρώς επιδοτούμενα κοινωνικά προγράμματα και οι μισθολογικές αυξήσεις δεν άλλαξαν το επίπεδο ζωής των ιθαγενών, των εργατών και των δημοσιών υπαλλήλων, ενώ η κυβέρνηση έδειξε σκληρό πρόσωπο στις απεργιακές κινητοποιήσεις που σημειώθηκαν στην αρχή της θητείας της, απαντώντας με μειώσεις μισθών στον δημόσιο τομέα, με καταστολή σε απεργίες ανθρακωρύχων και φέρνοντάς τες ως και αντιμέτωπες με ιθαγενείς κοκαλέρος, οι οποίοι αποτελούν τη σταθερή βάση του MAS. Η γενικότερη καλή οικονομική κατάσταση έχει επιτρέψει στον Μοράλες, παρά την εφαρμογή των πολιτικών του ΔΝΤ, να μοιράζει κάτι ελάχιστο στην εκλογική του βάση ενώ παράλληλα ακολουθεί μια πολιτική ενσωμάτωσης διαφόρων ιθαγενών ηγετών και συνδικαλιστικών στελεχών στον κρατικό μηχανισμό. Από την άλλη, η ανεξάρτητη ταξική δράση είναι σποραδική και η αριστερά δεν έχει καμία εναλλακτική πολιτική πρόταση, πολύ περισσότερο τώρα που φαίνεται να βαθαίνει η σύγκρουση του Μοράλες με την δεξιά.
Ν. Μ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)