Ομάδα αντιπληροφόρησης σχετικά με τα κινήματα και τις αντιστάσεις στον κόσμο. Ιστολόγιο υπό διαρκή κατασκευή.

8 Ιουλ 2008

Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ Τα ιδεολογικά ρεύματα της υποσαχάριας Αφρικής την περίοδο της αποαποικιοποίησης

Η περίοδος του αντιαποικιακού αγώνα και της αποαποικιοποίησης είναι ίσως η πλέον σημαντική της νεώτερης ιστορίας της υποσαχάριας Αφρικής. Σε αυτήν ένα μοντέλο πολιτικής οργάνωσης (αυτό που επέβαλε η αποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός) καταρρέει, και (όπως η κυρίαρχη ιστοριογραφία υποστηρίζει), επιχειρείται η συγκρότηση ενός αντίστοιχου εναλλακτικού, που φιλοδοξεί να επαναθεμελιώσει τις τοπικές κοινωνίες σε όλα τα επίπεδα. Η διαδικασία αυτή δεν γίνεται σε ιδεολογικό κενό, αντίθετα ένα σύνολο από καινοτόμα ιδεολογικά ρεύματα, έχοντας ως φορέα αστικά κυρίως στρώματα και πολιτικές ελίτ, διατρέχουν από άκρου εις άκρον την ήπειρο και θέτουν τις βάσεις της μετέπειτα πορείας της.

Τα προαποικιακά κοσμοείδωλα.

Σημαντικό για την ανάδειξη της καινοτομίας των νέων ρευμάτων είναι μια συνοπτική αναφορά στα προαποικιακά κοσμοείδωλα που κυριαρχούν στον χώρο της υποσαχάριας Αφρικής. Με τον κίνδυνο της γενίκευσης και των πολιτισμικών στρεβλώσεων (σε άλλα κείμενα του αφιερώματος αναπτύσσονται κριτικές για το πώς η δυτική σκέψη κατασκευάζει στερεοτυπικά ερμηνευτικά σχήματα, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσει την εικόνα που έχει για τον εαυτό της διαμέσου της αντιπαραβολής της με τον κατασκευασμένο ¨Άλλο¨), μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προαποικιακή υποσαχάρια Αφρική κυριαρχείται από αγροτοκτηνοτροφικούς πολιτισμούς της σπάνης και της αυτοκατανάλωσης, καθοριζόμενους λίγο ως πολύ από γεωγραφικές – περιβαλλοντικές συνθήκες . Παραγωγική μονάδα είναι η πυρηνική οικογένεια, ενώ τομείς όπως οι κατασκευές και το εμπόριο δεν έχουν την έκταση εκείνη που θα τους επέτρεπε να παρέμβουν διαρθρωτικά στην οικονομική πραγματικότητα. Η πολιτική οργάνωση είναι ιδιότυπη (υπάρχουν θεωρίες που μιλούν για κοινωνίες χωρίς εξουσία), ενώ η νοηματοδότηση του υποκειμένου εξαντλείται στο επόμενο επίπεδο συλλογικότητας από την πυρηνική οικογένεια που είναι η φυλή (και σε αυτό το σημείο υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις οι οποίες παρουσιάζονται σε άλλα κείμενα του παρόντος αφιερώματος). Η αποικιοκρατία αρχικά και ο ιμπεριαλισμός κατόπιν, εισήγαγαν πραγματικά ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση της περιοχής. Πέραν του δουλεμπορίου, (το πρόβλημα του οποίου δεν ήταν η έκταση αλλά οι έριδες που διέσπειρε μεταξύ των φυλών), το κύριο εγχείρημα των δυτικών μητροπόλεων ήταν η περιφερειοποίηση της περιοχής, η ένταξή της δηλαδή -με ιδιαίτερα άνισους όρους- στον οικονομικό σχεδιασμό των μητροπολιτικών αστικών τάξεων, κάτι που απαιτούσε τον μετασχηματισμό των αυτοκαταναλωτικών κοινωνιών σε ανταλλακτικές. Το εγχείρημα είχε επιτυχία όσον αφορά την αρπαγή φυσικών πόρων, και αξιοσημείωτα αποτελέσματα όσον αφορά τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Εμφανίστηκαν πόλεις (στα δυτικά κυρίως παράλια), οι οποίες διεκπεραίωναν το αποικιακό εμπόριο (εξαγωγή πρώτων υλών προς τη μητρόπολη, εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων από αυτήν) παράλληλα με μια στοιχειώδη βιομηχανική δραστηριότητα. Επιπλέον μέσα σε αυτές εμφανίστηκαν νέα κοινωνικά υποκείμενα, όπως αστικές και εργατικές τάξεις, τεχνίτες, ελεύθεροι επαγγελματίες, καθώς και ιδιωτική και κρατική υπαλληλία (από τις κρατικές δομές που προσπάθησαν να συγκροτήσουν οι αποικιακές διοικήσεις). Ωστόσο το εγχείρημα συγκρότησης μιας εξαρτημένης εμπορευματικής οικονομίας ποτέ δεν ολοκληρώθηκε για το σύνολο της περιοχής. Η αγροτοκτηνοτροφική ενδοχώρα, παρόλη την ανταλλαγή προϊόντων με τις πόλεις, παρέμεινε στην παραγωγή προϊόντων προς άμεση και ίδια κατανάλωση (αξιών χρήσης δηλαδή), με κέντρο τις μικροκαλλιεργητικές οικογένειες. Ο Arrighi υποστηρίζει ότι η αποδέσμευση των αγροτών από τη γη τους και η μετατροπή τους σε ελεύθερη εργατική δύναμη ποτέ δεν συνέβη , με αποτέλεσμα να διατηρείται το μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας σε μια περίπου κολεκτιβιστική οικονομική οργάνωση και στο αντίστοιχο με αυτήν πολιτισμικό εποικοδόμημα (οικογένεια σαν βιωματικός χώρος, φυλή σαν φορέας νοηματικής θέσμισης, και σχετική με αυτές κουλτούρα και θρησκεία που συμβολοποιούν τα -ρητά και άρρητα- χαρακτηριστικά των δύο πρώτων).

Τα πολιτικά υποκείμενα – φορείς των αντιαποικιακών αντιλήψεων.

Στην περίοδο λοιπόν που αναπτύσσονται οι αντιιμπεριαλιστικές αντιλήψεις, η υποσαχάρια Αφρική αποτελείται από ένα κράμα δύο κοινωνικών σχηματισμών με χαλαρή σχέση μεταξύ τους. Αφ’ ενός η ύπαιθρος που παραδοσιοκρατείται, και αφ΄ ετέρου οι πόλεις που περιλαμβάνουν νεωτερικές δραστηριότητες και νεωτερικά κοινωνικά υποκείμενα. Ο κόσμος των τελευταίων είναι ένας κόσμος όπου ένας εξωτερικός παράγοντας (οι επιβαλλόμενοι από τη μητρόπολη θεσμοί οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής εξουσίας), καθορίζουν τις επιτόπου σχέσεις. Το στοιχείο αυτό θα αποτελέσει τον άξονα γύρω από τον οποίο θα συγκροτήσουν τα υποκείμενα των πόλεων μια αφρικανικού τύπου νεωτερική συνείδηση, απεμπολώντας ή παραφράζοντας άλλα στοιχεία συγκρότησης συνείδησης, όπως οι ταξικές αντιθέσεις. Την τελική και ρητή έκφραση της θέλησης αυτής (τη διατύπωση του πολιτικού λόγου δηλαδή), θα αναλάβουν κατά μία έννοια, είτε διάφορες πολιτικές οργανώσεις (με μικρή πάντα επιρροή), είτε μεμονωμένες προσωπικότητες, είτε διάφορες ελίτ. Σημαντικό είναι ότι όλοι οι προαναφερόμενοι έχουν μικρή ή μεγάλη σχέση με τον εξωτερικό της Αφρικής χώρο. Είτε ως διωκόμενοι λόγω της πρώιμης αντιαποικιακής τους δράσης, είτε ως μέλη της Αφρικανικής διασποράς, έρχονται σε επαφή με τις πολιτικές αντιλήψεις που κυκλοφορούν στις δυτικές μητροπόλεις της Ευρώπης, στις ΗΠΑ, αλλά και στον κόσμο του (λεγόμενου) υπαρκτού σοσιαλισμού. Η επαφή αυτή είναι καθοριστική, καθώς θα αποτελέσει το στοιχείο εκείνο που σε πρώτη φάση θα συγκροτήσει τον πολιτικό τους λόγο, ο οποίος όμως με το πέρασμα του χρόνου και τη συνδιαλλαγή του με την Αφρικανική πραγματικότητα, θα μετασχηματιστεί ριζικά, καταλήγοντας σε ιδεολογικά υβρίδια.

Η ριζοσπαστικότητα και ο υβριδικός χαρακτήρας των ιδεολογικών ρευμάτων.

Με βάση το περιεχόμενο τους τα ιδεολογικά ρεύματα μπορούν να χωριστούν σε τρείς κατηγορίες. Αρχικά είναι εκείνα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως αντιλήψεις συντηρητικής επαναθεμελίωσης (σε φυλετική ή θρησκευτική βάση). Κατά δεύτερον εκείνα που έχουν νεωτερικό χαρακτήρα και ριζοσπαστικό κοινωνικό περιεχόμενο. Τρίτον τα επίσης νεωτερικής κοπής, αστικοδημοκρατικά.
Στην πρώτη κατηγορία μπορεί να καταταχθεί το πρώτο χρονικά ιδεολογικό ρεύμα που εμφανίζεται. Είναι αυτό του αφρικανικού εθνικισμού στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το ρεύμα αυτό θεωρεί το σύνολο των μαύρων κατοίκων, όχι μόνο της αφρικανικής ηπείρου αλλά και των απομακρυσμένων λόγω δουλεμπορίου πληθυσμών, ως ενιαία συλλογικότητα, η οποία βρίσκεται υπό φυλετική κατοχή. Το ζητούμενο για την αντίληψη αυτή είναι η δημιουργία ενός ελεύθερου έθνους που να περιλαμβάνει τους απανταχόθεν μαύρους, αντιτάσσοντας με αυτόν τον τρόπο στον ρατσισμό των λευκών τη φυλετική ενότητα των μαύρων. Το σχετικό κίνημα εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ (όπου και ανακοινώθηκε ο σχηματισμός αφρικανικού έθνους εντός των ΗΠΑ με πρόεδρο τον πρωτεργάτη του κινήματος Τόμας Γκάρβεϋ), απ΄ όπου και εισήχθη στην Αφρική. Η υβριδικότητα και η καινοτομία της αντίληψης αυτής συνίσταται στο ότι προσπαθεί να συλλάβει την έννοια του έθνους (μιας συλλογικότητας η οποία εντάσσει εντός της ανθρώπους που δεν έρχονται σε καθημερινή προσωπική επαφή), με όρους φυλής (μιας συλλογικότητας στην οποία εντάσσονται άνθρωποι που έχουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό άμεση σχέση). Ο αφρικάνικος εθνικισμός στην πρώιμη τουλάχιστον εκδοχή του (όπως τον περιέγραψε ο Γκάρβεϋ) συνοδευόταν από έκδηλο αντιμαρξισμό και έντονη εχθρότητα απέναντι στην (αμερικάνικη τουλάχιστον) αριστερά. Πέραν της φυλετικής ενότητας, δεν ανέδειξε κανένα κοινωνικό ζήτημα και είχε περιορισμένη επιτυχία καθώς η συλλογικότητα η οποία επικαλούταν (το έθνος) δεν κατάφερε ποτέ να γίνει μια έννοια προσιτή όχι μόνο στην προαποικιακή αλλά και στην μετααποικιακή, ακόμα και στην σημερινή Αφρική.
Παράλληλα με τον αφρικανικό εθνικισμό, ο οποίος είχε μια αξιοπρόσεκτη παρουσία στην αρχή του τουλάχιστον, εκδηλώθηκαν και μικρότερα κινήματα συντηρητικής επαναθεμελίωσης, τοπικής όμως εμβέλειας. Τα κινήματα αυτά είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα και προέβαλαν μεσσιανικές αντιλήψεις για τις επιδιώξεις τους (για παράδειγμα μια χιλιαστική αίρεση ισχυριζόταν πως ο ερχομός στην Αφρική μιας ομάδας ελεύθερων αμερικάνων μαύρων χιλιαστών θα έφερνε το τέλος του ρατσισμού). Οι περιοχές που εκδηλώνονται τα κινήματα αυτά και διαχέονται οι σχετικές αντιλήψεις, είναι η δυτική Αφρική (ισλαμικά κινήματα) και η κεντρική (χριστιανοί χιλιαστές). Τα κινήματα αυτά καταγγέλλουν κυρίως τον ρατσισμό σαν ασύμβατο με το περιεχόμενο των θρησκειών που ευαγγελίζονται, και δεν καταπιάνονται με την αποικιοκρατία σαν πολιτικό σύστημα. Γενικά δεν εγείρουν πολιτικά αιτήματα, ούτε παρουσιάζουν έντονη κινηματική δράση, περιοριζόμενα στο κήρυγμα του λόγου τους. Όπως και ο αφρικάνικος εθνικισμός, έτσι και οι αντιλήψεις αυτές στις επόμενες δεκαετίες θα σαρωθούν κυριολεκτικά από την ανάπτυξη των αφρικανικού τύπου σοσιαλιστικών αντιλήψεων.
Το τελευταίο ρεύμα που μπορεί να τοποθετηθεί στην κατηγορία των θεμελιωτικών ιδεολογιών είναι αυτό της νεγροσύνης (negritude). Δεν πρόκειται για μια καθαρή πολιτική ιδεολογία από την οποία μπορεί να εξαχθεί άμεσα κάποιο πολιτικό πρόγραμμα, παρόλα αυτά αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλές αντιαποικιακές ιδεολογίες. Πρόκειται για μια προσπάθεια ανάδειξης της αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας (όπως υποστηρίζει) των προαποικιακών αφρικανικών πολιτισμών, οι οποίοι είχαν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (κοινοκτημοσύνη, εξισωτική κοινωνική οργάνωση, έλλειψη αντιθέσεων και συγκρούσεων, κ.α) τα οποία αλώθηκαν από την είσοδο στην ήπειρο της δυτικής νεωτερικότητας . Πρωτοεμφανίζεται στις Γαλλικές αποικίες, σχετικά αργά (1930 και μετά), και αποτελεί απάντηση στην προσπάθεια της πολιτισμικής ενσωμάτωσης (mission civilisatrice) που ιστορικά επιχειρεί ο Γαλλικός ιμπεριαλισμός για τις αποικίες του.
Στο πέρασμα μεταξύ επαναθεμελιωτικών αντιλήψεων και αντίστοιχων κοσμικών με ριζοσπαστικό περιεχόμενο, είναι το ιδεολογικό ρεύμα του Παναφρικανισμού. Εμφανίζεται λίγο μετά τον Αφρικανικό εθνικισμό το 1920 – 1930, στις περιοχές των βρετανικών αποικιών. Η κεντρική του ιδέα (η ενότητα της αφρικανικής ηπείρου) πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, αρκετά πριν από την προαναφερόμενη περίοδο κατά την οποία μετασχηματίζεται σε πολιτική ιδεολογία, ενώ προσπαθεί -¬¬ανεπιτυχώς τελικά- να μετασχηματιστεί σε πολιτισμική ταυτότητα. Ο Παναφρικανισμός μοιάζει με τον αφρικανικό εθνικισμό καθώς επιχειρεί και αυτός να κατασκευάσει μια καινοτόμο συλλογικότητα, διαφέρει όμως με τον τελευταίο όσον αφορά το είδος της. Στον παναφρικανισμό η συλλογικότητα συγκροτείται από τη γεωγραφία (αυτή καταδεικνύει ότι ο Αφρικανικός χώρος είναι ένας ενιαίος σχηματισμός, αδιαφορώντας για τις διαφορετικότητες των πάμπολλων πολιτισμών και των φυλών που περιλαμβάνει), ενώ στον αφρικανικό εθνικισμό συγκροτείται κυρίως από το χρώμα. Διαφέρει επίσης στο ότι αντιμετωπίζει τον ρατσισμό με καθαρά πολιτικά κριτήρια (δεν προβάλλει έντονα την έννοια του φυλετισμού), ενώ παράλληλα αναδεικνύει ένα σύνολο από κοινωνικά ζητήματα. Η καινοτομία του συνίσταται στο ότι, προκειμένου να περιγράψει την προτεινόμενη απ΄ αυτόν Αφρικανική ταυτότητα, είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην οντολογία, στην αναζήτηση δηλαδή ορισμών διαφόρων εννοιών (Αφρική, Αφρικανός) που τις θεωρεί καθολικές (σε αυτό το σημείο μοιάζει με τη νεώτερη δυτική μεταφυσική), κάτι όμως παντελώς ξένο για τους εμπειρικούς αφρικάνικους πολιτισμούς που δεν σχετίζονται με την αφηρημένη σκέψη. Η καινοτομία αυτή αποτέλεσε το λόγο περιορισμού του σε καθαρά πολιτική ιδεολογία (ενότητα των λαών της ηπείρου κατά της αποικιοκρατίας), καθώς δεν κατάφερε να υποδείξει ούτε ένα καθολικό κοινό σημείο για το σύνολο των αφρικανικών πολιτισμών (ο αφρικανικός εθνικισμός έλυνε το πρόβλημα αυτό μιλώντας για κοινό χρώμα). Η προσγείωση αυτή φάνηκε ξεκάθαρα στο 5ο Παναφρικανικό συνέδρια του Μάντσεστερ (1945), όπου η αδυναμία πολιτισμικής θεμελίωσης εξώθησε τους Παναφρικανιστές της περιόδου να εισαγάγουν σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά σε αυτόν. Στην ουσία, εικοσιπέντε χρόνια μετά την εμφάνισή του το ρεύμα αυτό δένεται με τον Αφρικανικό σοσιαλισμό (παρακάτω) και μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα και το αυτό.
Ο αφρικανικός σοσιαλισμός είναι σίγουρα το σημαντικότερο ιδεολογικό αντιαποικιακό ρεύμα της υποσαχάριας Αφρικής. Στην ουσία εμφανίζεται στη δεκαετία του ‘40, ωστόσο οι ρίζες του πάνε λίγο πιο πίσω. Ήδη από τον μεσοπόλεμο η ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ είχε προσπαθήσει να αποκτήσει σχέσεις και να βοηθήσει οργανωτικά και υλικά διάφορες αντιαποικιακές ομάδες όπου υπήρχαν, ή να δημιουργήσει πυρήνες εκεί που δεν υπήρχαν. Αυτή η προσπάθεια είχε μια σχετική επιτυχία (στις εργατικές τάξεις και κυρίως στη νεολαία των πόλεων), η οποία βοήθησε τα κινήματα αυτά οργανωτικά και τα μπόλιασε με τις Λενινιστικές αρχές της αυτοδιάθεσης των λαών. Από το 1933 και μετά, παρουσιάστηκαν προβλήματα λόγω της αλλαγής της στάσης της Σοβιετικής Ένωσης, και το μέτωπο που προσπάθησε να συγκροτήσει ενάντια στην Γερμανία με τις αντιφασιστικές αποικιακές χώρες (Γαλλία, Αγγλία). Η μετατροπή των αποικιοκρατών σε συμμάχους διέκοψε τη σχέση αυτή, δημιουργώντας παράλληλα την ανάγκη για ιδεολογικό μετασχηματισμό. Η ανάγκη για μια Αφρικανική μετάφραση/παράφραση του Μαρξισμού, η οποία δεν προέρχεται μόνο από τον προαναφερθέντα λόγο , οδήγησε στην ανάπτυξη του αφρικανικού σοσιαλισμού. Αυτό το ρεύμα σκέψης θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει κανενός τύπου ελευθερία (εθνική, κοινωνική, ατομική), χωρίς οικονομική ανεξαρτησία (στο επίπεδο του κράτους). Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό στα μελλοντικά απελευθερωμένα κράτη είναι η οικονομική ανάπτυξη, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως με την εκβιομηχάνιση. Το οικονομικό μοντέλο που προτείνει είναι η μικτή οικονομία, με παράλληλη κατοχύρωση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό του Παναφρικανισμού και του Αφρικανικού σοσιαλισμού ήταν η αποκήρυξη της βίας και η ανάληψη θετικών ενεργειών (απεργίες, πολιτική ανυπακοή, κ.α) σαν μέσο πάλης. Είναι το πρώτο ρεύμα που πέραν της αποαποικιοποίησης αναδεικνύει όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά ζητήματα όπως για παράδειγμα η αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας, και με αυτή την έννοια είναι και αυτό καινοτόμο. Ο καινοτόμος χαρακτήρας του ενισχύεται από την υβριδική του φύση (μπορεί να θεωρηθεί ως μια σύνθεση παραφρασμένου Λενινισμού με παραφρασμένες διαφωτιστικές αξίες). Αρκετοί από τους μελλοντικούς ηγέτες των ανεξάρτητων αφρικανικών κρατών ήταν οπαδοί του αφρικανικού σοσιαλισμού (και του παναφρικανισμού), με σημαντικότερους τον Νκρούμα της Γκάνας (μπορεί να θεωρηθεί και ο ιδρυτής), τον Νιερρέρε της Τανζανίας, κ.α.

Επίλογος
Η αφρικανική κοινωνία των ησυχαστικών πολιτισμών γνώρισε τρία κύματα εισόδου της δυτικής νεωτερικότητας. Το πρώτο, η αποικιοκρατία, δε κατάφερε παρά μόνο να κουρσέψει τα παράλια. Το δεύτερο, ο Ιμπεριαλισμός προσπάθησε να κάνει όλη την ήπειρο περιφέρεια της δύσης και να εγκαταστήσει νεωτερικούς θεσμούς. Και τα δύο απέτυχαν. Το τρίτο, οι μετααποικιακές κυβερνήσεις, προσπάθησαν να χειραφετήσουν την Αφρική μέσα από την οικονομική ανάπτυξη, μια ανάπτυξη που ανεξάρτητα από τη ρητορική των κυβερνήσεων είχε καπιταλιστικό χαρακτήρα. Μέχρι το 1980 φαίνεται πως κάτι πετύχαιναν. Μετά, ο καλπάζων νεοφιλελευθερισμός κατέστρεψε ότι υπήρχε μέχρι τότε, οδηγώντας την Αφρική σήμερα στη χειρότερη κατάσταση που έχει βρεθεί ποτέ. Για τις πολιτικές επιλογές των μετααποικιακών κυβερνήσεων, μεγάλο ρόλο διαδραμάτισαν οι τρέχουσες αντιλήψεις της περιόδου. Οι προκλητικά καινοτόμες για την Αφρικανική πραγματικότητα ιδέες (ο όρος Αφρικανική νεωτερικότητα είναι ιδιαίτερα δόκιμος), αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση για την εξέλιξη αυτή.



Μανώλης Χατήρης